Η αυταπάτη της Ευρώπης

Του Γιώργου Κ. Στράτου

Τα περιστατικά βίας, ακόμη και θανατηφόρας δυστυχώς, με δράστες μετανάστες, κυρίως δεύτερης γενιάς, προερχόμενους από πρώην αποικίες ευρωπαϊκών χωρών, πολλαπλασιάζονται πλέον σε τόπους και εις βάρος ατόμων που κανείς δεν θα περίμενε. Διευκρινίζουμε ότι δεν θα μας απασχολήσει το ποσοστό ευθύνης των μεταναστών στην κοινή εγκληματικότητα αλλά η συμμετοχή τους σε γενικευμένες συμπεριφορές καταστροφής, οι οποίες διεκδικούν τον χαρακτηρισμό τους «κοινωνικές εκρήξεις» και οι οποίες, συμφώνως με όσους το υποστηρίζουν αυτό, οφείλονται στην αδυναμία των κοινωνιών των γηγενών να τους ενσωματώσουν αποτελεσματικά. Πρόσφατο παράδειγμα, το χάος που δημιουργήθηκε στο Παρίσι, με αφορμή τους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ από την Παρί Σεν Ζερμέν, ιδιοκτησίας του Καταριανού Νασέρ αλ-Κελαϊφί, που προεδρεύει επίσης της κρατικής Qatar Sports Investments, και δημοφιλέστατη ομάδα μεταξύ όσων πρωτοστάτησαν σε αυτές τις εκρήξεις «καταστροφικής χαράς»! ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Η «ενσωμάτωση» των μεταναστών θα μας απασχολήσει σήμερα. Πώς και γιατί προέκυψε; Είναι ειλικρινής ή εμπεριέχει και υποκρισία; Γιατί αποτυγχάνει; Πώς γιατρεύεται; Η Ιστορία αποκαλύπτει τα πάντα, όπως πάντα! Η αποικιοκρατία ξεκινά με την ανακάλυψη της Αμερικής τον 15ο αι. και θα συνεχιστεί για πεντακόσια (!) χρόνια, μέχρι και τα μέσα του 20ού αι.! Σκεφτείτε μόνο ότι στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1945), στην Αφρική υπήρχαν μόνο τρία (!) ανεξάρτητα κράτη: η Αιθιοπία, η Λιβερία και η Αίγυπτος! Η ασύδοτη εκμετάλλευση των πόρων των αποικιών επέτρεψε στα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη καταρχάς τη συγκέντρωση τεράστιου πλούτου από το εμπόριο και στη συνέχεια φθηνές πρώτες ύλες για τη Βιομηχανική Επανάσταση που ακολούθησε. Έτσι εξασφαλίστηκαν η οικονομική υπεροχή της γηραιάς ηπείρου και η ευημερία των πολιτών της. Η λεηλασία ιδεολογικά βασίστηκε: στον εκχριστιανισμό των κατακτημένων, στην υποτιθέμενη πνευματική υπεροχή του πολιτισμού μας έναντι του δικού τους και τη στρατιωτική ισχύ. Άφησε πίσω της ρημαγμένους τόπους, κατεστραμμένες κοινωνίες, αλλοτριωμένους πολιτιστικά τους αυτόχθονες, συν την αυθαίρετη χάραξη συνόρων κρατών, κατά τα συμφέροντα των αποχωρούντων αποικιοκρατών, η οποία προκαλεί συγκρούσεις μέχρι σήμερα. Η μετανάστευση έγινε μονόδρομος. 

Η Ευρώπη βγήκε από την τραγωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τεράστιες τύψεις για την αποικιοκρατική συμπεριφορά της. Για να διασκεδάσει τις ενοχές της, αποφάσισε να λειτουργήσει απέναντι στους λαούς που καταδίκασε στη φτώχεια κατά τρόπο συνεπέστερο με τον πολιτισμό και τις αξίες της. Να τα μοιραστεί και με τους «απολίτιστους». Βεβαίως χρειαζόταν κι εργατικό δυναμικό. Για μία γενιά, η αυταπάτη της λειτούργησε. Τα γκέτο παρήγαγαν καλούς πολίτες, υπάκουους, εργατικούς, φιλοπρόοδους που αναδείχτηκαν με την αξία τους στις κοινωνίες των ντόπιων. Η νέα απληστία που επελαύνει όμως από την αρχή του αιώνα, καθώς επαναφέρει τα γκέτο στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» απελπισίας, ήρθε να θυμίσει στα εγγόνια των πρώτων μεταναστών το ανεπούλωτο τραύμα της αρχικής θηριωδίας εις βάρος τους. Εξ ου οι κραυγές για εκδίκηση και η μανία καταστροφής. Διότι είναι παράλογο να με αφήνεις ανάπηρο και να περιμένεις να σου χρωστάω και χάρη για τα πρόσθετα μέλη που μου δώρισες…

