Διατροφική κυριαρχία: Τι σημαίνει και γιατί πρέπει η Ελλάδα να ασχοληθεί με το θέμα

Νίκος Τολιόπουλος

Στις 12 Μαρτίου 2020, η Γαλλία λάμβανε την απόφαση εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων, προκειμένου να ανταποκριθεί στην πανδημία του Covid-19. Στο διάγγελμά του ο Γάλλος πρόεδρος Ε. Macron αναφερόμενος μεταξύ άλλων και στον αγροδιατροφικό τομέα, έθετε ως βασική προτεραιότητα την υλοποίηση ενός σχεδίου, που θα εξασφάλιζε τη διατροφική κυριαρχία του γαλλικού έθνους, αλλά και της ΕΕ. Ο πρωτογενής τομέας ως βασικός πυλώνας υποστήριξης του εγχειρήματος, θα έπρεπε να γίνει αντιληπτός ως κρίσιμης ζωτικής δραστηριότητας και να απαλλαγεί από την επισφάλεια των τάσεων της αγοράς. Σχεδόν ένα χρόνο μετά το διάγγελμα, οι βασικοί άξονες του σχεδίου εξειδικεύθηκαν από τα αρμόδια υπουργεία και τους εμπλεκομένους φορείς, ώστε στις 18 Μαΐου 2021 να διεξαχθεί μια ημερίδα με κύριο θέμα τη διατροφική κυριαρχία. Στην εκδήλωση συμμετείχαν όλα τα κορυφαία στελέχη που συντόνιζαν το εγχείρημα, όπως ο υπουργός αγροτικής και διατροφικής πολιτικής, η υφυπουργός βιομηχανίας, ο υπεύθυνος της επιτροπής γενικού σχεδιασμού F. Bayrou, αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος Macron. Στην τετράωρη συζήτηση που διεξήχθη παρουσιάστηκαν τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα και οι απαιτούμενες ενέργειες, που θα έπρεπε να αναληφθούν.

Η κατάκτηση της διατροφικής κυριαρχίας θέτει ως πρώτο ζητούμενο μια ισχυρή πρωτογενή παραγωγή. Εξάλλου ένα από τα κεντρικά σλόγκαν της ημερίδας ήταν ότι «ισχυρό έθνος δεν μπορεί να υπάρχει, χωρίς ισχυρή αγροτική παραγωγή». Επομένως, αναγκαστικά η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα και πρότεινε συγκεκριμένες νομοθετικές και διοικητικές παρεμβάσεις, ώστε να ανασχεθεί μια τάση η οποία θα μπορούσε να καταστήσει το έθνος διατροφικά εξαρτώμενο. Ποια είναι, λοιπόν, τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα της Γαλλίας, όπως τουλάχιστον τα εξέθεσαν οι συμμετέχοντες;

Το μεγάλο πρόβλημα είναι οι ανθρώπινοι πόροι. Στην Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, ο αγροτικός πληθυσμός είναι γερασμένος, έτσι ώστε την προσεχή δεκαετία πάνω από το 50% των αγροτών να συνταξιοδοτηθεί. Οι αιτίες αυτής της συρρίκνωσης του ενεργά αγροτικού πληθυσμού είναι πολλές, όμως κυριότερη παραμένει η πολύ χαμηλή εισοδηματική απόδοση του επαγγέλματος. Επομένως, για να αντιστραφεί αυτή η τάση είναι απαραίτητο ένα επαρκές εισόδημα, διότι δεν αρκεί μόνο το πάθος και η αγάπη για το επάγγελμα, όπως τόνισε πολλές φορές άλλωστε κι ο ίδιος ο υπουργός γεωργίας. Εξάλλου, το δεύτερο σύνθημα της ημερίδας ήταν, ότι «δεν υπάρχει αγροτική παραγωγή, χωρίς αγρότες».

Για να αυξηθούν τα εισοδήματα των ανθρώπων του πρωτογενούς τομέα, είναι απαραίτητο να εντοπιστούν ορθά οι λόγοι, που τα έχουν συμπιέσει. Ποιοι είναι αυτοί; Ο πρώτος και βασικότερος είναι η αδυναμία ενσωμάτωσης στην τιμή πρώτης πώλησης του αγροτικού προϊόντος της πραγματικής του υπεραξίας, εξαιτίας φυσικών εξωτερικοτήτων. Η αγορά, οι εμπορικές συναλλαγές, είναι αδύνατο να ενσωματώσουν το πλήρες ποσοστό υπεραξίας στην πρώτη πώληση. Αντίθετα, αυτό το ποσοστό το καρπώνονται οι τελικοί διανομείς (κυρίως οι μεγάλες υπεραγορές). Ο δεύτερος λόγος είναι ο κοστολογικός ανταγωνισμός των εισαγόμενων διατροφικών προϊόντων (πρώτων κι επεξεργασμένων). Οι πολύ υψηλές προδιαγραφές, που θέτει το γαλλικό Κράτος στους παραγωγούς του, καθιστά τα προϊόντα τους εκτεθειμένα έναντι του εξωτερικού ανταγωνισμού. Μια τρίτη αιτία είναι η κλιματική διαταραχή, η οποία αποσταθεροποιεί τους απαιτούμενους περιβαλλοντικούς πόρους για μια βιώσιμη πρωτογενή παραγωγή.

