ΤΟ ΣΤΗΜΕΝΟ ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΩΝ FUNDS

 

ΤΟ ΣΤΗΜΕΝΟ ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΩΝ FUNDS
Τα ίδια πρόσωπα πουλούν και αγοράζουν τα δάνεια.
Η Ομοσπονδία Μεσιτών αναφέρει με στοιχεία: Τα ακίνητα που βγαίνουν στο σφυρί καταλήγουν στα funds, κρατιούνται εκτός αγοράς, δημιουργούν τεχνητή έλλειψη για να ανεβαίνουν οι τιμές.
Το στεγαστικό συνδέεται με καταχρηστικές πρακτικές τραπεζών, funds, servicers και εταιρειών real estate
Πόση ψυχραιμία μπορείς να διαθέτεις ακούγοντας την ολοκλήρωση του σχεδίου τους που ξεκίνησε το 2015 και οργιάζει σήμερα, για τον εκτοπισμό των οικογενειών της χώρας; 
=============
================ 
Ιωάννης Παπαιωάννου
Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε μια ιδιαιτέρως προσεκτική, αλλά και ενδεικτική, μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης γύρω από την υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δηλαδή μιας απόφασης που μια φορά δικαίωσε και τους δανειολήπτες. Δεν το βέπουμε συχνά αυτό. Αντί όμως η συζήτηση να αφορά τον τρόπο εφαρμογής της απόφασης, ακούμε πλέον από κυβερνητικά στελέχη και άλλα θεσμικά πρόσωπα ότι η απόφαση «μελετάται», ότι δεν παράγει αυτόματα αποτελέσματα για όλους και ότι πρέπει να αναζητηθεί «ισορροπία» ανάμεσα στην προστασία των πολιτών, την ευστάθεια του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον. Ουσιαστικά, η συζήτηση μεταφέρεται από την εφαρμογή μιας απόφασης Ανώτατου Δικαστηρίου στις δημοσιονομικές και συστημικές συνέπειες που αυτή ενδέχεται να έχει για τις τιτλοποιήσεις και τα funds. Επιστρατεύεται το πρόγραμμα «Ηρακλής» και δημιουργείται το εξής αφήγημα: ότι αν εφαρμοστεί πλήρως η απόφαση της Ολομέλειας, θα πρέπει να επανυπολογιστούν τόκοι σε πολλές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010· ότι αν μειωθούν οι οφειλές ή πιστωθούν υπερκαταβολές, θα μειωθούν οι αναμενόμενες εισπράξεις ορισμένων χαρτοφυλακίων, ότι αν μειωθούν οι εισπράξεις, μπορεί να επηρεαστούν οι χρηματοροές των τιτλοποιήσεων και ότι, αν αυτές δεν επαρκέσουν για την πληρωμή των ομολογιών των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, μπορεί να τεθεί ζήτημα κρατικών εγγυήσεων. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι επί της ουσίας εντελώς διαφορετικό. Γιατί πρέπει η υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να μετατραπεί σε πρόβλημα των δανειοληπτών και όχι σε πρόβλημα εκείνων που τιτλοποίησαν, αποτίμησαν, αξιολόγησαν και εγγυήθηκαν τις απαιτήσεις; Αν ένας επενδυτής αγοράζει χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων, το αγοράζει με τους νομικούς κινδύνους του. Δεν αποκτά απαιτήσεις όπως θα ήθελε να υπάρχουν, αλλά όπως πράγματι και νομικά υπάρχουν. Αν μέσα στο χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, τότε οι απαιτήσεις αυτές φέρουν εξαρχής τον κίνδυνο της ορθής ερμηνείας του άρθρου 9 παρ. 2. Αν, για παράδειγμα, κάποιος αγοράσει ακίνητο χωρίς επαρκή νομικό έλεγχο και στη συνέχεια αποκαλυφθεί ότι αυτό έχει νομικό ελάττωμα, μπορεί να ζητήσει από το κράτος να εξαφανίσει νομοθετικά το ελάττωμα για να μη μειωθεί η αξία της επένδυσής του; Αν λοιπόν το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε ομολογίες τιτλοποιήσεων που περιείχαν απαιτήσεις από ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη, δεν όφειλε να γνωρίζει ότι οι απαιτήσεις αυτές είχαν ειδικό νομικό χαρακτήρα; Αν ο κίνδυνος της εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 9 παρ. 2 δεν αποτιμήθηκε, γιατί αυτό να θεραπευθεί εκ των υστέρων εις βάρος των δανειοληπτών; Εδώ τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα ευθύνης. Αν οι κρατικές εγγυήσεις δόθηκαν με επαρκείς δικλείδες προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, το Δημόσιο πρέπει να εξηγήσει γιατί η εφαρμογή μιας απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου εμφανίζεται σήμερα ως απειλή. Αν δόθηκαν χωρίς επαρκή στάθμιση των νομικών κινδύνων, τότε δεν αρκεί η αναφορά σε πολιτικές ευθύνες. Πρέπει να εξεταστεί αν υφίστανται αστικές, δημοσιονομικές ή άλλες ευθύνες όσων εισηγήθηκαν, ενέκριναν, αξιολόγησαν ή αποδέχθηκαν τις εγγυήσεις χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια. Δεν μπορεί επίσης να γίνεται λόγος για πραγματικό δημοσιονομικό κόστος χωρίς να ανοίξει ολόκληρος ο λογαριασμός της τιτλοποίησης. Εφόσον τα funds απέκτησαν τις δανειακές απαιτήσεις σε τιμή σημαντικά χαμηλότερη της ονομαστικής αξίας τους, δεν μπορεί η συζήτηση να γίνεται με βάση την ονομαστική απαίτηση. Για να εκτιμηθεί η πραγματική οικονομική επίπτωση της απόφασης, πρέπει να γνωρίζουμε το τίμημα αγοράς, την αποτίμηση των απαιτήσεων, το ποσοστό κινδύνου που είχε ενσωματωθεί, τις προβλεπόμενες ανακτήσεις, την τιμή κτήσης των σχετικών ομολογιών ή χαρτοφυλακίων και την πραγματική καθαρή μείωση της επενδυτικής απόδοσης. Μόνο έτσι μπορεί να διακριθεί η πραγματική ζημία από τη μείωση μιας προσδοκώμενης υπεραπόδοσης. Όταν ζητείται διαφάνεια για το τίμημα αγοράς, επικρατεί σιωπή. Όταν όμως μια απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου θίγει τα υπερκέρδη των funds, εμφανίζεται αιφνιδίως το δημόσιο συμφέρον. Πέρα όμως από το οικονομικό επίπεδο, υπάρχει και το θεσμικό ζήτημα. Δεν μπορεί ο νομοθέτης, δηλαδή στην πράξη η κυβέρνηση, να παρεμβαίνει για να περιορίσει τις συνέπειες μιας απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επειδή αυτή δημιουργεί δημοσιονομική ή χρηματοοικονομική ενόχληση. Η Ολομέλεια ερμήνευσε διάταξη νόμου. Δεν δημιούργησε νέο πολιτικό δεδομένο προς διαπραγμάτευση. Η μόνη συνταγματικά ανεκτή παρέμβαση είναι εκείνη που οργανώνει την εφαρμογή της απόφασης με επανυπολογισμό της απαίτησης, αναλυτική καρτέλα, δοσολόγιο, αιτιολογημένη απάντηση των εταιρειών διαχείρισης, πίστωση υπερκαταβολών, συμψηφισμός με μελλοντικές δόσεις και επιστροφή ποσών όταν δεν υπάρχει υπόλοιπο προς συμψηφισμό. Αντιθέτως, δεν μπορεί να θεσπιστεί διάταξη που να λέει ότι η ερμηνεία της Ολομέλειας ισχύει μόνο από εδώ και πέρα, ότι οι προηγούμενοι εσφαλμένοι υπολογισμοί μένουν απρόσβλητοι ή ότι δεν αναζητούνται ποσά που καταβλήθηκαν με λάθος τρόπο υπολογισμού. Αυτό δεν θα ήταν εφαρμογή της απόφασης, αλλά περιορισμός των αποτελεσμάτων της. Η ερμηνεία μιας διάταξης δεν μπορεί να διασπαστεί χρονικά. Δεν μπορεί το ίδιο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 να σημαίνει μέχρι την Ολομέλεια ότι ο τόκος υπολογίζεται στο κεφάλαιο και μετά την Ολομέλεια ότι ο τόκος υπολογίζεται στη δόση. Εφόσον κριθηκε ότι ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης, αυτό ισχύει από την αρχή της δικαστικής ρύθμισης κάθε υπαγόμενου στον νόμο Κατσέλη οφειλέτη. Ο δανειολήπτης του Νόμου Κατσέλη δεν είναι εγγυητής του «Ηρακλή». Αν η εφαρμογή της υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δημιουργεί κίνδυνο για τις κρατικές εγγυήσεις, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην απόφαση. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο δομήθηκαν, αξιολογήθηκαν και εγγυήθηκαν οι τιτλοποιήσεις. Και αυτό δεν αντιμετωπίζεται με νομοθετική παρέμβαση που θα εμφανιστεί ως «ισορροπία», αλλά στην πράξη θα λειτουργήσει ως περιορισμός δικαστικής απόφασης. Αντιμετωπίζεται με διαφάνεια, λογοδοσία και εφαρμογή της απόφασης. 
