Καταγγελία για μέγα σκάνδαλο στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το πρόγραμμα Antinero

 

Καταγγελία για μέγα σκάνδαλο στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το πρόγραμμα Antinero. Μεταξύ των 35 περιβαλλοντικών οργανώσεων που συνυπογράφουν την καταγγελία, πρωτοστατούντος του  «Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας» και το Ελληνικό Δίκτυο ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ.


ΡΕΠΟΡΤΑΖ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ: Δέσποινα Παπαγεωργίου στην ιστοσελίδα PROPAGANDA [ΕΔΩ]

Αναφορά 206 σελίδων καταγγέλλει οικολογικό σκάνδαλο ευρωπαϊκών διαστάσεων στο πρόγραμμα Antinero
213 περιβαλλοντικές οργανώσεις, φορείς και ενεργοί πολίτες καταγγέλλουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο σοβαρότατες παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο πρόγραμμα Antinero. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Μια ογκώδης αναφορά-καταπέλτης 206 σελίδων, που αφορά στο Πρόγραμμα Antinero, κατατέθηκε στις 22 Μαΐου στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στις 9 Ιουνίου στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, από το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας από κοινού με 212 περιβαλλοντικές οργανώσεις, συλλογικότητες και ενεργούς πολίτες. Η αναφορά εγείρει σοβαρότατες καταγγελίες για συστηματικές παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο πλαίσιο του κυβερνητικού προγράμματος προστασίας δασών Antinero Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, το οποίο φέρεται να καταστρέφει τα ελληνικά δάση.

Στους συνυπογράφοντες περιλαμβάνονται 35 οργανώσεις, μεταξύ των οποίων η Πανελλαδική Φιλοζωική και Περιβαλλοντική Ομοσπονδία, η Καλλιστώ – Περιβαλλοντική Οργάνωση για την Άγρια Ζωή και τη Φύση, η Οικολογική Κίνηση Πάτρας, ο Σύλλογος Μελισσοκόμων Αττικής, η SOS Μαίναλο, οι Πολίτες υπέρ των Ρεμάτων – Ροή, το Δίκτυο Συλλόγων και Φορέων για την Προστασία της Ευβοϊκής Γης, η Επιτροπή Προστασίας του Σέιχ Σου, ο Όμιλος Φίλων Δάσους Λαμίας, η Δρω – Κίνηση Πολιτών για την Αιτωλοακαρνανία, η ΠελοπόννηSOS.

Στο υλικό τεκμηρίωσης της αναφοράς περιλαμβάνονται και τα τρία αποκαλυπτικά ρεπορτάζ της Popaganda, που είχε πρώτη φέρει στο φως το ζήτημα (εδώ, εδώ, κι εδώ).

Το Antinero εφαρμόζεται από το 2022 από την ελληνική κυβέρνηση ως το βασικό πρόγραμμα θωράκισης των δασών από τις πυρκαγιές και χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ωστόσο, σύμφωνα με την αναφορά, το πρόγραμμα, που στηρίζεται κυρίως σε καθαρισμούς δασών, προκαλεί οικολογική βλάβη και καταστροφή, παρακάμπτει την περιβαλλοντική αδειοδότηση κι έχει εξαιρεθεί παράνομα από αυτή – και, τέλος, παραβιάζει ευθέως τις ευρωπαϊκές Οδηγίες για τους οικοτόπους, τα πτηνά και τα χρηματοδοτικά προγράμματα.-

Πέραν των περιβαλλοντικών ζητημάτων, η αναφορά θέτει στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών θεσμών και ζητήματα διαφάνειας, νομιμότητας και ποινικής ευθύνης: φαινόμενα μεροληψίας, κακοδιαχείριση κοινοτικών πόρων μέσω συμβάσεων με αντικείμενο άσχετο με την προστασία των δασών, παραβιάσεις της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων και ανταγωνισμού, καθώς και ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των εμπλεκόμενων οργάνων.

Τέλος, η αναφορά αναδεικνύει τη συστηματική προσβολή του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των πολιτών στο φυσικό περιβάλλον και τον ζωτικό τους χώρο.

