Cui bono από τον τουρισμό;

Οι tour operators που τον ελέγχουν.
Όσο για εμάς αφού μας φτωχοποίησαν μας μετέτρεψαν σε φτηνά δουλάκια για την επιχειρηματικότητα τους που γίνεται όλο και πιο ακριβή. Και εάν δεν συμφωνείτε με τους χαμηλούς μισθούς και τις απάνθρωπες συνθήκες που παρέχουν, φέρνουν και μετανάστες δούλους να την κάνουν.
Οι ίδιοι είμαστε αποκλεισμένοι στον τουρισμό, στην καλύτερη περίπτωση μερικοί πάνε στα χωριά τους. 

============

Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ Eurostat ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΕΡΙ ΜΑΖΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
Antonio Di Siena
Εδώ και χρόνια μας λένε το παραμύθι ότι, σε χώρες με οικονομική ύφεση, ο τουρισμός αποτελεί μια δελεαστική ευκαιρία ανάπτυξης και έναν εξαιρετικό μοχλό ευημερίας για ολόκληρη την κοινωνία. Ωστόσο, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά σε αυτόν τον χάρτη της Eurostat για να διαπιστώσει μια λεπτομέρεια που γκρεμίζει ολόκληρο το χάρτινο πύργο της ρητορικής που προωθεί την «ταϊλανδοποίηση» των ευρωμεσογειακών χωρών.
Στον κατάλογο των κρατών της ΕΕ όπου υπάρχει το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού που δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μια εβδομάδα διακοπών (ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ), εμφανίζονται πράγματι όλες οι μεγαλύτερες τουριστικές οικονομίες της Μεσογείου: Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία. Δηλαδή οι ίδιοι προορισμοί που επιλέγει ο μισός κόσμος για να πάει διακοπές.
Στην αντίθετη μεριά, φυσικά, βρίσκονται οι Ολλανδοί, οι Λουξεμβούργιοι, οι Σκανδιναβοί κ.λπ. Οι ίδιοι που (μαζί με Βρετανούς, Ισραηλινούς και Αμερικανούς) λεηλατούν σε τιμές ευκαιρίας την ακίνητη περιουσία των πιο περιζήτητων τουριστικών προορισμών της Μεσογείου. Ένα παράδοξο που είναι τέτοιο μόνο φαινομενικά, διότι το τόσο διαφημιζόμενο οικονομικό μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης παράγει μεν πλούτο, αλλά τον συγκεντρώνει στα εισοδήματα από ακίνητα, τα επενδυτικά κεφάλαια, τους μεγάλους φορείς του κλάδου και τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Εν τω μεταξύ, στις εν λόγω περιοχές διανέμει επισφαλή απασχόληση (εποχική και χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη), χαμηλούς μισθούς και πληθωρισμό (σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες).
Με άλλα λόγια: η έντονη τουριστική εξειδίκευση δεν συμπίπτει αυτόματα με μεγαλύτερη ευημερία για τον πληθυσμό, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Διότι για τους πολίτες των ευρωμεσογειακών χωρών δεν γίνεται όλο και πιο δύσκολο μόνο να κάνουν τα ψώνια τους και να αγοράσουν ένα σπίτι, αλλά και να πάνε διακοπές. Επιπλέον, στη δική τους χώρα, η οποία εν τω μεταξύ – έχοντας γίνει όλο και πιο εξαρτημένη από τον τουρισμό – έχει προσαρμοστεί σε τιμές κυριολεκτικά απρόσιτες για τους κατοίκους της.
Γι’ αυτό πρέπει να σταματήσουμε – μια για πάντα – να μετράμε την «επιτυχία» μιας περιοχής μετρώντας με ενθουσιασμό τις αφίξεις με τον αριθμομηχανή. Ο πραγματικός δείκτης δεν είναι πόσους τουρίστες καταφέρνει να προσελκύσει μια πόλη, αλλά πόσοι από τους κατοίκους της μπορούν ακόμα να έχουν μια καλά αμειβόμενη δουλειά, ένα σπίτι και τουλάχιστον μία εβδομάδα διακοπών, με λίγα λόγια μια αξιοπρεπή ζωή. Αντίθετα, αν οι επισκέπτες αυξάνονται συνεχώς, αλλά ταυτόχρονα μειώνεται η ικανότητα των κατοίκων να ζήσουν στη χώρα τους, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μοντέλο ανάπτυξης.
Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι αποκλειστικά ένα εξελιγμένο μοντέλο εκμετάλλευσης πλούτου, που μεγάλωσε και αναπτύχθηκε στο κενό μιας πολιτικής η οποία, ανίκανη να δημιουργήσει πραγματική ευημερία, πούλησε στους πολίτες της το χάρτινο όνειρο του τουρισμού. Είναι πράγματι πολύ πιο εύκολο να πείσει κανείς έναν ολόκληρο πληθυσμό χωρίς προοπτικές να κυνηγήσει την ψευδαίσθηση του εισοδήματος, παρά να δεσμευτεί να οικοδομήσει μια οικονομία πραγματικά ικανή που θα παράγει ευημερία και πλούτο για όλους. Έτσι, ο πολίτης παύει ξαφνικά να είναι ο αποδέκτης των δημόσιων πολιτικών και προσπαθεί να επιβιώσει μόνος του, μετατρέποντας τον εαυτό του σε ένα είδος ανθρώπινης υποδομής της βιομηχανίας της φιλοξενίας. Κατά το δυνατόν χωρίς να παραπονιέται.
---------------------------
Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού της ΕΕ ηλικίας 16 ετών και άνω δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να κάνει ετήσιες διακοπές μιας εβδομάδας μακριά από το σπίτι του. 🧳✈️
Τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν ετήσιες διακοπές μιας εβδομάδας καταγράφηκαν στις εξής χώρες:
🇷🇴Ρουμανία (61,4%)
🇬🇷Ελλάδα (46,6%)
🇧🇬Βουλγαρία και 🇭🇺Ουγγαρία (και οι δύο 39,1%)
Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στις εξής χώρες:
🇱🇺Λουξεμβούργο (10,6%)
🇸🇪Σουηδία (12,4%)
🇳🇱Ολλανδία (12,8%)
ℹ️Σημειώστε ότι ο χάρτης περιλαμβάνει χώρες της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και υποψήφιες χώρες για ένταξη, για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Η κατάταξη στη λεζάντα βασίζεται αποκλειστικά στις χώρες της ΕΕ.