=================
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Η γυναίκα του Τσιάρα όσο αυτός ήταν υπουργός δικαιοσύνης λειτουργούσε ως κοράκι και άρπαζε σπίτια Ελλήνων.
Ίσως για αυτό όλοι οι βουλευτές της ΝΔ τα τελευταία χρόνια έχουν αύξησει τα σπίτια που έχουν αποκτήσει.
Από όπου και εάν τους πιάσεις λερώνεσε τόσο διαφθορά και πολιτικό υπόκοσμο είχε χρόνια να ζήσει η Ελλάδα.
Αυτή η κυβέρνηση συγκρίνεται μόνο με την κυβέρνηση 1985-1989 όπου τα σκάνδαλα δεν είχαν τελειωμό.
 

 ============================

 ========================
Χρειάστηκε να αναθεωρήσω το χθεσινό άρθρο για την (ν)τροπολογία της Κυβέρνησης σχετικά με τους υπερχρεωμένους καταναλωτές που έπεσαν θύματα των τραπεζών και των εισπρακτικών. Πρόσθεσα κρίσιμα στοιχεία, ώστε να είναι απόλυτα κατανοητό και σας το παραδίδω.
Η αντισυνταγματικότητα και η πολιτική και κοινωνική χυδαιότητα της τροπολογίας της κυβέρνησης για τον υπολογισμό των τόκων στις περιπτώσεις του άρθρου 9§2 ν. 3869/2010
Η παράνομη δόση δεν γεννά νόμιμη έκπτωση
Η νέα αντισυνταγματική τροπολογία για τον ν. 3869/2010 και η νομοθετική απόπειρα διάσωσης των συνεπειών μιας τραπεζικής παρανομίας
Η κυβέρνηση με τροπολογία εισήγαγε και η παράταξή της ψήφισε στη Βουλή διατάξεις που αφορούν τον υπολογισμό των τόκων στις περιπτώσεις του άρθρου 9§2 ν. 3869/2010, δηλαδή στις δικαστικές ρυθμίσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.
Η παρέμβαση αυτή ήρθε μετά την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε το αυτονόητο: ότι ο τόκος στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης που όρισε το δικαστήριο και όχι επί ολόκληρου του ρυθμιζόμενου κεφαλαίου.
Από πολιτική άποψη κάθε κυβέρνηση και ιδίως η παρούσα που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 όφειλαν να έχουν ρυθμίσει το ζήτημα με ερμηνευτική διάταξη, ιδίως από την στιγμή κατά την οποία οι τράπεζες και κυρίως οι εισπρακτικές εταιρείες απέστησαν από όσα επί έτη ακολουθούνταν και άρχισαν να απαιτούν μη νόμιμους τόκους. Η κυβέρνηση άφησε για χρόνια ένα κρίσιμο ζήτημα, που αφορούσε χιλιάδες νοικοκυριά, να κρίνεται μέσα από δικαστικές αντιπαραθέσεις, μέσα από λανθασμένους τραπεζικούς υπολογισμούς και μέσα από επιθετικές πρακτικές εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων,
Δεν το έπραξαν και τούτο ίσως να ήταν σε καλό των προστατευτέων προσώπων του νόμου αυτού. Με πολλάκις αποδεδειγμένη την λειτουργία της κυβέρνησης υπέρ των μετόχων των τραπεζών και σε βάρος του (λοιπού) συνόλου της κοινωνίας, εισέτι και αυτής τούτης της υπόστασης του κράτους μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η όποια "ερμηνευτική πρωτοβουλία" θα στρεφόταν κατά των δανειοληπτών.
Ο Αρειος Πάγος με την απόφαση της Ολομέλειας του, ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Η ερμηνεία αυτή έχει την αδιαμφισβήτητη έννοια ότι ισχύει από την έναρξη ισχύος του νόμου και σε ολόκληρο το διάστημα εφαρμογής του. Δεν πρόκειται για νέο κανόνα αλλά για αμετάκλητη δικαστική ερμηνεία του τι ίσχυε εξαρχής, από την έναρξη εφαρμογής του νόμου και σε όλη την διάρκεια ισχύος του και ως προς άπασες τις ρυθμίσεις.
Συνεπώς ο νόμιμος υπολογισμός ήταν αυτός που έκρινε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και ο αντίθετος υπολογισμός που εφάρμοσαν πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης και αποκτώντες απαιτήσεων ήταν εξαρχής μη νόμιμος. Επειδή δε ο αντίθετος υπολογισμός ήταν εξαρχής παράνομος, όλες οι συνέπειες που παράχθηκαν από αυτόν ήταν ομοίως παράνομες.
Η κυβέρνηση εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της απόφασης, έφερε στην Βουλή με τροπολογία (δηλαδή χωρίς επεξεργασία από επιτροπή και κυριολεκτικά "νύχτα") διατάξεις υποτίθεται για να ενσωματώσει στο νομικό πλαίσιο τα ερμηνευτικά πορίσματα του Αρείου Πάγου.
Η κυβέρνηση και η Βουλή των Ελλήνων, μαζί με όσους ψήφισαν την διάταξη αποδεικνύει την έλλειψη ποιότητας και ήθους στην παράταξή της, που αποτελεί ουσιώδες αίτιο της καχεξίας και της καταστροφής του τόπου και του λαού, διότι πρόκειται για αντισυνταγματική παρέμβαση σε βάρος των νομίμων δικαιωμάτων των προστατευτέων οφειλετών, ήτοι, πλέον των λοιπών σε παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου.
Οπως θα έχετε πληροφορηθεί οι διατάξεις που έφερε η κυβέρνηση και ψηφίστηκαν από την Βουλή δεν θεσμοθετούν μόνο το ούτως ή άλλως δεσμευτικό ερμηνευτικό πόρισμα του Αρείου Πάγου, αλλά αναφέρονται και σε άλλα αμέσως σχετικά ζητήματα.
Και εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται το πραγματικό σκάνδαλο.
Δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση συμμόρφωσης. Δεν έχουμε απλώς νομοτεχνική αστοχία. Έχουμε αντισυνταγματική παρανομία μέσω τεχνάσματος.
Έχουμε απόπειρα να εμφανιστεί ως «ερμηνευτική συμμόρφωση» προς τον Άρειο Πάγο μια ρύθμιση που στην πραγματικότητα επιχειρεί να περιορίσει τις συνέπειες της απόφασης του Αρείου Πάγου, να περισώσει αποτελέσματα της παράνομης τραπεζικής πρακτικής και να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων περιπτώσεις τεχνητής ή μονομερούς έκπτωσης δανειοληπτών από δικαστικές αποφάσεις προστασίας της κύριας κατοικίας τους. Η χυδαιότητα των "ρυθμίσεων" συνεχίζεται στις παραγράφους 6 και 7 της τροπολογίας.
Απο τις κρυμμένες έννοιες των διατάξεων προκύπτει πρόθεση παραβίασης της συνταγματικής νομιμότητας, παραβίασης της απόφασης του Αρείου Πάγου. Η συμμετοχή των τραπεζών και άλλων "ευαγών ιδρυμάτων" στην σύνταξη της τροπολογίας θα πρέπει να ελεγχθεί από τις αρμόδιες ανακριτικές υπηρεσίες και αρχές.
Ας δούμε όμως πρώτα τι προβλέπουν οι διατάξεις της τροπολογίας :
Οι παράγραφοι 1 έως και 3 της τροπολογίας αποτυπώνουν ακριβώς αυτό που έκρινε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου: τόκος επί της ορισθείσας δόσης και όχι παράνομοι τόκοι επί του συνόλου του κεφαλαίου και για όλα τα έτη διάρκειας της ρύθμισης. Να προσθέσω εδώ και την πλήρη αδιαφάνεια της μεθόδου υπολογισμού των τόκων.