Οι 213 καταγγέλλοντες ζητούν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη διερεύνηση όλων των καταγγελιών για παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Παράλληλα, αιτούνται από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο να ελέγξει τη νομιμότητα της χρήσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων που χρηματοδοτούν το πρόγραμμα Antinero και, εφόσον διαπιστωθούν παραβάσεις, να επιβληθούν κυρώσεις στην Ελλάδα, να ανασταλεί άμεσα η χρηματοδότηση του προγράμματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στο Δικαστήριο της ΕΕ. Ζητούν επίσης την οριστική ματαίωση του Antinero, την καταλογιστική απόδοση ευθυνών, καθώς και την πλήρη αποκατάσταση του περιβάλλοντος με ευθύνη και δαπάνη των αρμόδιων αρχών.

Οικολογική βλάβη και καταστροφή

«Το πρόγραμμα AntiNero αντιμετωπίζει αντιεπιστημονικά το σύνολο των δασών της χώρας με τα ίδια κριτήρια, μολονότι η Ελλάδα είναι μία χώρα με έντονες διαφοροποιήσεις στο τοπίο, στο κλίμα και στο ανάγλυφό της», καταγγέλλεται στην αναφορά.

Υλοποιείται δε σε εξαιρετικά ακατάλληλες εποχές: την άνοιξη, όταν η φύση βρίσκεται σε πλήρη αναπαραγωγικό οργασμό, προκαλώντας βίαιη διατάραξη των οικοσυστημάτων· ή κατακαλόκαιρο, όταν οι επεμβάσεις στα δάση απαγορεύονται γιατί προκαλούν σοβαρές κακώσεις στα δέντρα, ενώ ενέχουν και το ρίσκο πυρκαγιάς λόγω χρήσης βαρέων μηχανημάτων που λειτουργούν με καύσιμο.

Σχεδόν σε όλες τις περιοχές εφαρμογής Antinero παρατηρήθηκαν άμεσα εκτεταμένες ξηράνσεις, νεκρώσεις δέντρων «και πρωτόγνωρη οικολογική υποβάθμιση και καταστροφή», ενώ δεν απεφεύχθησαν οι πυρκαγιές – τονίζεται στην αναφορά.

Πέραν των ξηράνσεων, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ολική αφαίρεση του δασικού υπορόφου η οποία «εξαλείφει και την αναγκαία σκίαση, την υγρασία και την δρόσο», με αποτέλεσμα τα δάση να καθίσταται «απολύτως ευάλωτα στην κλιματική αλλαγή, στην αύξηση της θερμοκρασίας, στην αλλοίωση του τοπικού μικροκλίματος, στην ερημοποίηση, στην ξηρασία, στα ξυλοφάγα έντομα και σε ποικίλες ασθένειες, αλλά και στις δασικές πυρκαγιές, τις οποίες μάλιστα το Antinero έχει ως βασικό στόχο να αναχαιτίσει».

Η αναφορά συνοδεύεται από εκτενή τεκμηρίωση για τις καταστροφές που έχουν ήδη καταγραφεί μεταξύ άλλων σε Υμηττό, Αισθητικό Δάσος Καισαριανής, Λόφο Φιλοπάππου, όρη Φαλακρό και Πατέρα, καθώς και στη Νήσο Κάλαμο.

Οικότοποι και πτηνά στο περιθώριο, μαζί με τις ευρωπαϊκές Οδηγίες

Στην αναφορά τονίζεται ότι το Πρόγραμμα Antinero «θα έπρεπε να υποβάλλεται σε αυστηρό πλαίσιο περιβαλλοντικού ελέγχου και αξιολόγησης, με την εφαρμογή σε αυτό της διαδικασίας περιβαλλοντικής εκτίμησης που προβλέπει η Οδηγία 2001/42/ΕΚ» για προγράμματα «με σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Ειδικά δε στις περιπτώσεις που το Πρόγραμμα υλοποιείται σε δάση Natura 2000 καθώς και σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά, προβλέπεται η ακόμα πιο αυστηρή διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης, σύμφωνα με την αναφορά – στην οποία επίσης δεν έχει υποβληθεί το Πρόγραμμα.

