Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα δεν εξελίχθηκε ως αποτέλεσμα ενός προσεκτικά σχεδιασμένου ενεργειακού μετασχηματισμού.
Αντιθέτως, προχώρησε με χαρακτηριστική βιασύνη, χωρίς να έχει διασφαλιστεί ότι το ηλεκτρικό σύστημα θα διαθέτει τις αναγκαίες εφεδρείες και τις υποδομές που απαιτούνται για την ασφαλή λειτουργία του. Η σχεδιαζόμενη παύση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας V ως λιγνιτικής μονάδας και η εξάντληση του τελευταίου ενεργού λιγνιτικού πεδίου στη Μαυροπηγή σηματοδοτούν το τέλος της λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
https://www.energia.gr/article/246508/viasynes-
Το ερώτημα, όμως, είναι εύλογο: με ποιες εφεδρείες θα αντιμετωπιστεί μια έκτακτη ενεργειακή κρίση ή μια παρατεταμένη διαταραχή στον εφοδιασμό φυσικού αερίου ή στις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας; Πέρα από το ζήτημα της επάρκειας ισχύος, υπάρχει και ένα κρίσιμο τεχνικό θέμα που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση.
Η ασφαλής λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος προϋποθέτει την παροχή άεργης ισχύος (δηλαδή, της ισχύος που δεν καταναλώνεται για την παραγωγή ωφέλιμου έργου, αλλά είναι απαραίτητη για τη λειτουργία πολλών ηλεκτρικών συσκευών) και αδρανειακής στήριξης (δηλαδή, της φυσικής ικανότητας ενός συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας να αντιστέκεται στις απότομες μεταβολές της συχνότητας όταν υπάρξει μια ξαφνική διαταραχή, όπως η απώλεια μιας μεγάλης μονάδας παραγωγής ή μια απότομη αύξηση της ζήτησης) σε μόνιμη βάση, υπηρεσίες που παραδοσιακά παρέχονται από σύγχρονες θερμικές μονάδες με σύγχρονες γεννήτριες. Όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για τέτοιου είδους υποστήριξη ή για ισοδύναμες τεχνολογικές λύσεις, οι οποίες όμως ακόμη δεν έχουν αναπτυχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγική αναβάθμιση του ενεργειακού μείγματος. Αντίθετα, αποτελεί μια επιλογή που αντικαθιστά μία εγχώρια πηγή ενέργειας με ένα καύσιμο το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενο και εκτεθειμένο στις διεθνείς γεωπολιτικές και χρηματιστηριακές διακυμάνσεις. Είναι μια απόφαση που πολλοί θεωρούν ότι θα καταγραφεί ως μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες επιλογές της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής.
Η βασική αρχή της ενεργειακής ασφάλειας είναι απλή: όσο περισσότερες ανεξάρτητες πηγές διαθέτει ένα ενεργειακό σύστημα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανθεκτικότητά του. Αντίθετα, η πλήρης εγκατάλειψη μιας ολόκληρης εγχώριας ενεργειακής πηγής περιορίζει τις επιλογές της χώρας και αυξάνει την ευπάθειά της απέναντι σε κρίσεις.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην ηλεκτροπαραγωγή. Η ελληνική προσέγγιση στην απολιγνιτοποίηση αποτυπώνει μια ευρύτερη παθογένεια: την τάση να επιδιώκουμε να πρωτοπορήσουμε στις εξαγγελίες χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία τους. Αντί να αξιοποιήσουμε τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες και να οργανώσουμε μια σταδιακή, ρεαλιστική μετάβαση, επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε την Ελλάδα ως ευρωπαϊκό πρωτοπόρο της «πράσινης μετάβασης», χωρίς να διαθέτουμε ούτε την απαιτούμενη βιομηχανική βάση ούτε τον αναγκαίο διοικητικό μηχανισμό.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στο σχέδιο της λεγόμενης Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης. Μόλις τέσσερα χρόνια μετά τις μεγαλόπνοες εξαγγελίες, το αφήγημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης των λιγνιτικών περιοχών δείχνει να καταρρέει. Από τις 16 εμβληματικές επενδύσεις που είχαν παρουσιαστεί, μόνο τέσσερις εντάχθηκαν τελικά στο πρόγραμμα και μόλις μία βρίσκεται σε φάση υλοποίησης, αφορά δε μονάδα αποθήκευσης ενέργειας ισχύος 250 MW.
Οι επενδύσεις σε υδρογόνο, μπαταρίες, σπάνιες γαίες και άλλους τομείς υψηλής τεχνολογίας έμειναν, στην πλειονότητά τους, στα χαρτιά. Ασφαλώς, το δυσμενές διεθνές οικονομικό περιβάλλον συνέβαλε στις εξελίξεις. Ωστόσο, η ουσιαστική αιτία της αποτυχίας βρίσκεται στις διαχρονικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους: γραφειοκρατία, υποστελεχωμένες υπηρεσίες, καθυστερήσεις στα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, ασάφεια στις χρήσεις γης και αργή αποκατάσταση των εδαφών των πρώην λιγνιτωρυχείων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επένδυση ύψους 200 εκατ. ευρώ για υδροπονικές καλλιέργειες στη Δυτική Μακεδονία, η οποία δεν κατόρθωσε να ενταχθεί στο πρόγραμμα, παρότι επρόκειτο για μία από τις πιο ρεαλιστικές και παραγωγικές προτάσεις. Σε μια περίοδο κατά την οποία η επισιτιστική ασφάλεια επανέρχεται δυναμικά στη διεθνή ατζέντα, η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν νέο αγροδιατροφικό πυλώνα ανάπτυξης στις πρώην λιγνιτικές περιοχές. Αντί γι' αυτό, επέλεξε και πάλι την εύκολη λύση της μαζικής εγκατάστασης φωτοβολταϊκών, τα οποία ασφαλώς συμβάλλουν στην ενεργειακή μετάβαση, αλλά δεν μπορούν από μόνα τους να υποκαταστήσουν μια ολοκληρωμένη παραγωγική οικονομία ούτε να δημιουργήσουν μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Τελικά, η χώρα μοιάζει να επαναλαμβάνει ένα γνώριμο μοτίβο: να επιδιώκει να εντυπωσιάσει με φιλόδοξους στόχους, χωρίς να έχει προηγουμένως οικοδομήσει τις βάσεις που θα τους καταστήσουν εφικτούς. Όμως τα μεγάλα σχέδια δεν κρίνονται στις εξαγγελίες ούτε στους τίτλους των στρατηγικών σχεδίων. Κρίνονται στην εφαρμογή τους.
- Και έως στιγμής, η ελληνική απολιγνιτοποίηση δείχνει περισσότερο ως μια βιαστική πολιτική επιλογή παρά ως μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική που συνδυάζει ενεργειακή ασφάλεια, οικονομική βιωσιμότητα και πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση.
==============
-------------------
================
-------------------
------------------
================
=============

Σχόλια