Η μέθοδος υπολογισμού των τόκων από τις τράπεζες, τις εισπρακτικές και το σύνολο των μετεχόντων στους μηχανισμούς αυτούς γενικά είναι παντελώς αδιαφανής και αυθαίρετη. Η μέθοδος δεν περιγράφεται καν στις συμβάσεις δανείων, καμία ανάλυση δεν υπάρχει. Λαμβάνει κάποιος δάνειο Χ ποσού για Ψ χρόνια και αυτοί το μόνο που κάνουν είναι να του ανακοινώνουν το ποσό της μηνιαίας δόσης αποπληρωμής. Καμία ανάλυση για τις μεθόδους που εφάρμοσαν και τους υπολογισμούς που έκαναν, ώστε να γνωρίζει ο καταναλωτής δανειολήπτης και οφειλέτης με ποιο τρόπο υπολογίστηκε το οφειλόμενο από αυτόν και να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα.
Ας επανέλθουμε όμως στις ρυθμίσεις των παραγράφων 1-3. Νομοτεχνικά η κυβέρνηση δεν εισήγαγε τις διατάξεις στο σώμα του ν. 3869/2010, ούτε τις χαρακτήρισε ερμηνευτικές (το κάνει η Βουλή στο σχετικό σημείωμα αλλά παραμένει τυπικά απών ο χαρακτηρισμός). Ως έχουν οι διατάξεις και κατά την παράγραφο 8 φέρονται να ισχύουν από την 5η Ιουνίου 2026 !!!. Πραγματικά "πονηροί οι βλάχοι (άριστοι)", προκειμένου να δώσουν το δικαίωμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί των δανειοληπτών ως καλυπτόμενοι από νόμιμη βάση για τα έτη που πέρασαν, να υπάρξουν παραγραφές και ανάγκη δικαστικών διεκδικήσεων και αναγνωρίσεων. Ως έχουν οι διατάξεις ισχύουν μόνο en nunc (από την 5/6/2026) και δεν ρυθμίζουν τίποτα για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ούτε είναι κατά ρητή διατύπωση ερμηνευτικές με αναφορά σε εξαρχής ισχύ των ανωτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου. Αυτό προκαλεί την ανάγκη των προστατευτέων δανειοληπτών να προβούν σε δικαστικές διεκδικήσεις, εφόσον η πλευρά των δανειστών δεν προβεί στις πρέπουσες εξωδικαστικές αναγνωρίσεις.
Στις παραγράφους 3 έως και 8 αποκαλύπτεται η παράνομη χυδαιότητα της κυβέρνησης.
Στην παράγραφο 4 ως συνέπεια του παράνομου υπολογισμού και πιεστικής καταβολής τόκων ορίζεται μόνο η απομείωση του αριθμού των δόσεων και όχι η υποχρέωση επιστροφής χρηματικών ποσών. Μάλιστα αυτή η υποχρέωση αφορά μόνο "ενεργές ρυθμίσεις που δεν έχουν περατωθεί ή δεν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτες" . Για να εννοήσετε την εγκληματική φύση της "ρύθμισης" θα πρέπει να σας καταστήσω γνωστό ότι ως δικηγόρος σε πελάτες και φίλους που είχαν τέτοιες ρυθμίσεις συνιστούσα να καταβάλουν μόνο το ποσό της δόσης με το τρέχον επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. ανά μήνα. Να καταβάλουν δηλ. ό,τι έκρινε ως νόμιμο και ο Αρειος Πάγος. Το ίδιο εξ όσων γνωρίζω έκανε και η πλειονότητα των συναδέλφων. Κάποιοι εκ των οφειλετών, φοβούμενοι από τις απειλές και εκβιασμούς των εισπρακτικών, είχαν ήδη καταβάλλει υπέρογκες δόσεις.
Με σχετικά έγγραφα προς τις τράπεζες και τις εισπρακτικές τους ανακοίνωνα ότι οι απαιτήσεις τους είναι παράνομες και ότι νόμιμη είναι η ανωτέρω καταβολή και μάλιστα για τους ίδιους λόγους που τελικά έκρινε και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Οι δανειστές (εισπρακτικές κλπ.) κήρυσσαν μονομερώς έκπτωτους τους προστατευτέους οφειλέτες, σύμφωνα με το αντισυνταγματικό ψευδο-δικαίωμα που τους δίνει το άρθρο 9 παρ. 3 ν. 3869/2010 (αναλύεται κατωτέρω). Συνεπώς με την άθλια αυτή ψευδο-ερμηνευτική τροπολογία οι νομίμως ενεργήσαντες οφειλέτες κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως έκπτωτοι ή πληρούντες τις προϋποθέσεις έκπτωσης και να εξαιρεθούν από το πλαίσιο της τροπολογίας και την δυνατότητα αναζήτησης χρηματικών ποσών και επανυπολογισμού. Και πάλι η προσφυγή στα Δικαστήρια (δηλ. έξοδα και ταλαιπωρία) παραμένει η μόνη πιθανότητα δικαίωσης.
Πρέπει όμως να αναφερθώ και σε μία άλλη κατηγορία προστατευτέων απο το νόμο προσώπων που κατέστη έκπτωτη ή πληρούσα τις προϋποθέσεις έκπτωσης από την παράνομη συμπεριφορά των πιστωτών: στους μη δυνάμενους απογοητευμένους. Είναι χιλιάδες όσοι ρυθμισμένοι δανειολήπτες είδαν μία δικαστική δόση π.χ. 250 ευρώ, να μετατρέπεται από τους παράνομους τοκισμούς σε δόση 500 και 550 ευρώ. Αυτοί δεν είχαν την δυνατότητα καταβολής τέτοιων ποσών (αφού η δόση σύμφωνα με το νόμο υπολογίζεται από το Δικαστήριο με βάση την δυνατότητα αποπληρωμής) και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ρύθμιση, κηρυσσόμενοι έκπτωτοι ή φερόμενοι ως δυνητικά έκπτωτοι. Αυτοί καταδικάζονται με την (ν)τροπολογία, επειδή αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις παράνομες απαιτήσεις, στους εκβιασμούς και στις απειλές.
Η χυδαία τροπολογία δεν περιλαμβάνει καμία μνεία στις ανωτέρω δύο κατηγορίες "έκπτωτων", δεν διαχωρίζει, δεν αναθεωρεί το καθεστώς και επικυρώνει με νόμο την παρανομία έναντι της νομιμότητας. Δικαιώνει και ισχυροποιεί τον θύτη έναντι του θύματος (και ως προς τούτο και την αντισυνταγματικότητά του γίνεται ανάλυση κατωτέρω).
Η παράγραφος 5 έρχεται να ολοκληρώσει τις ανωτέρω διαπιστώσεις ως προς την αντισυνταγματική χυδαιότητα των ψευδο-ερμηνευτικών διατάξεων.
Στην παράγραφο 4 περιορίζεται αντισυνταγματικά μόνο σε επανυπολογισμό (και όχι σε επανείσπραξη) το νόμιμο δικαίωμα και μόνο ως προς τους μη έκπτωτους ή δυνητικά έκπτωτους, Στην παράγραφο 5 της αντισυνταγματικής τροπολογίας κατά τον πιο χυδαίο και παράνομο τρόπο το αναφαίρετο περιουσιακό δικαίωμα αναζήτησης των αχρεωστήτως και παρανόμως καταβληθέντων ποσών αφαιρείται από όσους αποπλήρωσαν τις οφειλές τους ή όσους με τις ανωτέρω παράνομες διαδικασίες κηρύχθηκαν έκπτωτοι ή μπορούν να κηρυχθούν έκπτωτοι !!!
Η διάταξη έχει διπλή διάσταση αθλιότητας : αφενός, αφαιρείται ένα απόλυτο συνταγματικό περιουσιακό δικαίωμα και, αφετέρου, τιμωρούνται τα θύματα παράνομης συμπεριφοράς και μεθοδεύσεων και επιβραβεύονται οι παρανομήσαντες και αυθαιρετήσαντες (αναλύεται κατωτέρω).