Καταγγέλλεται επομένως ότι στοιχειοθετούνται παραβιάσεις και των Οδηγιών 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους και 2009/147/ΕΚ για τα πτηνά, αλλά και του Κανονισμού 2018/841/ΕΚ «που όρισε τη δασοπονία ως βασικό μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής μέσω της βιώσιμης διαχείρισης των υφισταμένων δασών και της δημιουργίας νέων δασών, σε πλήρη αντίθεση με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα με το πρόγραμμα AntiNero, το οποίο υποβαθμίζει ραγδαία και αφανίζει ακόμα και τα ήδη υφιστάμενα δάση».

Παράνομη εξαίρεση από την περιβαλλοντική αδειοδότηση

Στην αναφορά καταγγέλλεται ότι, όχι μόνο δεν έχει υποβληθεί το Antinero στην προβλεπόμενη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, αλλά την έχει παρακάμψει με δύο τρόπους.

Καταρχάς, αποκαλύπτεται ότι το ΥΠΕΝ εξαίρεσε από τη διαδικασία «μη νόμιμα και επίσημα» το πρόγραμμα. Η αναφορά φέρνει στο φως υπηρεσιακό έγγραφο από την προϊσταμένη της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΔΙΠΑ) της Γενικής Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Πολιτικής του ΥΠΕΝ Κωνσταντίνα Νίκα προς τη Διεύθυνση Προστασίας Δασών του ΥΠΕΝ. Σε αυτό, η ΔΙΠΑ αποφαίνεται ότι «τα έργα του προγράμματος Antinero δεν υπόκεινται σε υποχρέωση περιβαλλοντικής αδειοδότησης». Αυτό βρίσκεται «σε πλήρη αντίθεση με τη Συνταγματική επιταγή του άρθρου 24 και την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ», τονίζει η αναφορά, σημειώνοντας ότι το έγγραφο δεν δημοσιεύτηκε στη Διαύγεια ή σε ΦΕΚ.

Έπειτα, το Antinero υλοποιείται έως σήμερα με απλές δασοτεχνικές μελέτες που εγκρίνουν τα τοπικά δασαρχεία, οι οποίες κανονικά αφορούν σε μικρής κλίμακας έργα. Οι ευρωπαϊκές αρχές καλούνται λοιπόν να διερευνήσουν αν, στο πλαίσιο του Antinero, συντελείται παράνομη κατάτμηση του προγράμματος. Δηλαδή αν το πρόγραμμα, ενώ σχεδιάζεται για το σύνολο των δασών της χώρας, στη συνέχεια διασπάται στις επιμέρους τοπικές δασικές αρχές και έτσι καταλήγει να εκπονείται με απλές δασοτεχνικές μελέτες, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό την αυστηρότερη διαδικασία συνολικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αδειοδότησης για τις συνέπειες όλου του προγράμματος στα δάση της χώρας.

Οι ίδιοι εκπονούν τα έργα, οι ίδιοι τα εγκρίνουν 

Στην αναφορά τονίζεται ότι το πρόγραμμα Antinero εκπονείται, εγκρίνεται και εφαρμόζεται σε περιοχές Natura 2000 «ερήμην του ΟΦΥΠΕΚΑ», δηλαδή του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής – του κατεξοχήν αρμόδιου φορέα για τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας.

Μάλιστα, η αναφορά κάνει λόγο για «εντυπωσιακή αδιαφορία» εκ μέρους του ίδιου του Οργανισμού, ο οποίος, παρά τις τεκμηριωμένες βαριές παρεμβάσεις σε ευαίσθητους οικοτόπους και Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά, δεν φαίνεται να ασκεί κάποιον ουσιαστικό έλεγχο ή να αντιδρά στις πρακτικές που εφαρμόζονται.