 ==================

Όταν η ΕΕ ανάγκασε την Ελληνική οικονομία να καταστρέψει τον πρωτογενή και δευτερογενή της τομέα και να τον "αντικαταστήσει" με τουρισμό (λες και δεν μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα) ήξερε πως είναι ευάλωτος τομέας ο τουρισμός σε πολέμους και πλανδημίες.
Βόμβα στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας ήταν, όλα εν γνώσει τους.
 

Για κάντε το κόπο να διαβάσετε για να ξεστραβωθουμε.
Θέλω να μάθω το όνομα του πρώτου μαλακα που ξεστόμισε το σλόγκαν:
" Ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία μας"
Καμία χώρα στην ιστορία δεν έγινε πλούσια από τον τουρισμό — και δεν πρόκειται να γίνει.
Χώρες που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον τουρισμό – όπως η Τζαμάικα, οι Μαλδίβες ή το Μπαλί – παραμένουν φτωχές.
Ο τουρισμός δεν προστατεύει ούτε από τις κρίσεις
Όπως τονίζει ο Jukic, ο τουρισμός είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις διεθνείς κρίσεις: από πολέμους και πανδημίες μέχρι οικονομικές υφέσεις. Αντίθετα, η βιομηχανία και η τεχνολογία είναι σε θέση να απορροφήσουν και να ξεπεράσουν τέτοιες διαταραχές, δημιουργώντας παράλληλα καινοτομία και αυξάνοντας την αξία της εργασίας.
Η αγροτική οικονομία και παραγωγή σε τέτοιες περιόδους στηρίζει την επιβίωση και την οικονομική ζωή 
--------------

Σε πολλές χώρες, ιδίως της Νότιας Ευρώπης, ο τουρισμός έχει αναλάβει τον ρόλο της «βαριάς βιομηχανίας», που στηρίζει την ανάπτυξη.

Όμως, όπως εξηγεί ο Marko Jukic, senior analyst της Bismarck Analysis στο Palladium, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: καμία χώρα στην ιστορία δεν έγινε πλούσια από τον τουρισμό — και δεν πρόκειται να γίνει.

