Το αγροτικό παράδοξο και η τάση νεοκολιγοποίησης

Το αγροτικό παράδοξο και η τάση νεοκολιγοποίησης, Γιώργος Παπασίμος
Οι νέες αγροτικές κινητοποιήσεις, εν μέσω των «εθνικών πληγών» και της βύθισης του πολιτικού συστήματος, υπενθυμίζουν, για μια ακόμα φορά, το συνεχιζόμενο και ατιμώρητο εθνικό έγκλημα του ξεκληρίσματος της μικρομεσαίας αγροτιάς. Η τελευταία υπήρξε ο βασικός πυλώνας της ελληνικής περιφέρειας, αλλά και της παραπαίουσας ελληνικής οικονομίας. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Ο μνημονιακός οδοστρωτήρας είχε δραματικές επιπτώσεις στον αγροτικό τομέα, παγιώνοντας τις συνθήκες της οξύτατης νεοκολιγοποίησης της πλειονότητας της αγροτικής τάξης. Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής γης είναι υποθηκευμένο στις ορέξεις των σύγχρονων μεγαλοτσιφλικάδων, δηλαδή των συστημικών τραπεζών, χωρίς κανένας να έχει ασχοληθεί με ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της νεότερης Ελλάδας, αυτό της Αγροτικής Τράπεζας.

Έτσι, έναν αιώνα, και πλέον από την εξέγερση των αγροτών στο Κιλελέρ, για την κατάργηση των τσιφλικιών στη Θεσσαλία και στην υπόλοιπη Ελλάδα, βρισκόμαστε σήμερα στο ίδιο σημείο της έναρξης αυτού του εφιαλτικού κύκλου για την αγροτική τάξη. Γιατί, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες «ανοιξιάτικες λιακάδες» στον σκληρό αγώνα επιβίωσης των αγροτών, κυρίως στην δεκαετία του 1980, το αγροτικό ζήτημα καταδεικνύει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τις έντονες στρεβλώσεις του ελληνικού περιφερειακού καπιταλιστικού συστήματος. Απουσιάζει οποιαδήποτε σοβαρή οραματική εθνική πολιτική αγροτικής ανάπτυξης σε όλη την περίοδο από την σύσταση του ελληνικού κράτους.
Διαφορετικά, δεν θα είχαμε το λεγόμενο «ελληνικό αγροτικό παράδοξο». Μια κατεξοχήν αγροτική χώρα, η Ελλάδα, να είναι ελλειμματική στο αγροτικό ισοζύγιο, με ετήσιο έλλειμμα να αγγίζει πλέον τα 7 δισ. ευρώ. Έτσι καταδεικνύονται οι εγκληματικές πολιτικές της παρασιτικής οικονομικής ολιγαρχίας και του πολιτικού προσωπικού, που κυβέρνησε την Ελλάδα διαχρονικά, έναντι της αγροτικής τάξης και της ανάπτυξης του πρωτογενούς οικονομικού τομέα.

Καθρέπτης πλήρους εξάρτησης

Το «αγροτικό παράδοξο», που αποτελεί και τον καθρέπτη της πλήρους εξάρτησης της Ελλάδας, όχι μόνο δεν περιορίσθηκε κατά την περίοδο που εισήλθαμε στην ΕΕ, αλλά αντίθετα γιγαντώθηκε. Αφενός υπήρξαν περιορισμοί από την Κοινή Αγροτική Πολιτική σε βασικής βαρύτητας προϊόντα (κτηνοτροφικά, γάλα κ.λπ.), αφετέρου καταδείχθηκε το ανεπαρκές του πολιτικού προσωπικού, που κυβερνά όλα αυτά τα χρόνια (ειδικότερα κατά την ύστερη Μεταπολίτευση). Αυτό επέτρεψε να χαθεί το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Κονδύλια που θα έπρεπε να οδηγηθούν σε αύξηση των ανταγωνιστικών δομών της οικονομίας με βασική προτεραιότητα την αγροτική ανάπτυξη.