Με την παράγραφο 6 οι απαιτήσεις όσων "επιτρέπει" η τροπολογία να τις διεκδικήσουν δεν μεταβιβάζονται σε αυτούς (δηλ. στα θύματα της παράνομης συμπεριφοράς), αλλά στους αποκτώντες τις απαιτήσεις, δηλ, μεταβιβάζονται στους υπαίτιους των παράνομων χρεώσεων και με την παρ. 7 λογίζονται ως έσοδά τους (!!!) στο πλαίσιο των διαδικασιών του "σχεδίου ΗΡΑΚΛΗΣ" (για το "σχέδιο Ηρακλής" που αποτελεί την απόλυτη απιστία και υπεξαίρεση σε βάρος του Ελληνικού λαού θα ακολουθήσει ειδικό άρθρο - μελέτη). Η κυβέρνηση και οι βουλευτές του κόμματός της μεταβιβάζουν τις απαιτήσεις των θυμάτων σε τρίτους, σαν να ήταν δικές της, χωρίς μάλιστα πουθενά στην τροπολογία να ξεκαθαρίζουν ποιος είναι ο υπόχρεος επιστροφής των παρανόμως και αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Τέλος με την παρ. 8 ορίζεται ως χρόνος έναρξης ισχύος της τροπολογίας η 5/6/2026 (χρόνος προγενέστερος που ταυτίζεται με την ημ/νια δημοσίευσης της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου). Είπαμε "πονηροί οι βλάχοι - άριστοι" ... όμως τούτο σημαίνει ότι οι αναδρομικές διατάξεις δεν έχουν καμία νόμιμη συνταγματική ισχύ.
Πραγματικά δεν μπορεί παρά μόνο να απορεί κανείς για την εγκεφαλική και ηθική υπόσταση των μελών της Κυβέρνησης, των βουλευτών που υπερψήφισαν και όσων σε αυτόν τον τόπο στηρίζουν ακόμα τη Νέα Δημοκρατία.
Ας εξετάσουμε τώρα τα επιμέρους ουσιώδη ζητήματα που γεννιούνται
1. Δεν πρόκειται για γνήσια ερμηνευτική διάταξη, αλλά για ψευδοερμηνευτική νομοθετική επέμβαση
Υπό την επίφαση της συμμόρφωσης προς την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο νομοθέτης δεν περιορίζεται στην απλή αποτύπωση του ορθού τρόπου υπολογισμού των τόκων. Αντιθέτως, εισάγει νέες, αυτοτελείς και ουσιωδώς δυσμενείς ρυθμίσεις, οι οποίες δεν έχουν γνήσιο ερμηνευτικό χαρακτήρα, αλλά επιχειρούν να ρυθμίσουν εκ των υστέρων τις συνέπειες μιας μακρόχρονης παράνομης τραπεζικής πρακτικής.
Η διάταξη, κατά το μέρος αυτό, εμφανίζεται ως δήθεν ερμηνευτική, ενώ στην πραγματικότητα είναι ψευδοερμηνευτική. Δεν αποσαφηνίζει απλώς το νόημα προϋφιστάμενου κανόνα δικαίου. Επιχειρεί να εισαγάγει νέο δίκαιο για ήδη διαμορφωμένες έννομες σχέσεις, ήδη καταβληθέντα ποσά, ήδη γεννημένες αξιώσεις και ήδη παραχθείσες έννομες συνέπειες.
Το άρθρο 77 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία. Όμως το άρθρο 77 παρ. 2 θέτει ρητό όριο: νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του. Αυτό σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί σύμφωνα με το Σύνταγμα να βαφτίζει «ερμηνευτική» μια ουσιαστικά νέα ρύθμιση, για να της δώσει αναδρομική ισχύ και να επηρεάσει έννομες σχέσεις του παρελθόντος. Δεν δύναται νόμιμα και έγκυρα κατά το Σύνταγμα να προσποιείται ότι απλώς ερμηνεύει τον νόμο, όταν στην πραγματικότητα επιχειρεί να μεταβάλει τις συνέπειες μιας παρανομίας που αποκαλύφθηκε.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν δημιούργησε νέο κανόνα υπέρ των δανειοληπτών. Διαπίστωσε ποια ήταν εξαρχής η ορθή έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Επομένως, η απόφασή της σημαίνει ότι ο νόμιμος τρόπος υπολογισμού ίσχυε ήδη από τον χρόνο εφαρμογής του νόμου και ότι η αντίθετη πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών διαχείρισης και των αποκτώντων απαιτήσεων ήταν εξαρχής μη νόμιμη.
Κατά συνέπεια, δεν είναι συνταγματικά ανεκτό ο μεταγενέστερος νομοθέτης να εμφανίζεται ότι εφαρμόζει την απόφαση του Αρείου Πάγου και ταυτόχρονα να περιορίζει, να εξουδετερώνει ή να αφαιρεί τις περιουσιακές συνέπειες που απορρέουν από αυτήν για συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών.
Στην περίπτωση αυτή οι σχετικές διατάξεις είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές διότι παραβιάζονται οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 77 του Συντάγματος, αφού η διάταξη εμφανίζεται ως ερμηνευτική ενώ εισάγει νέο δίκαιο και δη αναδρομικά. Παραβιάζονται, επίσης, οι διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 26 του Συντάγματος, διότι η νομοθετική λειτουργία δεν μπορεί να επεμβαίνει προσχηματικά στο έργο της δικαστικής διάγνωσης. Παραβιάζεται, αντίστοιχα, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι περιορίζεται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των οφειλετών, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς την αρχή του κράτους δικαίου, την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και την αναλογικότητα· και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ως προς το δικαίωμα δίκαιης δίκης και ασφάλειας των αποτελεσμάτων της δικαστικής κρίσης.
2. Η τροπολογία δεν αποκαθιστά την παρανομία αλλά επιχειρεί να τη διαχειριστεί με αποκατάσταση μόνο μέρους της παρανομίας και τούτο υπέρ όσων παρανόμησαν.
Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 της νέας διάταξης δεν λειτουργούν ως απλή αποκατάσταση της νομιμότητας. Λειτουργούν ως μηχανισμός περιορισμού της.
Αναγνωρίζεται αφενός ότι είχαν καταβληθεί ποσά δυνάμει άλλων μεθόδων υπολογισμού τοκοφορίας, δηλαδή ποσά που δεν αντιστοιχούσαν στον νόμιμο τρόπο υπολογισμού. Αφετέρου, όμως, η έννομη συνέπεια της αναγνώρισης αυτής διαφοροποιείται εις βάρος όσων οι ρυθμίσεις έχουν περατωθεί, όσων έχουν κηρυχθεί έκπτωτοι ή όσων θεωρείται ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοι.
Έτσι, ο νομοθέτης δεν αποκαθιστά ενιαία την παρανομία, αλλά την υποθάλπει και την θεσμοθετεί, πριν στεγνώσει καν το μελάνι της απόφασης του Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Επιλέγει ποιες συνέπειές της θα θεραπευθούν και ποιες θα διατηρηθούν. Αυτό είναι η καρδιά του σκανδάλου.
Αν ο υπολογισμός ήταν παράνομος, ήταν παράνομος για όλους !!! Δεν μπορεί να είναι παράνομος για τον ενεργό οφειλέτη, αλλά να διατηρεί τις συνέπειές του εις βάρος εκείνου που κατέρρευσε ακριβώς επειδή του ζητούσαν παράνομη δόση. Δεν μπορεί η ίδια παρανομία να παράγει αποκατάσταση για έναν και απώλεια δικαιώματος για άλλον.
Η διαφοροποίηση αυτή προσβάλλει ευθέως το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω άνισης μεταχείρισης οφειλετών που υπέστησαν την ίδια παράνομη πρακτική και μεταχείριση. Παραβιάζει δε και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω απώλειας ή αποδυνάμωσης περιουσιακών αξιώσεων. Παραβιάζει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω παραβίασης της αναλογικότητας και του κοινωνικού κράτους δικαίου. Προσβάλλει το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι η νομοθετική εξαίρεση δεν μπορεί να στερεί την πρακτική αποτελεσματικότητα της δικαστικής κρίσης. Ελέγχεται, τέλος, και υπό το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ και το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, εφόσον η διαφοροποίηση μεταξύ «ενεργών», «περατωμένων» και «εκπτωτέων» ρυθμίσεων δεν στηρίζεται σε θεμιτό και αναλογικό κριτήριο.
3. Η παρ. 3 είναι ανεκτή μόνο ως τεχνική αποτύπωση, όχι ως εργαλείο νομιμοποίησης παράνομων λογαριασμών
Στο ίδιο πλαίσιο, ελέγχεται και η παράγραφος 3 της νέας διάταξης, στο μέτρο που χρησιμοποιείται όχι απλώς για την περιγραφή του ορθού τρόπου απόσβεσης κάθε νόμιμης δόσης, αλλά ως βάση μεταγενέστερης, περιοριστικής και επιλεκτικής εκκαθάρισης των συνεπειών της παρανομίας.