Το 2019, λίγο πριν την πανδημία, τα έσοδα από διεθνή τουρισμό αντιστοιχούσαν στο 53% των εξαγωγών του Μαυροβουνίου, 51% της Αλβανίας, 38% της Κροατίας, 28% της Ελλάδας, 23% της Πορτογαλίας και 19% της Ισπανίας. Όπως εξηγεί ο Jukic, ορισμένες χώρες εξαρτώνται από τον τουρισμό περισσότερο απ’ όσο το Ντουμπάι από το πετρέλαιο.

Κι όμως, χώρες που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον τουρισμό – όπως η Τζαμάικα, οι Μαλδίβες ή το Μπαλί – παραμένουν φτωχές. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα κρατίδια που φαίνονται ως «εξαιρέσεις», όπως το Μονακό ή η Ανδόρα: η οικονομική τους επιτυχία δεν οφείλεται στον τουρισμό αλλά σε ειδικές φορολογικές ή χρηματοπιστωτικές συνθήκες και στον εξαιρετικά μικρό τους πληθυσμό.

 

Η Κροατία δεν πρόκειται να γίνει Ελβετία. Και δεν φταίνε οι παραλίες

Ο Jukic χρησιμοποιεί την Κροατία ως χαρακτηριστικό παράδειγμα: για να φτάσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελβετίας (100.000 δολάρια), η Κροατία θα έπρεπε να φιλοξενεί 1,93 δισ. διανυκτερεύσεις τουριστών τον χρόνο. Το 2024 κατέγραψε 85 εκατ.—μόλις το 4% του απαραίτητου στόχου.

Ακόμα και για να φτάσει τη Γερμανία, με ΑΕΠ ανά κάτοικο στα 56.000 δολάρια, η Κροατία θα έπρεπε να πενταπλασιάσει τη σημερινή της τουριστική κίνηση, με τους τουρίστες να ξοδεύουν τα διπλάσια ανά ημέρα. Όπως υπογραμμίζει ο Jukic, αυτό δεν είναι απλώς απίθανο. Είναι τεχνικά αδύνατο.

Όπως εξηγεί, ο τουρισμός είναι εντάσεως εργασίας και κεφαλαίου, με χαμηλό ταβάνι στην παραγωγικότητα. Το να σερβίρεις ποτά, να καθαρίζεις δωμάτια ή να οδηγείς τουρίστες σε αξιοθέατα δεν μπορεί να αυτοματοποιηθεί, ούτε να αναβαθμιστεί τεχνολογικά με ουσιαστικό όφελος. Είναι μια βιομηχανία που παραμένει στο ίδιο επίπεδο παραγωγικότητας εδώ και αιώνες.

Σε αντίθεση με τη μεταποίηση ή τα χρηματοοικονομικά, όπου μια εταιρεία ή μια χώρα μπορεί να διαχειριστεί κεφάλαια ή να εξάγει προϊόντα παγκόσμιας κλίμακας, ο τουρισμός απαιτεί φυσικούς πόρους που δεν επεκτείνονται: παραλίες, πόλεις, προσωπικό. Και όσο αυξάνεται η τουριστική κίνηση, τόσο φθείρονται οι πόροι αυτοί — από το real estate μέχρι την κοινωνική συνοχή.

Ο τουρισμός δεν προστατεύει ούτε από τις κρίσεις

Όπως τονίζει ο Jukic, ο τουρισμός είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις διεθνείς κρίσεις: από πολέμους και πανδημίες μέχρι οικονομικές υφέσεις. Αντίθετα, η βιομηχανία και η τεχνολογία είναι σε θέση να απορροφήσουν και να ξεπεράσουν τέτοιες διαταραχές, δημιουργώντας παράλληλα καινοτομία και αυξάνοντας την αξία της εργασίας.

Αυτός είναι και ο λόγος, κατά τον αναλυτή, που χώρες όπως η Ταϊβάν (στηρίζεται σε ημιαγωγούς), η Δανία (στηρίζεται σε καινοτόμα φαρμακευτικά προϊόντα) ή το Κατάρ (στηρίζεται στο φυσικό αέριο) έγιναν πλούσιες. Παράγουν και εξάγουν προϊόντα ή υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η τουριστική οικονομία, όπως υπογραμμίζει ο Jukic, οδηγεί στο ακόλουθο μοντέλο: μια μικρή ελίτ που εκμεταλλεύεται την ακίνητη περιουσία και μια μεγάλη τάξη εργαζομένων χαμηλής ειδίκευσης, σερβιτόρων, καθαριστών και οδηγών.