Αυτό το σύστημα παρακμής, που έχει επικαθήσει επάνω μας, έχει εκχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα στον ξένο παράγοντα. Όχι μόνο δεν έχει, έστω και κατ’ ανάγκη λόγω της χρεοκοπίας, στρατηγική για την ενίσχυση και ύπαρξη της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, αλλά, ως «θεραπαινίδα» των διεθνών τοκογλύφων-δανειστών, μετατρέπεται σε καταστροφέα και των τελευταίων υπολειμμάτων της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής μας. Είναι ο νεκροθάφτης της όποιας ελπίδας για ανάπτυξη της δευτερογενούς χρυσοφόρας διατροφικής βιομηχανίας, που θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό πυλώνα αναστροφής της χρεοκοπίας και της απαξίωσης της Ελλάδας.
Ειδικότερα, οι ευθύνες των μνημονιακών κυβερνήσεων είναι τεράστιες. Αγγίζουν τα όρια του εθνικού εγκλήματος. Δεν έκαναν, έστω και σ’ αυτή την ιστορικά καταστροφική φάση για την Ελλάδα, το αυτονόητο εθνικό καθήκον για την ελληνική οικονομία και την σωτηρία του λαού: Να ενισχύσουν στοχευμένα τον πρωτογενή αγροτικό τομέα, δημιουργώντας συνθήκες καταπολέμησης της τρομακτικής ανεργίας, με ανάπτυξη μικρομεσαίων ανταγωνιστικών βιομηχανιών διατροφικών προϊόντων. Πρώτος στόχος έπρεπε να είναι η κάλυψη των διατροφικών αναγκών του ελληνικού λαού και η μείωση του αγροτικού ελλείμματος. Αντ’ αυτού, έχουμε φτάσει στο σημείο να εισάγονται σχεδόν όλα τα αγροτικά προϊόντα.

Απόνερα της μετάλλαξης ΣΥΡΙΖΑ

Το ιστορικό, δε, αυτό εθνικό καθήκον, που όφειλε να θέσει σε προτεραιότητα και να υλοποιήσει η σημερινή κυβέρνηση, όπως είχε δεσμευθεί προεκλογικά, εξαϋλώθηκε μέσα στα απόνερα της μνημονιακής μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ. Είχαμε τη γιγάντωση της φορολογικής επιβάρυνσης των αγροτών και την μη λήψη οποιουδήποτε μέτρου για μείωση του κόστους μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές πλαίσιο, αυτό της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά βλέπουμε και τα γρήγορα αντανακλαστικά της αδικαιολόγητης καταστολής. Πριν ακόμα ξεκινήσουν οι αγροτικές κινητοποιήσεις, δέκα αγροτοσυνδικαλιστές του μπλόκου της Νίκαιας έλαβαν κλήτευση για να δικαστούν κατηγορούμενοι για παρακώλυση συγκοινωνιών.
Περισσότερο από ποτέ, σήμερα απαιτείται η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου πολιτικού υποκειμένου, έξω από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό εξουσίας. Αυτό πρέπει να συγκροτήσει και να υλοποιήσει ένα συνεκτικό εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την γεωργική παραγωγή στην Ελλάδα, που θα περιλαμβάνει:
  • Σύγχρονες υποδομές, με προτεραιότητα στα ποιοτικά και βιολογικά προϊόντα.
  • Σύνδεση της παραγωγής και του χωραφιού με την μεταποίηση, μέσω ισχυρών συνεταιρισμών και άλλων μορφών συλλογικής δράσης.
  • Μετατροπή της Ελλάδος σε κέντρο γενετικού παραγωγικού υλικού και αποτροπή της νεοκολιγοποίησης, μέσω της συλλογικής αξιοποίησης της δημόσιας γης (εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία, διακατεχόμενες εκτάσεις, δάση και ερημοποιημένα τμήματα).
Σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση, η αγροτική τάξη οφείλει, μετά από την χρόνια πολιτική χειραγώγησή της από τα διάφορα κόμματα εξουσίας, να πρωτοστατήσει, ανακαλύπτοντας, έστω και τώρα που βρίσκεται «στο απόσπασμα», τις επαναστατικές ρίζες της. Ρίζες που ξεκινούν από το Κιλελέρ με πυξίδα την αναφορά του Νίκου Καζαντζάκη στην «Ασκητική»: «Να λες εγώ μονάχος θα σώσω τη γη, αν δεν σωθεί εγώ θα φταίω», επαναπροσδιορίζοντας έτσι το καθήκον απέναντι στον εαυτό της και την Πατρίδα.