Ένα σημείο-κλειδί που φωτίζει η αναφορά είναι η «προβληματική συμμετοχή» στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΦΥΠΕΚΑ υψηλόβαθμων στελεχών του ΥΠΕΝ – δηλαδή του ίδιου φορέα που σχεδιάζει και υλοποιεί το AntiNero. Συγκεκριμένα, παραπέμπει στην ιστοσελίδα του οργανισμού, όπου βλέπουμε ότι πρόκειται για τον αναπληρωτή προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Ευάγγελο Γκουντούφα και τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Πολιτικής του ΥΠΕΝ Κώστα Δημόπουλο. Και οι δύο υπηρεσίες τονίζεται πως έχουν «νευραλγικό και αποφασιστικό ρόλο στην εκπόνηση και στην υλοποίηση του AntiNero (!)». Με άλλα λόγια, τα ίδια πρόσωπα που συμμετέχουν στον σχεδιασμό του Antinero, έχουν λόγο και στη διαχείριση των περιοχών Natura μέσω του ΔΣ του ΟΦΥΠΕΚΑ.

Η θεσμική στρέβλωση εντείνεται από το γεγονός ότι, κατά ρητή πρόβλεψη της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2001/42/ΕΚ, η αρχή σχεδιασμού ενός προγράμματος δεν επιτρέπεται να ταυτίζεται με την αρχή που το εγκρίνει. Ωστόσο, στην περίπτωση του Antinero συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, σημειώνεται στην αναφορά: η Γενική Γραμματεία Δασών και η Γενική Διεύθυνση Δασών του ΥΠΕΝ, που έχουν τον πλήρη έλεγχο του σχεδιασμού, είναι ταυτόχρονα προϊστάμενες αρχές των Διευθύνσεων Δασών και των τοπικών δασαρχείων, που εγκρίνουν τις δασοτεχνικές μελέτες για το πρόγραμμα και τις υλοποιούν.

Ευρωπαϊκά κονδύλια για τα δάση ποτίζουν… κτίρια

Υπέρογκα ποσά εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του Antinero για έργα με άσχετο σκοπό. Αυτό αποκαλύπτει η αναφορά, καταγγέλλοντας σοβαρές παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και ζητώντας τη διερεύνησή τους.

Στην πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στο πλαίσιο του Antinero εγκρίθηκαν 111 εκατομμύρια ευρώ για το έργο «Εξοικονόμηση Ενέργειας σε Επιχειρήσεις – Αλλάζω Συσκευή», το οποίο αφορά την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος της χώρας, χωρίς καμία σχέση με τη δασοπροστασία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η καταγγελία ότι όλες οι πιστώσεις του εθνικού προϋπολογισμού που είχαν δεσμευτεί για το Εθνικό Σχέδιο Αναδασώσεων μεταφέρθηκαν στο Antinero, οδηγώντας στην πλήρη εγκατάλειψη του σχεδίου. Καταγγέλλεται ότι η απόφαση αυτή, όχι μόνο αποδυναμώνει τη δασική πολιτική της χώρας, αλλά συνιστά στρατηγική εκτροπή πόρων, και ζητούν να διερευνηθεί με ποια κριτήρια εγκρίθηκε.

Η αναφορά ζητά επίσης τη διερεύνηση ενδεχόμενων παραβιάσεων του ευρωπαϊκού Δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων και ανταγωνισμού. Σημειώνεται εμφατικά ότι η υλοποίηση των έργων στο πλαίσιο του προγράμματος Antinero «συντελείται κατά κόρον με απ’ ευθείας αναθέσεις» και με διαδικασίες που έχουν επικριθεί για έλλειψη διαφάνειας.

Το Antinero «καίει» δάση και δικαιώματα

Το πρόγραμμα Antinero επισημαίνεται στην αναφορά ότι «“επινοήθηκε” από τη Γενική Γραμματεία Δασών και εφαρμόζεται ως ο βασικός “μηχανισμός” απορρόφησης υπέρογκων ευρωπαϊκών κονδυλίων». Τα κονδύλια αυτά -συνεχίζει- διοχετεύονται για την υλοποίηση δασικών εργασιών που δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση «τέτοια τεράστια “κόστη”», ενώ εκτελούνται χωρίς ουσιαστική μέριμνα για τη βιώσιμη διαχείριση και την πραγματική προστασία των ελληνικών δασών.

Η αναφορά δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Δηλώνει ρητά ότι τα δάση της χώρας έχουν υποβιβαστεί σε εργολαβικά πεδία «αθρόας εκμετάλλευσης και πλουτισμού», ακριβώς από εκείνους που έχουν θεσμικά την ευθύνη να τα διαφυλάσσουν: «τις δασικές υπηρεσίες της χώρας, όλων των βαθμίδων».