Αυτό το μοντέλο δεν χτίζει παραγωγικό κεφάλαιο, ούτε εκπαιδεύει ένα ανθρώπινο δυναμικό ικανό να προσαρμοστεί σε νέες τεχνολογίες ή να φέρει καινοτομία. «Το να είσαι σερβιτόρος ή ιδιοκτήτης ενοικιαζόμενων δωματίων δεν είναι το μέλλον που αξίζει σε μια χώρα», γράφει χαρακτηριστικά.

Η λύση; Στροφή στη βιομηχανία

Όπως καταλήγει ο Marko Jukic, η πραγματική διέξοδος για τις χώρες του Νότου δεν είναι η ενίσχυση του τουρισμού με επιδοτήσεις, χαμηλόμισθη μετανάστευση ή νέες υποδομές. Είναι η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, η στροφή στη βιομηχανία, η ενθάρρυνση νέων επιχειρηματιών, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για τους νέους και η επαναπατρισμός των μορφωμένων Ελλήνων, Ιταλών, Ισπανών που έφυγαν.

Η επιστροφή στην παραγωγή και την καινοτομία είναι το μόνο μονοπάτι για να ξαναγίνει ο Νότος πρωταγωνιστής — και όχι απλώς προορισμός διακοπών. 

  • Το άρθρο είναι του Nikos Belavilas και δίνει μια μικρή εικόνα, από το τι έρχεται με τον νόμο που ψηφίστηκε, για την ιδιωτικη πολεοδόμηση στους φθίνοντες οικισμούς (κάτω των 150 κατοίκων).