==============

 ----------------------------------------

 -------------------------

 --------------------

 -----------------------------------

  1. Philippe Legrain: Είναι συμβατό το ευρώ με τη Δημοκρατία;

  2. Η εγκληματική οργάνωση του ευρωπατριωτισμού

  3. Πως η Γερμανία εξόντωσε την μισή Ευρώπη σε μόλις 15 χρόνια με τη ΄Συνθήκη σταθερότητας’ και το σκληρό ΕΥΡΩ

  4. Ιζημα και τέλμα
  5. Λαός υπαλλήλων καταναλωτών
  6. Eλληνική πολιτική και οικονομική "ελίτ"
  7. Η αυτονομία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου υποκατέστησε την αυτονομία της πολιτικής
  8. To ευρώ κάνει τη δουλειά για την οποία είχε ακριβώς σχεδιαστεί. Του Greg Palast, guardian*

 -------------------------------------
================================= 
Η Ελλάδα προσδεμένη στον πιο αδύναμο κρίκο
Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι φωνές αναλυτών, οικονομολόγων και στρατηγικών παρατηρητών που περιγράφουν το μέλλον της Ευρώπης με όρους παρακμής και εξάρτησης. Άλλοι μιλούν για απώλεια ανταγωνιστικότητας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Άλλοι προειδοποιούν για αποβιομηχάνιση, ενεργειακή αδυναμία και τεχνολογική καθυστέρηση. Πολλοί επισημαίνουν ότι η Ευρώπη εξαρτάται πλέον επικίνδυνα από κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες, κρίσιμες πρώτες ύλες, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά και τεχνολογίες που θα καθορίσουν τον νέο αιώνα. Κάποιοι, πιο ωμά, υποστηρίζουν ότι κινδυνεύει να μετατραπεί σε οικονομικό παράρτημα της Κίνας και ταυτόχρονα σε στρατιωτικά εξαρτημένο χώρο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μια σύγχρονη «αποικία» δεν χρειάζεται να νοηθεί με την παλιά εικόνα στρατών κατοχής. Η εξάρτηση πλέον είναι παραγωγική, τεχνολογική, χρηματοπιστωτική και ενεργειακή. Μια ήπειρος μπορεί να διαθέτει κοινοβούλια, θεσμούς και σημαίες, αλλά να μην έχει πραγματική αυτονομία, επειδή δεν παράγει όσα χρειάζεται, δεν ελέγχει κρίσιμες τεχνολογίες, δεν διαθέτει φθηνή ενέργεια και αδυνατεί να κινηθεί ενιαία στο διεθνές πεδίο.
Αυτό ακριβώς είναι το ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η μεταπολεμική Ευρώπη πίστεψε ότι μπορούσε να υπάρξει ως χώρος κατανάλωσης, κανονισμών και ευημερίας, ενώ η παραγωγή θα μεταφερόταν αλλού, η ασφάλεια θα εξασφαλιζόταν από την Αμερική, η ενέργεια θα παρέμενε φθηνή και η παγκόσμια αγορά θα λειτουργούσε για πάντα υπέρ της. Πίστεψε ότι η Ιστορία τελείωσε και ότι ο κόσμος θα κυβερνάται εσαεί από τεχνοκρατικές επιτροπές και εμπορικούς κανόνες. Όμως η Ιστορία δεν τελείωσε. Ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται από ισχύ, παραγωγή, πληθυσμό, ενέργεια, τεχνολογία και γεωπολιτική βούληση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να ξαναδούμε και τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Επί πενήντα χρόνια καλλιεργήθηκε συστηματικά η ιδέα ότι η πρόσδεση της χώρας στην Ευρώπη αποτελούσε από μόνη της λύση για όλα τα ιστορικά μας προβλήματα. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, κομματικοί μηχανισμοί και ένα πλήθος μικρών αναπαραγωγών του κυρίαρχου λόγου επαναλάμβαναν ότι αρκούσε να μπούμε στον «ευρωπαϊκό πυρήνα» για να εξασφαλιστεί αυτόματα πρόοδος, ασφάλεια και ευημερία. Η Ελλάδα έπαψε να σκέφτεται στρατηγικά, σαν να μην χρειαζόταν δική της παραγωγική βάση, δικό της εθνικό σχέδιο ή δική της γεωπολιτική αντίληψη.