Τέλος, η αναφορά επισημαίνει εμφατικά ότι με το Antinero απεμπολούνται βασικά δικαιώματα: λόγω της οικολογικής υποβάθμισης που προκαλείται, παραβιάζεται ευθέως το θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών στο περιβάλλον και στον ζωτικό τους χώρο, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος και αντανακλάται στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα. Υπογραμμίζεται ότι η βλάβη αυτή συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της προσωπικότητας των πολιτών.

Μέσα από την αναφορά, η υπόθεση Antinero αναδεικνύεται σε αντιπαράδειγμα περιβαλλοντικής πολιτικής και υπόδειγμα θεσμικής στρέβλωσης, καθώς ο απολύτως πραγματικός κίνδυνος των πυρκαγιών φέρεται να εργαλειοποιείται ως πρόσχημα για την εκταμίευση ευρωπαϊκών κονδυλίων, μακριά από κάθε έννοια διαφάνειας, βιωσιμότητας και, φυσικά, δημοσίου συμφέροντος.

==================

"...Για τους έμπειρους δασολόγους, είναι πολλοί οι λόγοι που οι ζώνες AntiNERO «απονευρώνονται» στις μεγάλες πυρκαγιές.
Ένας βασικός είναι πως πολλές φορές οι πυρκαγιές φτάνουν στις ζώνες έχοντας διανύσει μια μεγάλη πορεία, χωρίς η Πυροσβεστική να τις έχει αντιμετωπίσει μέσα στο δάσος.
«Όταν κατηφόριζε η πυρκαγιά προς τη Δυτική Αττική, στα σύνορα με τη Βοιωτία, δεν έγινε το λεγόμενο “πρώτο χτύπημα”, “η πρώτη πλήξη”, μια επίθεση προς τη φωτιά. Η Πυροσβεστική ταμπουρώθηκε σε σπίτια και οικισμούς. Εν τω μεταξύ η πυρκαγιά έγινε ένα θηρίο» περιγράφει ο πρώην έμπειρος δασάρχης Μεγάρων, κ. Τσιγκρίκης.
«Το αποτέλεσμα ήταν η φωτιά να κινηθεί ανενόχλητα και το μέτωπο να έχει μια διαρκή διαπλάτυνση» συμπληρώνει.
Γιατί όμως δεν γίνεται αυτή η «πρώτη πλήξη» από τους πυροσβέστες;
Σύμφωνα με τον Γιώργο Καρέτσο, διακεκριμένο δασολόγο-ερευνητή και τέως διευθυντή ερευνών στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ «Δήμητρα», ο οποίος μίλησε στο in: «Οι πυροσβέστες δεν μπαίνουν πια στην καρδιά του δάσους. Η Πυροσβεστική είναι απληροφόρητη για το δασικό δίκτυο. Αυτό που έχουν στη διάθεση τους είναι κάποια σημεία εποπτείας μιας ευρύτερης περιοχής και κάνουν το λεγόμενο “καραούλι”. Δεν γνωρίζουν πως θα διαφύγουν σε περίπτωση πυρκαγιάς. Και αφού δεν γνωρίζουν τα δάση, δεν στέκονται και σε αυτές τις ζώνες».
Η κ. Καραδόντα, συμφωνεί: «Παρά την ύπαρξη αντιπυρικών ζωνών, αυτές δεν αξιοποιούνται επιχειρησιακά από την Πυροσβεστική λόγω της επιφυλακτικότητας των δυνάμεων ως προς την ασφαλή είσοδο και παραμονή τους σε αυτές».
Η εμπειρία από το Μάτι, η δίκη που ακολούθησε, οι κατηγορίες με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπα στελέχη της Πυροσβεστικής όταν υπάρχουν νεκροί, σημαντικές απώλειες και καταστροφές, έχουν καλλιεργήσει φόβο στο Πυροσβεστικό Σώμα, με αποτέλεσμα, εκτός από την ομάδα των δασοκομάντος, που εκπαιδεύτηκαν για να επιχειρούν μέσα στα δάση και οι οποίοι όμως είναι μόλις 1.450 σε όλη τη χώρα, οι υπόλοιποι πυροσβέστες δύσκολα λαμβάνουν εντολές για να επιχειρήσουν μέσα στην καρδιά του δάσους.
Κατά τον κ. Καρέτσο, όταν το γενικό πρόσταγμα της κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών το είχαν οι δασάρχες (σ.σ.: μέχρι το 1998 όταν και αυτή η αρμοδιότητα πέρασε στην Πυροσβεστική), τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλύτερα γιατί: «ο δασάρχης γνώριζε το ανάγλυφο του κάθε δάσους, τα σημεία ανάσχεσης της φωτιάς, τους δασικούς δρόμους αλλά και τους δρόμους διαφυγής. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα γίνονταν η συντήρηση των μονοπατιών, οι αραιώσεις, το μάζεμα των σκουπιδιών».
»Σήμερα η Πυροσβεστική στέκεται στα όρια των οικισμών και με αυτούς ασχολείται. Δεν υπάρχουν περιοχές ανάσχεσης. Γιατί άραγε εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους οι πυροσβέστες στο Ρέθυμνο; Υπήρχε σχέδιο για εκείνη την περιοχή;» αναρωτιέται ο κ. Καρέτσος.
Ο ίδιος προσθέτει πως βασικά συμπεράσματα της έκθεσης Goldamer, όπως οι συναρμοδιότητες για τον αποτελεσματικό έλεγχο των πυρκαγιών, δεν υιοθετήθηκαν τελικά. «Η δασική υπηρεσία είναι εξοβελισμένη» σχολιάζει.
Η κ. Καραδόντα αναλύει τη θετική επίδραση των έργων AntiNERO σε πυρκαγιά που έκαψε 24.000 στρέμματα στην Εύβοια. Η ίδια τονίζει πως η αποτίμηση του AntiNERO απαιτεί ψυχραιμία και ανάλυση των δεδομένων..."

