Το τέλος εποχής για τον πρωτογενή τομέα στη Μεσσηνία δεν έρχεται με πάταγο, αλλά με τη σιωπή των εγκαταλειμμένων χωριών.
Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, ο νομός στηριζόταν σε χιλιάδες νοικοκυριά που ζούσαν από τη γη. Κατανάλωναν όσα παρήγαγαν και με το περίσσευμα αγόραζαν ένα διαμέρισμα στην Καλαμάτα ή στην Αθήνα, ή στήριζαν τα παιδιά τους που είχαν ήδη μεταναστεύσει στα αστικά κέντρα. Μόνο που η παραγωγή γινόταν συχνά με μεθόδους που θύμιζαν την εποχή του Ομήρου. Η εκμηχάνιση προχωρούσε με ρυθμούς χελώνας, αφού κάθε νέα ιδέα σκόνταφτε στη γραφική στενοκεφαλιά της ντόπιας νοοτροπίας. Θυμάται κανείς ακόμη την πεποίθηση πως τα προϊόντα των θερμοκηπίων ήταν δήθεν «βλαβερά»; ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις και οι κρατικές
αποζημιώσεις λειτούργησαν ως το απόλυτο ναρκωτικό. Πολλοί παραγωγοί
έστρεψαν το βλέμμα αποκλειστικά στο δημόσιο ταμείο, αδιαφορώντας
παντελώς για τη μείωση του κόστους ή τη βελτίωση των πωλήσεων. Η έλευση
των φθηνών εργατών από τα Βαλκάνια τη δεκαετία του '90 έδωσε απλώς το
φιλί της ζωής σε έναν ετοιμοθάνατο ασθενή. Η φθηνή, ανειδίκευτη εργασία
καθυστέρησε δραματικά τον εκσυγχρονισμό. Η μόνη λαμπρή εξαίρεση, οι
θερμοκηπιακές καλλιέργειες της Τριφυλίας, απλώς επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Κι αυτή η εξαίρεση χρωστάει την ύπαρξή της στο μεράκι και τις γνώσεις
του πρώην διευθυντή της ΔΑΟΚ, Αντώνη Παρασκευόπουλου.
===============

Σχόλια