Η διάταξη της παραγράφου 3 μπορεί να γίνει ανεκτή μόνο ως τεχνική αποτύπωση του νόμιμου τρόπου καταλογισμού της καταβολής σε τόκο και κεφάλαιο. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί για να νομιμοποιήσει αναδρομικά προηγούμενους παράνομους λογαριασμούς, ούτε για να περιορίσει την αναζήτηση ή τον συμψηφισμό υπερκαταβληθέντων ποσών.
Αν η παράγραφος 3 χρησιμοποιηθεί ως ψευδοερμηνευτική βάση αναδρομικού περιορισμού δικαιωμάτων, προσκρούει στο άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος. Αν οδηγήσει σε απώλεια περιουσιακής αξίωσης, προσκρούει στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Αν λειτουργήσει ως μηχανισμός αποστέρησης του δικαστικού επανυπολογισμού, προσκρούει στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Αν επιβάλει δυσανάλογη συνέπεια, προσκρούει στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
4. Η φράση-κλειδί του τεχνάσματος: "είναι έκπτωτοι ή έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοις»
Η πλέον δυσώδης και παράνομη ρύθμιση και διατύπωση είναι η αναφορά σε ρυθμίσεις που έχουνε "εκπέσει" ή ως προς τις οποίες «έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτες». Η μία χειρότερη και πλέον παράνομη της άλλης.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντισυνταγματικής μεθόδευσης την κυβέρνησης και του κόμματός της.
Η διατύπωση αυτή δεν αναφέρεται σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει δικαστική κρίση περί έκπτωσης. Αναφέρεται σε περιπτώσεις στις οποίες, κατά την αντίληψη του πιστωτή, της εταιρείας διαχείρισης ή του αποκτώντος την απαίτηση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκπτωση.
Με τον τρόπο αυτό εισάγεται μια απαράδεκτη ενδιάμεση κατηγορία που οδηγεί σε απώλεια νομίμων δικαιωμάτων: ο οφειλέτης δεν έχει κηρυχθεί δικαστικά έκπτωτος, αλλά αντιμετωπίζεται νομοθετικά σαν να βρίσκεται ήδη εκτός προστασίας.
Αυτό είναι θεσμικά αδιανόητο.
Η κατασκευή αυτή είναι αντίθετη προς τη συνταγματική τάξη. Η δικαστική απόφαση υπαγωγής στον ν. 3869/2010 και εξαίρεσης της κύριας κατοικίας από την εκποίηση δεν αποτελεί ιδιωτική σύμβαση. Δεν αποτελεί τραπεζική ανοχή. Δεν αποτελεί ρύθμιση που μπορεί να καταλυθεί με εξώδικο ιδιώτη.
Αποτελεί πράξη της δικαιοδοτικής συνταγματικής λειτουργίας. Δεν μπορεί, επομένως, κατά το Σύνταγμα και την πάγια θέση της νομολογίας να καταλύεται, να αδρανοποιείται ή να αποδυναμώνεται με μονομερή δήλωση ιδιώτη, πολλώ μάλλον όταν ο ίδιος ιδιώτης ή οι δικαιοπάροχοί του είναι εκείνοι που εφάρμοσαν τον παράνομο τρόπο υπολογισμού των καταβολών και είναι φορείς παράνομου πλουτισμού.
Η έκπτωση από δικαστική ρύθμιση τέτοιας βαρύτητας, η οποία συνεπάγεται απώλεια της προστασίας της κύριας κατοικίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί απλό λογιστικό γεγονός και αντικείμενο μονομερούς ιδιωτικής θεώρησης. Προϋποθέτει δικαστικό έλεγχο της ύπαρξης νόμιμης, πραγματικής, ληξιπρόθεσμης και υπαίτιας καθυστέρησης.
Η κρίση αυτή δεν μπορεί να ανατεθεί στον πιστωτή. Διαφορετικά, απονέμεται σε ιδιώτη λειτουργία ουσιαστικά δικαιοδοτική, κατά παράβαση της διάκρισης των λειτουργιών, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αρχής του κράτους δικαίου.
Εδώ παραβιάζονται ευθέως το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι ο οφειλέτης στερείται προηγούμενης ουσιαστικής δικαστικής κρίσης για την απώλεια δικαστικά αναγνωρισμένης προστασίας. Παραβιάζεται το άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος, διότι λειτουργία δικαστικής διάγνωσης μεταφέρεται στην πράξη σε ιδιώτη πιστωτή ή servicer. Παραβιάζεται το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η απώλεια κύριας κατοικίας χωρίς προηγούμενη δικαστική διαπίστωση είναι δυσανάλογη. Ενεργοποιείται επίσης το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, όταν η συνέπεια είναι η απώλεια της κατοικίας, καθώς και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, εάν δεν παρέχεται πραγματικό και έγκαιρο ένδικο βοήθημα πριν από την παραγωγή μη αναστρέψιμων συνεπειών.
Η δικαστική απόφαση ρύθμισης οφειλών δεν είναι τραπεζική σύμβαση για να λύνεται με εξώδικο. Είναι πράξη της δικαστικής λειτουργίας. Και οι δικαστικές αποφάσεις δεν ανατρέπονται με μονομερείς δηλώσεις ιδιωτών, παρά μονό με δικαστικές αποφάσεις.
5. Η παράνομη δόση δεν μπορεί να γεννά νόμιμη έκπτωση
Ακόμη σοβαρότερο και πλέον δυσώδες για την κυβέρνηση και την κυβερνητική πλειοψηφία είναι το γεγονός ότι οι δήθεν προϋποθέσεις έκπτωσης σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων δεν γεννήθηκαν από πραγματική αθέτηση του οφειλέτη, αλλά από την ίδια την παράνομη μέθοδο υπολογισμού των τόκων. Ούτε ασφαλώς μπορεί νόμιμα να εκπίπτει των περιουσιακών του δικαιωμάτων και αυτός που μπόρεσε να καταβάλει τις υπέρογκες παράνομες δόσεις και να ολοκληρώσει την αποπληρωμή.
Ο οφειλέτης που όφειλε, κατά τη δικαστική απόφαση και τον νόμο, να καταβάλλει π.χ. 250 ευρώ μηνιαίως, βρέθηκε να του ζητείται ποσό 500 ή 550 ευρώ με βάση παράνομο εκτοκισμό. Η αδυναμία του να ανταποκριθεί σε αυτή την παράνομα διογκωμένη δόση δεν αποτελεί υπαίτια καθυστέρηση. Αποτελεί συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του πιστωτή.
Εδώ βρίσκεται το νέο σκάνδαλο.
Οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης ζητούσαν παράνομα διογκωμένες δόσεις. Ο προστατευτέος δανειολήπτης δεν μπορούσε να πληρώσει το παράνομο ποσό. Η αδυναμία πληρωμής της παράνομης δόσης βαφτίστηκε καθυστέρηση. Η καθυστέρηση βαφτίστηκε πλήρωση προϋποθέσεων έκπτωσης. Και τώρα ο νομοθέτης εμφανίζεται να λαμβάνει υπόψη αυτές τις «προϋποθέσεις έκπτωσης» προκειμένου να εξαιρέσει από τις αυτόθροες συνέπειες των παρανομιών τα θύματά τους.
Δεν είναι ουδέτερο. Δεν είναι νόμιμο. Είναι προϊόν της ίδιας της παρανομίας.
Δεν μπορεί η παράνομη δόση να παράγει νόμιμη έκπτωση.
Δεν μπορεί η τεχνητή και παράνομη αύξηση της μηνιαίας επιβάρυνσης να μετατρέπεται σε λόγο απώλειας της κύριας κατοικίας.
Δεν μπορεί ο πιστωτής να δημιουργεί ο ίδιος την αδυναμία πληρωμής και στη συνέχεια να την επικαλείται ως δήθεν ασυνέπεια του οφειλέτη.
Δεν μπορεί η παρανομία στον υπολογισμό να γίνεται όπλο εκτέλεσης του θύματος.
Δεν μπορεί ο παρανομών πιστωτής να ανταμείβεται από τον νόμο.
Τέτοια ερμηνεία αντέχει μόνο σε κοινωνία που έχει παραιτηθεί από την έννοια του δικαίου. Δεν αντέχει σε Σύνταγμα. Δεν αντέχει σε κράτος δικαίου. Δεν αντέχει σε καμία σοβαρή έννομη τάξη.