 =======

«Η Ελλάδα κάηκε ολόκληρη δύο φορές» μέσα στα τελευταία 25 χρόνια.
 
- Ο εξοβελισμός της Δασικής Υπηρεσίας και ο ρόλος του ΔΕΔΔΗΕ
 
Ο Νίκος Μπόκαρης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Ελλάδας, μιλά για την ανύπαρκτη πρόληψη και πυρόσβεση μέσα στα δάση και το ασυντήρητο δίκτυο ηλεκτροδότησης εξαιτίας των οποίων «η Ελλάδα κάηκε ολόκληρη δύο φορές» μέσα στα τελευταία 25 χρόνια και τονίζει ότι το μοντέλο αντιμετώπισης πυρκαγιών πρέπει να επανασχεδιαστεί από μηδενική βάση.
Για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στον καμβά της Ελλάδας που μαυρίζει σταθερά κάθε χρόνο από χιλιάδες δασικές πυρκαγιές μιλούν οι δασολόγοι: Φωτιές που ξεκινούν εκεί όπου οι πόλεις ανακατεύονται με τα δάση, ανύπαρκτη πρόληψη και πυρόσβεση μέσα στα δάση, έμφαση μόνο στα εναέρια μέσα και στην αποφυγή ανθρώπινων θυμάτων. Και ένα ακόμη: Σιωπή από τον «κυρίαρχο εμπρηστή», το ασυντήρητο δίκτυο ηλεκτροδότησης από το οποίο ξεκινούν συχνά μεγάλες καταστροφές.
Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων του Δημοσίου (ΠΕΔΔΥ), Νίκος Μπόκαρης, μίλησε στην «Εφ.Συν.» επισημαίνοντας ότι το μοντέλο αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών πρέπει να σχεδιαστεί ξανά και από μηδενική βάση. Θυμίζει ότι η Δασική Υπηρεσία που είχε την ευθύνη έως το 1998 εξοβελίστηκε, την αρμοδιότητα ανέλαβε έκτοτε η Πυροσβεστική Υπηρεσία και σε αυτήν την 25ετία «η Ελλάδα κάηκε ολόκληρη δύο φορές».
Η «Εφ.Συν.» έχει πολλές φορές στο παρελθόν επισημάνει τα προβληματικά στοιχεία του μοντέλου δασοπυρόσβεσης. Το γεγονός ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία, που γνώριζε καλά να σβήνει αστικές πυρκαγιές, αναγκάστηκε να επεκτείνει τη δράση της χωρίς τεχνογνωσία στα δάση, χάνοντας τρεις πυροσβέστες το καλοκαίρι του 1998 στον Καρέα. Ωστόσο, καμία από τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν δεν θέλησε να ασχοληθεί ουσιαστικά με κάποιον ανασχεδιασμό. Πρωτίστως η σημερινή κυβέρνηση, που βρεθηκε με 2 δισεκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης για έργα-προμήθειες Πολιτικής Προστασίας (πρόγραμμα Αιγίς) και προφανέστατα προτίμησε να το μοιράσει με τις εισηγήσεις των ενστόλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.
Κυβερνητικό αφήγημα
