Μετά τις τελευταίες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, το Ελληνικό Δημόσιο έχει περιοριστεί στο 33,4%, χάνοντας τον έλεγχο που για δεκαετίες σήμαινε ενεργειακή κυριαρχία. Η πλειοψηφία ανήκει πλέον σε ιδιώτες επενδυτές, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζουν διεθνή funds όπως το CVC Capital Partners με 17,9% — ένα επενδυτικό σχήμα με διαχείριση άνω των 150 δισ. δολαρίων, βαθιά ενσωματωμένο σε τομείς υποδομών, υγείας, τροφίμων, ενέργειας κ.α. (Metropolitan, ΔΕΛΤΑ, Vivartia, Skroutz) στην Ελλάδα και διεθνώς με σύνθετες συνεπενδυτικές διασυνδέσεις, που περιλαμβάνουν και κεφάλαια από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (Abu Dhabi Investment Authority)
Και αυτή η δομή παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα: η ενέργεια παύει να είναι δημόσιο αγαθό και γίνεται χρηματοοικονομικό προϊόν.
Την ίδια στιγμή, λιγνιτικά κοιτάσματα από την Πτολεμαΐδα, τη Μελίτη και την Αχλάδα διοχετεύονται στο γειτονικό εργοστάσιο στα Μπίτολα για να εισάγουμε από αυτή την απαρχαιωμένη μονάδα του '70, ηλεκτρική ενέργεια — λίγα μόλις χιλιόμετρα από τη Φλώρινα — σε πολλαπλάσια τιμή.
Η χώρα διαθέτει εγχώριο καύσιμο, προβλέψιμο και ελεγχόμενο. Και το αντικαθιστά με LNG — ένα καύσιμο που εισάγεται, τιμολογείται σε διεθνείς αγορές και καθορίζεται από γεωπολιτικές εντάσεις.
Η ελληνική αγορά ενέργειας, ενταγμένη στο ευρωπαϊκό μοντέλο οριακής τιμολόγησης (marginal pricing), επιτείνει το πρόβλημα. Το ακριβότερο καύσιμο καθορίζει την τιμή για όλους. Έτσι, ακόμη κι αν οι ΑΠΕ έχουν χαμηλό κόστος παραγωγής, η τελική τιμή παραμένει δεσμευμένη στο φυσικό αέριο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα κι αν το 60% ή 70% της παραγωγής προέρχεται από φθηνές ΑΠΕ, η τιμή διαμορφώνεται από το υπόλοιπο ποσοστό, που καλύπτεται από φυσικό αέριο.
• ~250 εκατ. ευρώ από τη Macquarie για το 50% της Enel Green Power Hellas
• ~253,5 εκατ. ευρώ από Foresight και Mirova για μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα
• νέα funds άνω των 300 εκατ. ευρώ στον τομέα ενέργειας και υποδομών
• συνεχείς εξαγορές ΑΠΕ μέσα στο 2026
Δεν πρόκειται για τυχαία ροή κεφαλαίων.
Η Ελλάδα προσφέρει τρία κρίσιμα στοιχεία: υψηλές τιμές, εγγυημένες αποδόσεις και μεταφορά ρίσκου στον καταναλωτή (ρήτρες αναπροσαρμογής κλπ).
Με απλά λόγια: είναι ιδανική αγορά για σταθερό cash flow.
Οι ΑΠΕ, σε αυτό το πλαίσιο, δεν λειτουργούν ως εργαλείο ενεργειακής ανεξαρτησίας. Λειτουργούν ως επενδυτικό προϊόν με εξασφαλισμένη απόδοση.
Και ο τελικός καταναλωτής πληρώνει και τα δύο: και την αβεβαιότητα του LNG και τη χρηματοοικονομική απόδοση των ΑΠΕ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα υβριδικό σύστημα όπου:
• το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή
• οι ΑΠΕ καθορίζουν τις επενδυτικές αποδόσεις
• η εγχώρια παραγωγή αποδυναμώνεται
• η ΔΕΗ μετατρέπεται σε διεθνές χρηματιστικό, ενεργειακό όχημα
Η ΔΕΗ δεν είναι πλέον απλώς εταιρεία. Είναι μηχανισμός ανακατανομής ισχύος.
Αφορά την κυριαρχία.
Ποιος αποφασίζει για την ενέργεια μιας χώρας, που δεν παράγει πλέον μόνο ρεύμα, αλλά και επενδυτικές αποδόσεις για άλλους;
Η απάντηση, όσο κι αν αποφεύγεται, γίνεται όλο και πιο καθαρή.
Και είναι αυτή που καθορίζει το πραγματικό ενεργειακό κόστος — όχι στους δείκτες, αλλά στους λογαριασμούς. Τελικά ποιος αποφασίζει για την ενέργεια της χώρας — και προς όφελος ποιανού;
==============

Σχόλια