«Μπάρμπα Σαμ»

Η δημόσια τοποθέτηση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών υπέρ της ενεργειακής ασφάλειας και της συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με τη διακομματική παρέμβαση μελών του αμερικανικού Κογκρέσου υπέρ του GSI, δείχνει ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον την ενεργειακή γεωγραφία της περιοχής ως τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ασφάλεια, τις υποδομές και τις οικονομικές διασυνδέσεις της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η αμερικανική πλευρά στηρίζει την ενεργειακή ασφάλεια και τη συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταξύ άλλων μέσω του Eastern Mediterranean Energy Center, που ιδρύθηκε το 2026 με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ. Παράλληλα, ο διάλογος 3+1 έχει αποκτήσει πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο, με αντικείμενο την ενεργειακή ασφάλεια, τις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, τις διασυνδέσεις, την ανάπτυξη των ενεργειακών πόρων και την καινοτομία. Η παρέμβαση των Αμερικανών νομοθετών υπέρ της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου εκδηλώνεται, επομένως, μέσα σε ένα ολότελα διαφορετικό περιβάλλον. Δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ένα ευρωπαϊκό έργο διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής συνδεσιμότητας που μπορεί να συνδέσει την Ευρώπη με την Ανατολική Μεσόγειο και, μέσω του IMEC, με τη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Αμερικανικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στο Κογκρέσο χαρακτηρίζει μάλιστα τον GSI και άλλα περιφερειακά ενεργειακά έργα, ως κομβικές υποδομές για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και πιθανό πυλώνα της σύνδεσης Ινδίας, Κόλπου και Ευρώπης.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της αμερικανικής εμπλοκής. 

Πρώτον, προσθέτει ένα σημαντικό γεωπολιτικό βάρος σε ένα έργο που έχει αντιμετωπίσει πολιτικές και επιχειρησιακές δυσκολίες. Η συμμετοχή των ΗΠΑ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι λύνονται όλα τα προβλήματα του GSI. Δημιουργεί όμως ένα ισχυρότερο διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος αποκτά ταυτόχρονα αμερικανική στρατηγική σημασία.

Δεύτερον, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την προσέλκυση κεφαλαίων. Η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου έχει ήδη ενισχύσει τη χρηματοδοτική και επενδυτική βάση του έργου, ενώ συνοδεύτηκε από συμφωνία για την επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών. Η αμερικανική πολιτική και θεσμική στήριξη μπορεί δυνητικά να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την επενδυτική αξιοπιστία όχι μόνο του GSI αλλά και ενός ολόκληρου οικοσυστήματος ενεργειακών υποδομών στην περιοχή.

Τρίτον, ενισχύεται η ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου. Η Κύπρος παραμένει το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Η ολοκλήρωση του GSI θα τερμάτιζε αυτή την απομόνωση, επιτρέποντας αμφίδρομες ροές ηλεκτρικής ενέργειας και μεγαλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του έργου, η διασύνδεση έχει σχεδιαστεί με μεταφορική ικανότητα 1.000 MW και μήκος περίπου 1.208 χιλιομέτρων.

Τέταρτον, δημιουργείται μια πολύ μεγαλύτερη αγορά για την ελληνική πράσινη ενέργεια. Η διασύνδεση δεν αφορά μόνο την ασφάλεια εφοδιασμού της Κύπρου. Δυνητικά επιτρέπει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο το αυξανόμενο παραγωγικό δυναμικό της σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, μετατρέποντας τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις σε μηχανισμό εξαγωγής πράσινης ενέργειας. Αυτό σημαίνει περισσότερες δυνατότητες για επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση και δίκτυα και, μακροπρόθεσμα, ισχυρότερο ρόλο της χώρας ως ενεργειακού κόμβου.

Και πέμπτον, η αμερικανική παρουσία ενισχύει την πολιτική αξία της Ελλάδας. Όσο περισσότερα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα συνδέονται με ενεργειακές υποδομές που διέρχονται ή ξεκινούν από την Ελλάδα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η γεωπολιτική βαρύτητα της χώρας. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον απλώς ένας καταναλωτής ενέργειας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, LNG και νέων ενεργειακών τεχνολογιών, συνδέοντας την ευρωπαϊκή αγορά με την Ανατολική Μεσόγειο.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση, ίσως η σημαντικότερη. Η αμερικανική εμπλοκή μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής αποτροπής γύρω από κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Ο Great Sea Interconnector διέρχεται από μια περιοχή όπου οι ενεργειακές υποδομές συναντούν σύνθετες γεωπολιτικές και θαλάσσιες αντιπαραθέσεις. Η προηγούμενη παρεμπόδιση ερευνών που συνδέονταν με το έργο είχε αναδείξει ακριβώς αυτή τη διάσταση.

Επομένως, όταν ένα έργο αποκτά ταυτόχρονα ευρωπαϊκή, γαλλική και αμερικανική στρατηγική διάσταση, αυξάνεται και το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε προσπάθειας παρεμπόδισής του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον αναλαμβάνει ρόλο εγγυητή για το έργο, ούτε ότι η αμερικανική στήριξη υποκαθιστά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ή τις αποφάσεις των εμπλεκόμενων κρατών. Σημαίνει όμως ότι η ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποκτά πλέον μεγαλύτερο στρατηγικό αποτύπωμα.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο όφελος για την Αθήνα: η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε εργαλείο γεωπολιτικής αναβάθμισης, υπό τη σκιά του «Μπάρμπα Σαμ».

 

Σχόλια