Με ποιο τρόπο, όμως, σκοπεύει η σημερινή γαλλική διοίκηση να αντιμετωπίσει αυτά τα τρία προβλήματα; Αρχικά, μια νομοθετική ρύθμιση, που αναμένεται το προσεχές διάστημα, έρχεται να επιβάλλει την κρατική παρέμβαση στον καθορισμό των τιμών πώλησης. Επομένως, το καθεστώς των ελεύθερων εμπορικών διαπραγματεύσεων, δηλαδή ο καθορισμός των τιμών μέσω της αγοράς, ρυθμίζεται. Επιπλέον, προκρίνεται ένα μοντέλο πλάγιου ή έμμεσου προστατευτισμού, όπου αντί των δασμών επιλέγονται κριτήρια ποιοτικών προδιαγραφών των προϊόντων, αλλά και ηθικό-κοινωνικές παράμετροι. Έτσι, το εισαγόμενο προϊόν οφείλει όχι μόνο να φέρει παρόμοια ποιοτικά χαρακτηριστικά με τα εγχώριας παραγωγής, αλλά να σέβεται και τις ανάλογες πρακτικές κατά την παραγωγή του. Για παράδειγμα, οι μονάδες άνθρακα, που απαιτήθηκαν κατά την παραγωγή θα μπορούσαν να είναι μεταξύ άλλων μια τέτοια παράμετρος. Και το τελευταίο σημείο αφορά την ασφάλιση της παραγωγής, η χρηματοδότηση της οποίας δεν μπορεί να γίνεται μόνο από εισφορές των παραγωγών, αλλά από το σύνολο της κοινωνίας, για λόγους εθνικού συμφέροντος. Η φράση του Ε. Macron είναι ενδεικτική των προθέσεων του Γάλλου προέδρου: «όταν θέτουμε την απαίτηση σε κάποιους να εξασφαλίσουν τη διατροφή του έθνους, δεν μπορούμε να μην τους καλύπτουμε, ώστε να συνεχίσουν να το κάνουν».

Ρύθμιση της αγοράς, πλάγιος προστατευτισμός και διαμοιρασμός του κινδύνου στο σύνολο της κοινωνίας είναι οι τρεις πυλώνες, πάνω στους οποίους θα στηριχθεί η στρατηγική της διατροφικής κυριαρχίας. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπ’ όψιν όλα τα παραπάνω, μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε το νόημα της έννοιας της διατροφικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον Γάλλο υπουργό αγροτικής και διατροφικής πολιτικής, ένα έθνος είναι διατροφικά κυρίαρχο, όταν δεν εξαρτάται διατροφικά από το εξωτερικό, όταν θέτει το ίδιο τις ποιοτικές προδιαγραφές των διατροφικών του προϊόντων κι όταν στα προϊόντα, που καταναλώνει, αναγνωρίζει τις δικές του αξίες, πρακτικές και παραδόσεις, δηλαδή αναγνωρίζει την ταυτότητά του.

Συμπερασματικά, παρακολουθώντας όλη αυτή την συζήτηση, δεν μπορεί κάποιος παρά να μελαγχολήσει, αναλογιζόμενος τον τρόπο διεξαγωγής του διαλόγου, αλλά και της προσέγγισης του ζητήματος στην χώρας μας. Δυστυχώς, κι ενώ τα προβλήματα φαίνεται πως είναι παραπλήσια και για την χώρα μας, διαπιστώνεται μια αδυναμία στην κατάρτιση μακροπρόθεσμων στρατηγικών για την αντιμετώπισή τους, ενώ δεσπόζει μια αντίληψη αυτοματισμού, ότι δηλαδή μπορούν να λυθούν μόνα τους. Η ολοφάνερη αδυναμία ανάληψης πρωτοβουλιών στο ζήτημα, η νεοφιλελεύθερη μονολιθικότητα κι η αδυναμία διασφάλισης της διατροφικής κυριαρχίας, καθιστά την χώρα μας ευάλωτη σε γεωπολιτικά ρίσκα. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, ότι το ζήτημα του αγροδιατροφικού συμπλέγματος προσεγγίζεται στην Γαλλία κυρίως από μια γεωπολιτική οπτική, την οποία όλοι θα έπρεπε τουλάχιστον να κατανοούμε. Κάθε άλλο παρά τυχαίο δεν ήταν άλλωστε, ότι μια από τις παρεμβάσεις προερχόταν από το πεδίο των  διεθνών σχέσεων.

ΠΗΓΗ

===========

Σχόλια