==============

Η δολοφονία των μικρών αγροτών

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ των ετών 2003 και 2013, το 33% των γεωργικών μονάδων χρεοκόπησαν ή/και έκλεισαν – ενώ υπήρξε μία δραματική υποχώρηση της βιοποικιλότητας, καθώς επίσης απώλεια της ποιότητας των εδαφών, λόγω της υπερβολικής χρήσης τους και της ρύπανσης του περιβάλλοντος.
.
«Το γερμανικό τέρας, η Bayer-Monsanto, προσπαθεί να επιβάλλει τα γενετικά μεταλλαγμένα γεωργικά προϊόντα παγκοσμίως, καθώς επίσης να μονοπωλήσει τον κλάδο, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της κυβέρνησης της χώρας – με καταστροφικές συνέπειες για εκατομμύρια μικρούς γεωργούς, στα κράτη του Νότου» (πηγή).      
.

Ανάλυση

Σύμφωνα με μία έρευνα της γαλλικής Αρχής για τη δημόσια υγεία (πηγή), κάθε δύο ημέρες αυτοκτονεί ένας αγρότης με συνήθως μικρή ιδιοκτησία – γεγονός που σημαίνει ότι, το ποσοστό είναι 20% υψηλότερο σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Επομένως δεν είναι μόνο οι Έλληνες αυτοί που υποφέρουν από την αγροτική πολιτική της ΕΕ – η οποία δαπανά 60 δις € ετησίως, για τη στήριξη της! Την ίδια στιγμή αυξάνονται οι άγονες εκτάσεις και τα πεθαμένα αγροκτήματα σε ολόκληρη την ήπειρο μας – χωρίς να εξαιρείται η Γερμανία, όπως θεωρούν ίσως ορισμένοι, αφού από τα 1,6 εκ. αγροτικές εκμεταλλεύσεις τη δεκαετία του 1960, έχουν απομείνει μόλις 270.000.
Η κατάσταση αυτή επιταχύνθηκε κυρίως μετά το 2000, όπου αυξήθηκαν κατακόρυφα οι χρεοκοπίες των αγροτών – ενώ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ των ετών 2003 και 2013, περίπου το 33% των εκμεταλλεύσεων σταμάτησαν για πάντα, έκλεισαν τις πόρτες τους (πηγή). Παράλληλα υπήρξε μία δραματική υποχώρηση της βιοποικιλότητας, καθώς επίσης απώλεια της ποιότητας των εδαφών λόγω της υπερβολικής χρήσης τους και της ρύπανσης του περιβάλλοντος – ενώ όσον αφορά τη κτηνοτροφία, παρά την απόρριψη των απάνθρωπων μεθόδων της μαζικής εκμετάλλευσης ζώων, η «βιομηχανία» συνεχίζει να αναπτύσσεται εξαφανίζοντας όλες τις μικρές μονάδες.
Περαιτέρω, εύλογα απορεί κανείς γιατί όλα αυτά τα προβλήματα δεν περιορίσθηκαν, παρά τις θηριώδεις επιδοτήσεις της ΕΕ αλλά, αντίθετα, κλιμακώθηκαν – σημειώνοντας εδώ πως γεωργία συμβάλλει πλέον με 13% στις εκπομπές «αερίων θερμοκηπίου», οπότε σε μεγάλο βαθμό στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Με δεδομένο δε το ότι, με την παρούσα μεταρρύθμιση της κοινής αγροτικής πολιτικής (GAP) που συζητείται θα μειωθούν οι επιδοτήσεις της ΕΕ, κάτι που θεωρείται αναπόφευκτο
(α) μετά την έξοδο της Μ. Βρετανίας που θα πάψει ως εκ τούτου να πληρώνει στο κοινό ταμείο,
(β) λόγω της προγραμματισμένης διαφύλαξης των συνόρων της ΕΕ, για την προστασία της απέναντι στις εισροές παράνομων μεταναστών και
(γ) εξαιτίας της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού στρατού, καθώς επίσης τις συνεχείς ανάγκες διάσωσης κρατών και τραπεζών από τον ESM (όλα αυτά έχουν άμεση σχέση τόσο με την κυριαρχία της Γερμανίας, όσο και με τις προσπάθειες ανεξαρτητοποίησης της από τις Η.Π.Α. και ενεργειακά από τη Ρωσία),
είναι περισσότερο από ποτέ ανάγκη να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα της ΕΕ – ο οποίος για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά σημαντικός, αφού θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς κλάδους ανάπτυξης της οικονομίας της (ανάλυση). Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνονται οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις σε διάφορες χώρες, οι οποίες καταναλώνουν πάνω από το 50% της παραγωγής τους για ιδία χρήση, ανάλογα με το μέγεθος τους (με ετήσια εισοδήματα κάτω από 2.000 €, από 2.000 € έως 8.000 € κοκ.).