Συνταγματικά, παραβιάζεται το άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, διότι απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και επιβάλλεται σεβασμός της αναλογικότητας. Θίγεται το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον εξομοιώνεται ο πραγματικά ασυνεπής οφειλέτης με τον οφειλέτη που λύγισε από παράνομη δόση. Παραβιάζεται το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, όταν η απώλεια κατοικίας και περιουσίας συνδέεται με προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Θίγεται το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς και το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, εφόσον το αποτέλεσμα είναι απώλεια κατοικίας. Ελέγχεται επίσης το άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ και το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, λόγω άνισης και δυσανάλογης μεταχείρισης.
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις με τις οποίες εξαιρούνται οι κηρυχθέντες έκπτωτοι προστατευτέοι δανειολήπτες ή οι πληρούντες τις προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοι είναι πολιτικά και κοινωνικά χυδαίες και ακραία αντισυνταγματικές.
Οι τράπεζες και κυρίως οι εισπρακτικές εταιρείες χρέωναν με παράνομους τόκους τις ρυθμισμένες δικαστικά οφειλές με αποτέλεσμα αυτές σχεδόν να διπλασιάζονται. Οι οφειλέτες επικαλούμενοι το νόμο και την ορθή ερμηνεία του κατέβαλαν την δόση ως όριζε ο νόμος και έκρινε ο Αρειος Πάγος. Αλλοι δεν μπορούσαν να καταβάλουν τις τεράστιες δόσεις και εγκατέλειπαν την προσπάθεια. Απαντες κηρύσσονταν μονομερώς και αντισυνταγματικά ως αναφέρθηκε έκπτωτοι από τις εισπρακτικές εταιρείες διαχείρισης των δανείων και σε κάθε περίπτωση ως πληρούντες τις προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοι.
Σήμερα η κυβέρνηση έρχεται να νομιμοποιήσει με ακραίες αντισυνταγματικές διατάξεις την χυδαία αυτή παρανομία και αποπειράται με το νόμο που εισήγαγε και ψήφισε να στερήσει τα νόμιμα δικαιώματα, την δικαστική προστασία και την κρίσιμη βιοτική περιουσία από ανθρώπους που αντιστάθηκαν στις ακραίες παρανομίες ή λύγισαν απροστάτευτοι μπροστά σε αυτές. Αποπειράται να δικαιώσει τους επί έτη παρανομούντες εισπρακτικούς μηχανισμούς.
Οποιος σε αυτόν το τόπο στηρίζει αυτές τις πρακτικές δεν έχει θέση ανάμεσα μας. Είναι απόλυτα και εγκληματικά επιζήμιος.
6. Η παράγραφος 6 αποκαλύπτει την πραγματική στόχευση: πρώτα οι ροές των funds, μετά ο πολίτης
Η παράγραφος 6 αποκαλύπτει ακόμη σαφέστερα την πραγματική στόχευση της ρύθμισης.
Αντί ο νομοθέτης να θέσει ως πρώτο μέλημα την αποκατάσταση των δανειοληπτών και την ανασύσταση των ρυθμίσεων που κατέρρευσαν λόγω παράνομων απαιτήσεων, ρυθμίζει τις εσωτερικές οικονομικές σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και αποκτώντων απαιτήσεων στο πλαίσιο των μεταβιβάσεων και τιτλοποιήσεων.
Δηλαδή, η νομοθετική μέριμνα μετατοπίζεται από τον προστατευτέο οφειλέτη και την κύρια κατοικία του προς τη λογιστική τακτοποίηση των ροών μεταξύ τραπεζών, funds και μηχανισμών τιτλοποίησης.
Η ρύθμιση αυτή είναι θεσμικά απαράδεκτη. Τα υπερβάλλοντα ποσά που εισπράχθηκαν με βάση παράνομη μέθοδο υπολογισμού δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως αντικείμενο εκκαθάρισης μεταξύ τραπεζών και αποκτώντων απαιτήσεων. Αποτελούν περιουσιακές αξιώσεις των οφειλετών ή, τουλάχιστον, ποσά που πρέπει να ληφθούν υπόψη υπέρ αυτών για την ανασύνταξη της ρύθμισης, την απομείωση του υπολοίπου, τη μείωση των δόσεων και την αποκατάσταση της δικαστικής προστασίας που απώλεσαν εξαιτίας της παράνομης πρακτικής.
Με άλλα λόγια: το κράτος εμφανίζεται να φροντίζει πρώτα να τακτοποιήσει τα λογιστικά συμφέροντα τραπεζών και αποκτώντων απαιτήσεων και όχι πρώτα να αποκαταστήσει τον ζημιωθέντα πολίτη.
Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική. Δεν είναι εφαρμογή δικαστικής απόφασης. Είναι τεχνική διάσωση χρηματοοικονομικών ροών εις βάρος των ανθρώπων που προστατεύθηκαν από τη Δικαιοσύνη.
Στο σημείο αυτό παραβιάζονται ή ενεργοποιούνται το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, όταν η κοινωνικά ευάλωτη θέση του οφειλέτη και η κατοικία του υποτάσσονται πλήρως σε μηχανισμούς χρηματοοικονομικής εκκαθάρισης· το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω προνομιακής νομοθετικής μεταχείρισης οργανωμένων πιστωτικών φορέων έναντι φυσικών προσώπων οφειλετών· το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, διότι τα υπερβάλλοντα ποσά έχουν κατ’ αρχήν σχέση με την περιουσία του οφειλέτη· το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος, ως προς την ειδική κρατική μέριμνα για την κατοικία· το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς το κοινωνικό κράτος δικαίου και την αναλογικότητα· και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ως προς τον σεβασμό της κατοικίας.
Επικουρικώς, εφόσον συντρέχει πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω μηχανισμών τιτλοποίησης, εποπτείας, τραπεζικού δικαίου ή κρατικών εγγυήσεων, ενεργοποιούνται και τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
7. Τα περιουσιακά δικαιώματα των δανειοληπτών και η ΕΣΔΑ
Η απώλεια των αξιώσεων επανυπολογισμού, συμψηφισμού, επιστροφής ή απομείωσης της οφειλής προσβάλλει ευθέως το περιουσιακό δικαίωμα των δανειοληπτών, όπως προστατεύεται από το Σύνταγμα και από το διεθνές δίκαιο, ιδίως από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Όταν ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται ότι ο νόμιμος υπολογισμός ήταν διαφορετικός, ο οφειλέτης αποκτά ή πάντως επιβεβαιώνει περιουσιακή αξίωση σχετική με τις παράνομες καταβολές καταβολές, τον επανυπολογισμό της οφειλής και την αποκατάσταση της ρύθμισής του. Ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί, με μεταγενέστερη και ψευδοερμηνευτική διάταξη, να αφαιρεί αναδρομικά την πρακτική αξία αυτής της δικαστικά αναγνωρισμένης θέσης και αυτό τούτο το αναφαίρετο περιουσιακό δικαίωμα.
Η προσβολή δεν αφορά μόνο χρηματική αξίωση. Αφορά και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την προστασία της κατοικίας, την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη του πολίτη στη δικαστική απόφαση.
Ο οφειλέτης που προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υπήχθη σε δικαστική ρύθμιση και έλαβε προστασία της κύριας κατοικίας του δεν μπορεί να βλέπει τη ρύθμιση αυτή να καταρρέει επειδή ο πιστωτής εφάρμοσε παράνομο υπολογισμό και ο νομοθέτης, εκ των υστέρων, αντί να αποκαταστήσει την παρανομία, οργανώνει τη διάσωσή της ή επειδή αυτός κατέβαλε τις υπέρογκες παράνομες δόσεις !!!.
Εδώ παραβιάζονται ή τίθενται σε εφαρμογή το άρθρο 17 παρ. 1 Συντ., το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. ως προς την υπερνομοθετική ισχύ της ΕΣΔΑ και των Πρωτοκόλλων της, το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. και το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. λόγω ασφάλειας δικαίου, προστατευόμενης εμπιστοσύνης και αναλογικότητας, καθώς και το άρθρο 77 παρ. 2 Συντ., αν η αφαίρεση των συνεπειών επιχειρείται αναδρομικά με ψευδοερμηνευτική διάταξη.
Η κατοικία δεν είναι απλό περιουσιακό αντικείμενο. Είναι κοινωνική βάση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του οικογενειακού βίου, της προσωπικής ασφάλειας και της δυνατότητας του ανθρώπου να ζει ως πολίτης και όχι ως διαρκής όμηρος ενός ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού μηχανισμού.
Γι’ αυτό, πέραν του άρθρου 17 Συντ. και του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, ενεργοποιείται και το άρθρο 21 παρ. 4 Συντ., που προβλέπει ειδική μέριμνα του Κράτους για την απόκτηση κατοικίας από όσους τη στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς, καθώς και το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, που προστατεύει τον σεβασμό της κατοικίας.