Το αποτέλεσμα είναι να μη γίνεται καμία εργασία δασοπυρόσβεσης μέσα στα δάση και όλοι να περιμένουν τα εναέρια μέσα που ρίχνουν νερό από ψηλά, εφόσον δεν φυσούν πολύ δυνατοί άνεμοι και μόνο στις ώρες που υπάρχει φως από τον ήλιο. Η εργασία που έκαναν παλιότερα οι δασοπυροσβέστες μέσα στη νύχτα, δουλεύοντας με σκαπανικά, κόβοντας τον δρόμο της φωτιάς, έχει χαθεί διά παντός. Οι μπουλντόζες που εμφανίζονται ορισμένες φορές από εργολάβους της αυτοδιοίκησης δεν έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα και προσφέρουν μόνο εικόνες για το επικοινωνιακό αφήγημα της κυβέρνησης.
Τυπικά, με βάση τον νόμο, η Δασική Υπηρεσία συνεχίζει να έχει αρμοδιότητα για έργα πρόληψης, αλλά δυστυχώς δεν έχει κανένα ρόλο, καθώς το προσωπικό της έχει ελαχιστοποιηθεί και τρέχει με υποθέσεις διεκπεραίωσης γραφείου (δασικούς χάρτες, πράξεις χαρακτηρισμού κ.λπ.).
Μία από τις βασικές πηγές του προβλήματος, σύμφωνα με τον κ. Μπόκαρη, είναι η πολεοδομική κατάσταση της Ελλάδας, όπου οι χρήσεις γης ανακατεύονται συνεχώς, με τις οικιστικές ζώνες να εναλλάσσονται συνεχώς με δασικές. Το χωροταξικό αλαλούμ επιτάθηκε από την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, με την εκτός σχεδίου δόμηση που όλο καταργείται, χωρίς να κλείνουν τα «παράθυρα».
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον πρόεδρο των δασολόγων, είναι όταν προκύπτει μια φωτιά όλοι να τρέχουν δίνοντας όμως προτεραιότητα μόνο στη διάσωση των ανθρώπων και των υποδομών (σπίτια-εργοστάσια). Η προτεραιότητα αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά το πρόβλημα είναι ότι η φωτιά δεν σταματά στο δάσος παρά μόνον όταν φτάσει στη θάλασσα.
Οι μόνοι που τελικά μπαίνουν μέσα στα δάση, λέει ο κ. Μπόκαρης, είναι οι εργολάβοι των τριών προγραμμάτων Antinero, που έχουν πάρει από το Ταμείο Ανάκαμψης πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ. Αυτοί μπαίνουν, απομακρύνουν καύσιμη ύλη, κατηγορούνται συχνά και για καταστροφική παρέμβαση στα νεαρά φυτά αλλά, το χειρότερο, δεν επανέρχονται την επόμενη χρονιά, όπως θα έκανε η Δασική Υπηρεσία. Η λογική της εργολαβίας δεν απομακρύνει τον κίνδυνο από τα δάση, καθώς «όσοι έχουμε μεγαλώσει σε χωριό γνωρίζουμε ότι ο τόπος που αποψιλώθηκε φουντώνει χειρότερα τον επόμενο χρόνο και χρειάζεται επαναληπτική δράση», τονίζει.
«Υβριδικά σχήματα»
Για τη διαχείριση στα δάση φρόντιζαν ανέκαθεν, εκτός της Δασικής Υπηρεσίας, όσοι ζούσαν από αυτά. Οι υλοτόμοι, οι ρητινοσυλλέκτες, ακόμη και οι κτηνοτρόφοι ήξεραν πώς να διαφυλάξουν το δάσος που τους βοηθούσε να επιβιώσουν.
Όμως και οι τρεις κατηγορίες επαγγελματιών υποφέρουν από συρρίκνωση καθώς οι επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ κατευθύνονται σε άλλες τσέπες.