Το σύνθημα βέβαια της ΕΕ είναι «με λιγότερα μέσα, περισσότερα αποτελέσματα» – κάτι που ακούγεται όπως όλες οι ακραία νεοφιλελεύθερες συνταγές, με στόχο να πείσουν ότι, είναι σωστά τα προγράμματα λιτότητας. Σήμερα πάντως το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα (70%) διατίθεται σε απ’ ευθείας πληρωμές στους αγρότες – ενώ τα υπόλοιπα (δεύτερος πυλώνας) για την προώθηση των αγροτικών περιοχών.
Εν τούτοις μόνο στο δεύτερο πυλώνα είναι ουσιαστικά δυνατόν να καθοριστούν στόχοι και να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα τα κονδύλια – αφού τα χρήματα για τον πρώτο πυλώνα δίνονται απ’ ευθείας στους αγρότες, με κριτήριο απλά και μόνο το μέγεθος της «μονάδας» τους. Δηλαδή, όποιος έχει μεγαλύτερη αγροτική εκμετάλλευση επιδοτείται με περισσότερα χρήματα – ενώ φυσικά παραποιούνται συχνά τα στοιχεία, με διάφορους τρόπους.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την Κομισιόν, τα οικονομικά μέσα που παρέχονται οφείλουν να έχουν ως στόχο τη βελτίωση της εισοδηματικής θέσης των αγροτών, τη διευκόλυνση της αλλαγής γενεών στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, τη συμβολή τους ενάντια στην κλιματική αλλαγή, την ενίσχυση του ρόλου του παραγωγού στην αλυσίδα διατροφής, καθώς επίσης τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Πώς είναι όμως δυνατόν να εξασφαλισθούν τα παραπάνω, όταν το 70% του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού για τον πρωτογενή τομέα διατίθεται απ’ ευθείας στους αγρότες, με μοναδικό κριτήριο το μέγεθος της εκμετάλλευσης τους; Για παράδειγμα, στη Γερμανία το 69% των χρημάτων που δικαιούται ο πρωτογενής τομέας εισπράττεται από το 20% των εκμεταλλεύσεων – ενώ σε χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Τσεχία, το 20% εισπράττει έως και το 90% των επιδοτήσεων.
Εύλογα λοιπόν οι μικρές «μονάδες» χρεοκοπούν, επειδή το μέγεθος τους όσον αφορά τις επιδοτήσεις αποτελεί ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα – οπότε η GAP όχι δεν εμποδίζει την εξαφάνιση των μικρών αλλά, αντίθετα, την προωθεί ενεργητικά. Το γεγονός αυτό συμπεραίνεται από το ότι, το 96% των μονάδων που έκλεισαν τα τελευταία δέκα χρόνια είναι μικρές – με μία επιφάνεια λιγότερη από δέκα εκτάρια.
Εκτός αυτού μόνο οι μεγάλες μονάδες αδιαφορούν για τις τοπικές δομές διανομής, προσανατολίζονται στις παγκόσμιες αγορές και αντιμετωπίζουν τον ανελέητο διεθνή ανταγωνισμό – με αποτέλεσμα βέβαια να μην ενδιαφέρονται για τις κατάλληλες μεθόδους κτηνοτροφίας που εξασφαλίζουν τις ζωικές ποικιλίες, για την προσεκτική διαχείριση των εδαφών ή για τη μη χρήση επιβλαβών για το περιβάλλον φυτοφαρμάκων.
Όσον αφορά δε τους καταναλωτές, τις περισσότερες φορές αδιαφορούν για την ποιότητα των τροφίμων, πόσο μάλλον για τα παραπάνω, ενδιαφερόμενοι μόνο για τις τιμές – όπως έχουμε διαπιστώσει πολλές φορές στην Ελλάδα, όπου συγκρίνονται διαφορετικές ποιότητες με μοναδικό κριτήριο την τιμή, οπότε αυξάνονται τα εισαγόμενα τρόφιμα που παράγονται από τις μεγάλες μονάδες, ενώ διανέμονται από τις πολυεθνικές εταιρείες Σούπερ Μάρκετ (εις βάρος των εγχωρίων παραγωγών, των θέσεων εργασίας, των ελληνικών επιχειρήσεων λιανικής κοκ.).