"Ένα φιλόδοξο σχέδιο, κρυμμένο μέσα σε ένα παραπλανητικό νομοσχέδιο, επιχειρεί να αναπαράγει σε μαζική κλίμακα το σκάνδαλο των φλαμίνγκο στη γειτονική Αλβανία: την απόπειρα της οικογένειας Ντόναλντ Τραμπ να ιδιοποιηθεί έναν τεράστιο, ανέγγιχτο παραθαλάσσιο βιότοπο, με στόχο τη δημιουργία μιας ιδιωτικής παραθεριστικής πόλης.
Ενταγμένο στο Β΄ Μέρος του σχεδίου νόμου για την ΕΥΔΑΠ, το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση για μόλις λίγες ημέρες, εισάγει νέες «...διατάξεις για την πολεοδόμηση εγκαταλελειμμένων, μικρών και φθινόντων οικισμών και λοιπές ρυθμίσεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρα 41-59)». Πριν εξετάσουμε αναλυτικότερα τις προβλέψεις του, αξίζει να περιγράψουμε ένα ενδεικτικό εφιαλτικό σενάριο.
Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί, τη Σέριφο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, διαθέτει 14 φθίνοντες ή εγκαταλελειμμένους οικισμούς, ενώ ως οικισμοί με μηδενικό πληθυσμό καταγράφονται ακόμη και τα δύο βραχονήσια της, η Σερφοπούλα και το Βόδι. Με βάση τη λογική του σχεδίου, σε καθεμία από αυτές τις περιοχές, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός των ορίων των υφιστάμενων ή ανενεργών οικισμών, θα μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο πολεοδομικό συγκρότημα έκτασης από 50 έως 200 στρέμματα, μέσω συνοπτικών διαδικασιών.
Εξετάζοντας αναλυτικότερα τις διατάξεις, διαπιστώνεται ότι στην πραγματικότητα προωθείται ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικής πολεοδόμησης σε περιοχές ιδιαίτερα υψηλού επενδυτικού ενδιαφέροντος. Η ρύθμιση αφορά περίπου το 27% των νησιωτικών και ορεινών οικισμών της χώρας, είτε είναι παραδοσιακοί είτε όχι, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι προϋφιστάμενοι του 1923 και βρίσκονται σε περιοχές με περιορισμένη ή ακόμη και μηδενική ανθρωπογενή επιβάρυνση. Η επίκληση της «αναβάθμισης οικισμών» λειτουργεί ουσιαστικά ως προσχηματική αιτιολόγηση, προκειμένου να παρακαμφθούν οι πάγιες συνταγματικές επιφυλάξεις απέναντι στη θέσπιση όρων δόμησης σε παρθένες εκτός σχεδίου εκτάσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με το προτεινόμενο πλαίσιο, η «διάσωση» ενός φθίνοντος οικισμού δεν επιδιώκεται μέσω της αποκατάστασης και αναζωογόνησης του υφιστάμενου οικιστικού ιστού, αλλά μέσω της δημιουργίας ενός νέου ιδιωτικού οικισμού, πολλαπλάσιου σε έκταση, σε όμορη περιοχή. Ωστόσο, οι φθίνοντες ή εγκαταλελειμμένοι οικισμοί είναι κατά κανόνα προϋφιστάμενοι του 1923, γεγονός που σημαίνει ότι θεωρούνται ήδη πολεοδομικά νόμιμοι και διαθέτουν δυνατότητα οικοδόμησης. Επομένως, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αποσκοπεί στην αξιοποίηση των ίδιων των οικισμών, αλλά ουσιαστικά επιτρέπει τη δόμηση εκτός των ορίων τους, παρακάμπτοντας ευθέως τους περιορισμούς που έχει επανειλημμένα θέσει η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και όταν μιλάμε για δόμηση, δεν εννοούμε τη σημερινή διάσπαρτη «λαϊκή» εκτός σχεδίου δόμηση ή μεμονωμένες επαύλεις, αλλά οργανωμένα τουριστικά συγκροτήματα, πολυτελή resorts και gated villages, σχεδιασμένα για κάθε «Χρυσή Βίζα» ή για ολιγάρχες της Ανατολής.
Οι περισσότεροι ορεινοί, ημιορεινοί και νησιωτικοί οικισμοί της χώρας με πληθυσμό 100 έως 200 κατοίκων —το σχέδιο νόμου αναφέρεται μάλιστα σε οικισμούς με 0 έως 150 κατοίκους— είτε βρίσκονται στα Ζαγοροχώρια είτε στα Δωδεκάνησα ή σε άλλες περιοχές, έχουν συνήθως έκταση από 20 έως 100 στρέμματα. Οι προτεινόμενες επεκτάσεις, που κυμαίνονται από 50 έως 200 στρέμματα, συνιστούν μια δυσανάλογη πολεοδομική γιγάντωση, ανάλογη με εκείνη που επιχειρήθηκε πρόσφατα στην περιφέρεια του παραδοσιακού οικισμού στο Πάπιγκο. Μπροστά σε αυτό που επιχειρείται να νομοθετηθεί, το άγος του Σαρακήνικου στη Μήλο, της Κουμπάρας στην Ίο και τόσες άλλες πρόσφατες υποθέσεις κινδυνεύουν να μοιάζουν με πταίσματα. Παράλληλα, το εύρος εφαρμογής της ρύθμισης είναι τεράστιο, καθώς αφορά περισσότερες από 1.300 δημοτικές κοινότητες με χιλιάδες οικισμούς. Ενδεικτικά, μόνο η δημοτική κοινότητα Οίας διαθέτει οκτώ οικισμούς που πληρούν τα σχετικά κριτήρια, ενώ σε ολόκληρη τη Σαντορίνη ο αριθμός τους ανέρχεται σε είκοσι έναν. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν έως και είκοσι ένα νέα συγκροτήματα έκτασης έως 200 στρεμμάτων το καθένα στη Σαντορίνη — πάνω από 4.000 στρέμματα νέας πολυτελούς δόμησης. Αξίζει να αναλογιστούμε το μέγεθος αυτής της προοπτικής.
Παρά τις διακηρύξεις περί «περιβαλλοντικής αναβάθμισης» και «βιώσιμης ανάπτυξης», οι προτεινόμενες διατάξεις δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για την περιβαλλοντική ισορροπία, το φυσικό τοπίο και την αποτροπή της άναρχης δόμησης.
Με αυτό το νομοσχέδιο δεν μιλάμε απλώς για λεηλασία της χώρας. Μιλάμε για την κατασπατάληση του πολυτιμότερου κεφαλαίου της: των φυσικών τοπίων της και των μικρής κλίμακας οικισμών των βουνών και των νησιών. Αν αυτό δεν αποτελεί εξόρυξη πλούτου από τους πολλούς προς όφελος των λίγων, τότε τι είναι;"""
ΥΓ Στις φωτογραφίες ένας πασίγνωστος φθίνων οικισμός -
ΛΟΥΤΡΑ ΚΥΘΝΟΥ.
 

Σχόλια