8. Η μόνη συνταγματικά ανεκτή λύση: πλήρης επανυπολογισμός, πλήρης δικαστικός έλεγχος, πλήρης αποκατάσταση
Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν, αν πρόκειται να διασωθούν συνταγματικά, αποκλειστικά υπό την έννοια ότι καμία έκπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επέλθει ή ότι οι προϋποθέσεις της έχουν πληρωθεί, εάν δεν προηγηθεί πλήρης δικαστικός έλεγχος.
Ο έλεγχος αυτός πρέπει να περιλαμβάνει:
Πρώτον, επανυπολογισμό όλων των καταβολών με βάση τον νόμιμο τρόπο τοκοφορίας.
Δεύτερον, καταλογισμό όλων των επιπλέον καταβολών υπέρ του οφειλέτη.
Τρίτον, επανεξέταση του πραγματικού υπολοίπου.
Τέταρτον, έλεγχο αν υφίσταται πραγματική καθυστέρηση νόμιμων δόσεων.
Πέμπτον, αυτοτελή κρίση περί υπαιτιότητας του οφειλέτη ή απώλειας της ρύθμισης λόγω αντικειμενικής αδυναμίας που οφείλεται εν όλω ή εν μέρει σε αδυναμία ανταπόκρισης στις παράνομες δόσεις.
Έκτον, έλεγχο τυχόν καταχρηστικής συμπεριφοράς του πιστωτή.
Κάθε άλλη ερμηνεία θα οδηγούσε στο ακραίο και συνταγματικά ανεπίτρεπτο αποτέλεσμα ο παρανομών πιστωτής να επιβραβεύεται: να εισπράττει παράνομα αυξημένες δόσεις, να προκαλεί την αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, να επικαλείται την αδυναμία αυτή ως λόγο έκπτωσης και, στη συνέχεια, να προστατεύεται νομοθετικά από τις συνέπειες της παρανομίας του.
Αν δεν είναι δυνατή συνταγματικά σύμφωνη ερμηνεία, οι διατάξεις αυτές πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες κατά το αντισυνταγματικό τους μέρος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Δεν ζητείται από τον δικαστή να καταργήσει τον νόμο. Ζητείται να πράξει το συνταγματικό του καθήκον: να μην εφαρμόσει, στην επίδικη περίπτωση, διάταξη που οδηγεί σε αντισυνταγματική και αντίθετη στην ΕΣΔΑ απώλεια δικαιωμάτων.
9. Ο νομικός κόσμος οφείλει να πάρει θέση.
Ο νομικός κόσμος δεν μπορεί να σιωπήσει.
Οι δικαστές, οι δικηγόροι, οι πανεπιστημιακοί, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι ενώσεις καταναλωτών και κάθε θεσμικός φορέας που σέβεται το κράτος δικαίου οφείλουν να δουν το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση.
Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικό θέμα υπολογισμού τόκων.
Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικό θέμα υπολογισμού τόκων. Πρόκειται για το εάν η παρανομία μπορεί να γίνει θεμέλιο δικαιωμάτων υπέρ εκείνου που την προκάλεσε. Πρόκειται για το εάν μια δικαστική απόφαση προστασίας κατοικίας μπορεί να αποδυναμώνεται με μονομερή ιδιωτική δήλωση και δη εδραζόμενη σε παράνομους και υπέρογκους ιδιωτικούς υπολογισμούς. Πρόκειται για το εάν ο νομοθέτης μπορεί, μετά την αποκάλυψη μιας παράνομης πρακτικής, να περιορίζει τις συνέπειές της για να προστατεύσει τους ισχυρούς μηχανισμούς της αγοράς απαιτήσεων, σε βάρος των θυμάτων των παράνομων αξιώσεων και πρακτικών τους.
Πρόκειται για το αν η παρανομία μπορεί να γίνει θεμέλιο δικαιωμάτων υπέρ εκείνου που την προκάλεσε.
Πρόκειται για το αν μια δικαστική απόφαση προστασίας κατοικίας μπορεί να αποδυναμώνεται με μονομερή ιδιωτική δήλωση.
Πρόκειται για το αν ο νομοθέτης μπορεί, μετά την αποκάλυψη μιας παράνομης πρακτικής, να περιορίζει τις συνέπειές της για να προστατεύσει τους ισχυρούς μηχανισμούς της αγοράς απαιτήσεων.
Πρόκειται για το αν το Σύνταγμα θα λειτουργεί ως πραγματικό όριο της εξουσίας ή ως διακοσμητικό κείμενο που παραμερίζεται κάθε φορά που πιέζονται συμφέροντα τραπεζών, servicers και funds.
Η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή.
Η παράνομη δόση δεν γεννά νόμιμη έκπτωση.
Η παράνομη χρέωση δεν γεννά υπαίτια καθυστέρηση.
Η μονομερής δήλωση ιδιώτη δεν ανατρέπει δικαστική προστασία.
Ο νομοθέτης δεν μπορεί να βαφτίζει «ερμηνεία» τη μεταγενέστερη προστασία μιας παράνομης πρακτικής.
Η συμμόρφωση προς τον Άρειο Πάγο δεν μπορεί να είναι μερική, ελεγχόμενη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες των τραπεζών, των funds και των τιτλοποιήσεων.
(ακολουθεί λόγω έλλειψης χώρου το ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ στο 1ο πόστ)
Δημήτρης Απ. Καραμήτσας
Δικηγόρος
πρ. Πρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων
Καταναλωτών "Η Παρέμβαση" ,
πρ. Πρόεδρος Ενωσης Καταναλωτών ν. ΙΝΚΑ.
============= 
 
Σχετικά με την ανάρτηση μου κι τα σχόλια κάποιων ότι κακώς συμφωνώ με τις δηλώσεις Στουρνάρα για το ότι δεν υπάρχουν παράνομες μεταβιβάσεις δανείων( όχι για δηλώσεις που έκανε και αφορούν την απόφαση του Αρείου Πάγου για τους τόκους) είναι ότι πιο εύκολο για μένα να τον χαρακτηρίσω όπως η μισή κοινωνία - (αλλά δεν ανήκω σε αυτήν, ανήκω σε μένα)
Το δε αγγλοσαξωνικό δίκαιο - που ανέφερα ότι εφαρμόζεται μεταξύ τραπεζών funds, αφορά την σχέση δανείων - τιτλοποιήσεων. Ήμαρτον, δεν μιλάω για το δίκαιο ομολόγων - ελληνικού χρέους επι Παπαδήμου !
Μπερδεύετε άσχετα πράγματα επειδή χάσαμε όλοι την γη κάτω από τα πόδια μας στα μνημόνια και βρήκαμε παπά να θάψουμε τους πάντες.
Επίσης : το κείμενο μου δεν αφορά την φούσκα ακινήτων σήμερα ή μια ανάλυση για το πώς αυτή έγινε ή αν θα σκάσει : αφορά την φούσκα στο μυαλό κάθε νεοέλληνα μικροαστού με επαρχιώτικη λογική, που είναι πχ ένα ζευγάρι μισθωτών ή ενα ζευγάρι μικρομεσαίων με μεγάλα εισοδήματα στα νησιά λόγω τουρισμού (με σύνδρομο μικροϊδιοκτησίας και μεγαλομανίας ταυτόχρονα) που ήθελαν να χτίσουν σπίτια για εκμετάλλευση ή να αποκτήσουν, με χαμηλό επιτόκιο πριν 15-20 χρόνια, την μεγάλη έπαυλη για να μένουν με 400-500χ δάνειο 20-25 ετών ( άρα το σπίτι αυτό κοστίζει τελικά 750χ - κάτι που αγνοούν όταν το υπογράφουν)
Και φυσικά ήθελαν και αμάξι των 40-50 χιλιάδων και ταξίδια συν πολυτελές βίο. Δικαίωμα τους και αναφαίρετο, ειδικά αν μοχθούν και ιδρώνουν - η ζωή είναι μικρή, τότε είχαν υψηλά εισοδήματα ή αποθέματα.
Κόπηκαν μέσα στα μνημόνια μισθοί, έπεσαν τζίροι και εισοδήματα, Φοροδιαφεύγαμε αρκετά, έπαιρναν μίζες πολιτικοί σε εξοπλιστικά και δημόσια έργα, δανεικά και αγύριστα πήραν τα κόμματα, ξοδέψαμε παραπάνω απ όσα βγάζαμε ως πολίτες και ως κράτος - και χρεωθήκαμε λόγω μεγαλομανίας.