Η μόνη σχετική παρέμβαση που ανακοίνωσε η κυβέρνηση ήταν εκείνη για τα «υβριδικά σχήματα» στα οποία βιομηχανίες θα συνέπρατταν με δασικούς συνεταιρισμούς.
Ανακοινώθηκε από τον τέως υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Θεόδωρο Σκυλακάκη, και μάλλον ξεχάστηκε μετά την απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση.
Το «μαύρο κουτί» των δασικών πυρκαγιών παραμένει ο ρόλος του δικτύου ηλεκτροδότησης.
Ένοχη σιωπή
Σύμφωνα με τον Ν. Μπόκαρη, τα πιο επικίνδυνα σημεία είναι οι χιλιάδες μετασχηματιστές που έχει τοποθετήσει ο ΔΕΔΔΗΕ για να περνά το ρεύμα από τη μεσαία στη χαμηλή τάση που χρειάζονται τα νοικοκυριά. «Αυτοί υπερφορτώνονται το καλοκαίρι, όταν χιλιάδες άνθρωποι μετακινούνται στην περιφέρεια και πρέπει να καλύψουν τις ανάγκες τους σε ρεύμα. Τις ώρες εκείνες ξεσπούν οι περισσότερες πυρκαγιές σε συνδυασμό με την ξηρασία και τους ισχυρούς ανέμους που φυσούν τέτοιες εποχές».
Η «Εφ.Συν,» επισήμανε και πρόσφατα τον ρόλο και την ένοχη σιωπή του ΔΕΔΔΗΕ («Στο απυρόβλητο ο ΔΕΔΔΗΕ μέχρι να... καούν τα κάρβουνα», 11/8/25), ο οποίος εισπράττει κάθε χρόνο πάνω από 1 δισ. ευρώ μέσω των λογαριασμών ρεύματος και έχει πάρει κονδύλια και από το Ταμείο Ανάκαμψης για να συντηρήσει το δίκτυό του. Για να το κάνει αυτό, όμως, πρέπει προηγουμένως κάποιος να το επιθεωρεί συστηματικά.
Παλαιότερα, εξειδικευμένο προσωπικό του ΔΕΔΔΗΕ επιθεωρούσε τακτικά το δίκτυο μήκους 250.000 χιλιομέτρων τόσο οπτικά όσο και με θερμικές κάμερες για να εντοπίζει τα σημεία εκείνα που είχαν υποστεί φθορά και ήταν έτοιμα προς κατάρρευση μόλις έπιανε δυνατός αέρας και υψηλή θερμοκρασία.
Αυτή η δουλειά γίνεται πλέον μόνον από εργολάβους, με ελλιπή τεχνογνωσία και χωρίς ουσιαστική επίβλεψη από τη διοίκηση.
Είναι δε χαρακτηριστικό αυτό που υπέγραψε ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιος Μάνος, το 2021 (Σχέδιο Ανάπτυξης Δικτύου 2021-2025):
«Εφαρμόζεται κατασταλτική (corrective maintenance) συντήρηση, δηλαδή συντήρηση που συμπίπτει με την εμφάνιση της βλάβης ή της καταστροφής των στοιχείων της εγκατάστασης, σε στοιχεία για τα οποία κρίνεται ασύμφορη η προληπτική συντήρηση, π.χ. λόγω της αναγκαιότητας πολύωρης διακοπής ηλεκτροδότησης για την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησής τους».
*Από ιστοσελίδα efsyn, Άρης Χατζηγεωργίου
=============== 

 

 --------------------------

Σχόλια