Στην πράξη, η Ελλάδα δεν μπήκε απλώς στην Ευρώπη. Προσδέθηκε σε αυτήν με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Αντί να χρησιμοποιήσει την ευρωπαϊκή συμμετοχή για να ενισχύσει την παραγωγή και την ανταγωνιστικότητά της, εγκλωβίστηκε σε ένα μοντέλο δανεισμού, επιδοτήσεων, εισαγωγών και σταδιακής αποβιομηχάνισης. Έμαθε να ζει με δανεικά, με προγράμματα και με μια εισαγόμενη ευημερία που στηριζόταν στην κατανάλωση και όχι στην πραγματική οικονομική ισχύ. Έτσι, αντί να γίνει ισότιμος εταίρος, κατέληξε εξάρτημα μιας ευρωπαϊκής μηχανής που σήμερα δείχνει τα όριά της.
Το πρόβλημα της μεταπολίτευσης δεν ήταν μόνο οικονομικό. Ήταν βαθιά πνευματικό και ιστορικό. Ο Έλληνας εκπαιδεύτηκε να βλέπει την Ευρώπη όχι ως χώρο συμμαχιών και συμφερόντων, αλλά σχεδόν ως μεταφυσική εγγύηση σωτηρίας. Του καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι έξω από το ευρωπαϊκό πλαίσιο υπάρχει μόνο χάος, ενώ αποσιωπήθηκε ότι και μέσα σε αυτό μπορεί να υπάρξει εξάρτηση, υποτέλεια και εθνική συρρίκνωση. Κανένας λαός όμως δεν διασώζεται απλώς επειδή προσκολλάται σε έναν μεγαλύτερο οργανισμό, όταν ο ίδιος δεν διαθέτει σχέδιο, βούληση και παραγωγική δύναμη.
Η μεγάλη ειρωνεία σήμερα είναι προφανής. Η Ελλάδα δέθηκε απόλυτα με την Ευρώπη ακριβώς τη στιγμή που η ίδια η Ευρώπη χάνει τη βεβαιότητα της παγκόσμιας ισχύος της. Προσδέθηκε σε ένα κέντρο που αποδεικνύεται ολοένα λιγότερο κέντρο και σε έναν πόλο που δυσκολεύεται να υπερασπιστεί την οικονομική και στρατηγική του αυτονομία.
Όμως ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη από τις διεθνείς εξελίξεις φέρει η εγχώρια ελίτ που για δεκαετίες πούλησε μια αυταπάτη ως εθνική στρατηγική. Πολιτικοί χωρίς όραμα, διαμορφωτές γνώμης, διανοούμενοι της επιδοτήσεως και μηχανισμοί εξουσίας έμαθαν τον Έλληνα να θεωρεί ξεπερασμένη κάθε σκέψη αυτάρκειας, παραγωγικής ανασυγκρότησης ή εθνικής αυτονομίας. Και όταν το οικοδόμημα ράγισε με τα μνημόνια, κανείς δεν ανέλαβε πραγματική ευθύνη.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός όμως υπήρξε ο ρόλος των μικρών προπαγανδιστών της διπλανής πόρτας. Εκείνων που, χωρίς βαθύτερη γνώση ή σκέψη, αναπαρήγαν με φανατισμό κάθε έτοιμο σύνθημα, λειτουργώντας ως άτυποι φρουροί της «επιτρεπτής» άποψης σε οικογένειες, καφενεία, υπηρεσίες και παρέες. Συχνά όχι από ιδεολογία, αλλά γιατί κάποιο μικρό αντάλλαγμα —μια θέση, μια εύνοια, μια ψευδαίσθηση ανωτερότητας— αρκούσε για να τους μετατρέψει σε υπερασπιστές ενός αφηγήματος που σήμερα καταρρέει. Και τώρα, καθώς η πραγματικότητα διαψεύδει τις βεβαιότητές τους, κάνουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ οι πιο πρόθυμοι ιεροκήρυκες αυτής της καταστροφικής πορείας.

Σχόλια