Η μεταρρύθμιση της GAP
Συνεχίζοντας, είναι ασφαλώς θετική η συζήτηση που διεξάγεται στην Ευρώπη, σε σχέση με τη μεταρρύθμιση της GAP – ελπίζοντας να συμμετέχει ενεργητικά και η Ελλάδα. Εν προκειμένω, η Κομισιόν παρέθεσε τρία προσχέδια κανονισμών (πηγή) – όπου αφενός μεν οι προγραμματισθέντες περικοπές θα αφορούν κυρίως το δεύτερο πυλώνα (κατά 25-28%), ενώ οι μειώσεις του πρώτου θα είναι πολύ λιγότερες (7-11%), αφετέρου θα υπάρχει μείωση της επιδότησης ανά εκτάριο από 60.000 € και άνω, καθώς επίσης ένα ανώτατο όριο χρηματοδότησης ανά αγροτική εκμετάλλευση, ύψους 100.000 €.
Εν τούτοις, μετά την παρουσίαση των προτάσεων στα μέσα του 2018, ορισμένες ισχυρές χώρες της ΕΕ, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, προσπάθησαν να την τορπιλίσουν – μη αποδεχόμενες τις παραπάνω σημαντικές αλλαγές, ειδικά όσον αφορά τη στήριξη των μικρών αγροτικών μονάδων. Ενδιαφέρον εδώ έχει μία ανάλυση που δημοσίευσε το Spiegel (πηγή), σχετικά με ένα διεφθαρμένο, καλά δικτυωμένο «λόμπι» στον πρωτογενή τομέα που μοιάζει με χταπόδι – τα πλοκάμια του οποίου «αγκαλιάζουν» τα κέντρα εξουσίας, την πολιτική, τις επιχειρήσεις, την έρευνα και την ίδια την κοινωνία.
Οι επιτροπές, τα υπουργεία ή τα γεωργικά επιμελητήρια της Ομοσπονδιακής Βουλής συνεργάζονται με εκπροσώπους εταιριών όπως η BASF και η BAYER (έχει καταφέρει να επιβάλλει το καταστροφικό για το περιβάλλον GLYPHOSAT στην ΕΕ) σε παγγερμανικό επίπεδο, προωθώντας τα συμφέροντα των τελευταίων μαζί με τα πολυπληθή «λόμπι» τους – σημειώνοντας πως ο «Σύνδεσμος Αγροτών» στη Γερμανία είναι ένας από τους ισχυρότερους πολιτικά.
Από την άλλη πλευρά το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο εκπροσωπεί στην Ευρώπη τα συμφέροντα των φορολογουμένων, κατέθεσε μία ανάλυση εναντίον των προτάσεων της Κομισιόν (πηγή), προφανώς έχοντας «επηρεαστεί» από τα λόμπι – οπότε δεν φαίνεται να αλλάζει τίποτα προς όφελος των μικρών γεωργικών και κτηνοτροφικών μονάδων, της αγροτικής γης και του περιβάλλοντος.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα της Ευρώπης, θα έπρεπε να λαμβάνεται υπ’ όψιν η κοινωνική ωφέλεια των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και όχι μόνο το μέγεθος τους – με κριτήρια όπως αυτά που έχουν παρουσιαστεί από το σύνδεσμο των μικρών αγροτών της Γερμανίας στο διαδίκτυο (πηγή).
Εν προκειμένω, για κάθε μονάδα μπορεί να βρεθεί ένας συγκεριμένος βαθμός αξιολόγησης, μέσω του οποίου θα σταθμίζεται η επιδότηση που θα λαμβάνει – στη βάση των τριών προσχεδίων κανονισμών που πρότεινε η Κομισιόν. Εν τούτοις, είναι απίθανο να στηριχθεί η παραπάνω ιδέα, επειδή είναι αντίθετοι οι μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι – τους οποίους υπηρετούν ουσιαστικά οι πολιτικοί, προφανώς έναντι αμοιβών.

Σχόλια