Κλείσαμε την τρύπα του δημοσίου ανοίγοντας τρύπα στις δουλειές και στην ζωή μας. Κακώς μας τιμώρησαν οι ξένοι τόσο έντονα, και κακώς μας δάνεισαν ξανά.
Σώθηκαν ξένες και ελληνικές τράπεζες, και το ελληνικό δημόσιο ταμείο, από την λιτότητα των Ελλήνων - αλλά αν δεν σώνονταν, θα χάναμε πολύ περισσότερα, και όχι μόνο εμείς ως χώρα.
Να τονίσω : συμφωνώ ότι κακώς δεν διαγράφηκε το 20-30% των δανείων σε επίπεδο πχ μηνιαίων δόσεων, αφού ανακεφαλαιοποιήθηκαν με αίμα και νέα δανεικά από εμάς οι τράπεζες.
Αλλά κάκιστα έπραξαν οι δανειολήπτες εκείνοι που δεν πληρώνουν καθόλου έστω και μέρος των δόσεων τους εδώ και 10 -15 χρόνια (μερικοί) εξαιρουμένων όσων ορθά ευνοήθηκαν από την υπαγωγή στο Νόμο Κατσέλη.
Και τώρα αυτοί οι μερικοί που δεν πλήρωσαν ποτέ τίποτα, θέλουν να στραφούν εναντίον των τραπεζών για παρανομίες και αλχημείες αυτών στις οφειλές τους….
Ακούστε : Οι τιτλοποιήσεις είναι υπογεγραμμένες από τον δανειολήπτη στα ψιλά γράμματα του δανείου. Όταν όμως δανείζεσαι 300-400χ για 20 χρόνια κακώς δεν πληρώνεις 200-300 ευρώ έναν δικηγόρο να διαβάσει το συμβόλαιο να στα εξηγήσει, και να σου πει πως σε δένει χειροπόδαρα η τράπεζα λόγω της επιθυμητικής ηδονής σου να αποκτήσεις πολυτελές μεγάλο σπίτι ( ή της όποιας χρηματοοικονομικής άγνοιας να πιστεύεις ότι «συμφέρει η αγορά στέγης με δόση δανείου και όχι το ενοίκιο»).
Και φυσικά δεν σου φταίει κανείς Στουρνάρας σήμερα, κανένα fund, καμία κυβέρνηση. Η τράπεζα ( και τα παρακλάδια της) είναι παντού στη γη ο νόμιμος τοκογλύφος - τελεία, παράγραφος.
Και με νόμους του κράτους και του διεθνούς καπιταλισμού , θα πληρωθεί είτε σε αυτή είτε στην άλλη ζωή - όπως το ακούτε. Όποιος το αμφισβητεί, πρόβλημα του ( και των παιδιών του)…
 
 =============
Συχνά πυκνά αντιτίθεμαι σε μονεταριστικές λογικές και την διεθνή δημιουργική λογιστική του χρηματοπιστωτικού συστήματος - με την πλάτη που βάζουν συχνά σε αυτό, οι πολιτικές ηγεσίες.
Αλλά η μόνη πρόσφορη πολιτική, η μόνη χρήσιμη γλώσσα για να αποφύγει η κοινωνία και η οικονομία αδιέξοδα - κάθε επιπέδου - δεν είναι ούτε ο θεωρητικός και ιδεολογικός αφορισμός, βολικός και εύκολος, ούτε η ημιμάθεια που κρύβεται πίσω από τη γενίκευση «όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης».
Και δεν είναι όλα για όλους σε αυτή τη ζωή. Όποιος νομίζει ότι ξέρει μερικά θέματα, και φωνάζει, μόνο κακό κάνει. Ειδικά τώρα που πολλοί ( όπως εγώ ) διαφωνώ έντονα με την οικονομική πολιτική των τωρινών και τις αλχημείες τους - κάθε είδους.
Τα κόκκινα δάνεια - όχι η υπόθεση με τους τόκους στον Άρειο Πάγο και τον Νόμο Κατσέλη - έχουν καταντήσει μια υπόθεση υπεραπλουστευμένης εκδοχής, επειδή φυσικά κρύβουν «σπίτι» και «χρέος» - τα δύο ιερά, τα δύο άβατα του νεοελληνικού συλλογικού ασυνείδητου.
Κάθε καταγγελία σχεδόν, που βλέπω εδώ και χρόνια δυστυχώς στερείται τεχνικής υποστήριξης. Ακόμη και για το αλχημιστικό σχέδιο Ηρακλής( που κοινωνικοποιεί πιθανές ζημιές τραπεζών - funds)
Αλλά ακούστε λίγο : η αρχιτεκτονική των δομών αυτών γύρω από τα κόκκινα δάνεια, που μοιάζουν αδιαφανείς και ύποπτες, δεν γίνονται με την ανοχή της ελληνικής νομοθεσίας και των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Είναι ευθυγράμμιση με το αγγλοσαξονικό δίκαιο που εισάγει η Κομισιόν στην εποπτεία των κανόνων της Βασιλείας ( κάτι σαν «ευρωπαϊκό τραπεζικό σύνταγμα») που φυσικά ακολουθεί καπιταλιστικές αλχημείες των μονεταριστών στις ΗΠΑ.
Όμως το δεν εξηγείται στον Έλληνα οφειλέτη και γενικότερα στην ελληνική κοινή γνώμη : η εξαγορά δανείων από τις τράπεζες σε άλλους επενδυτές( NPLs εταιρείες μη εξυπηρετούμενων δανείων - πολύ πιθανό θυγατρικές των τραπεζών, ναι παντού γίνεται αυτό)
συνέβη με μια ταυτόχρονη διεθνής μηχανική στους τραπεζικούς ισολογισμούς.
Καλείται «τιτλοποίηση» δανείου και είναι η χρηματοοικονομική διαδικασία κατά την οποία μια τράπεζα ή πιστωτικό ίδρυμα ( άρα και οι αδειοδοτημένες NPLs εταιρείες όπως doValue, Intrum κτλ) συγκεντρώνει ένα σύνολο δανείων (απαιτήσεων), τα «πακετάρει» και τα μετατρέπει σε διαπραγματεύσιμους τίτλους (ομόλογα).
Αυτά στη συνέχεια πωλεί σε «επενδυτές» - τα funds που ναι είναι πιθανό ως σίγουρο ότι ανήκουν ΚΑΙ στις τράπεζες ή τις NPLs ( non performing loans) θυγατρικές τους, και ναι μπορεί να τα εξαγοράσει σε πολύ χαμηλό τίμημα του άληκτου ενυπόθηκου δανείου.
Αλλά όλο αυτό λειτουργεί (νόμιμα) με βάση ΕΚΤ και ΤτΕ και έχει την εξής δομή και μεθοδολογία
α) Ομαδοποίηση : Η τράπεζα επιλέγει με
κριτήρια φερεγγυότητας - σχετικά με τους δείκτες εποπτείας και πιστοληπτικής ικανότητας που ελέγχονται ως ιδρύματα - μια ομάδα δανείων από το χαρτοφυλάκιο της (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά, ή επιχειρηματικά δάνεια).
β) Μεταβίβαση: Τα δάνεια αυτά μεταβιβάζονται συνήθως σε μια Εταιρεία Ειδικού Σκοπού (Special Purpose Vehicle - SPV - βλέπε NPLs που κακώς λέμε servicers
γ) Έκδοση Τίτλων: η Εταιρεία Ειδικού Σκοπού εκδίδει τίτλους (ομόλογα) που αντιστοιχούν στις μελλοντικές ταμειακές ροές των δανείων (δηλαδή τις μηνιαίες δόσεις των δανειοληπτών)
δ) Πώληση σε Επενδυτές: Οι τίτλοι αυτοί πωλούνται σε θεσμικούς επενδυτές, δηλαδή τα funds ή άλλα
σχήματα ( Σημ : ναι, εδώ είναι κατακριτέο ότι εξαιρούνται οι ιδιώτες επενδυτές όπου κάλλιστα μπορούσαν να είναι οι οφειλέτες των δανείων.
Αλλά αφού ζητούν δικαίωμα να τα εξαγοράσουν, γιατί δεν πλήρωναν τόσα χρόνια ; Πως μπορεί να πέσει το τίμημα στο -80% της οφειλής όταν ο αντισυμβαλλόμενος είναι και αγοραστής του τίτλου οφειλής ; Ποιος θα απολογηθεί μετά στο ΔΣ της τράπεζας για «προνομιακή πώληση επισφαλειών» στους ίδιους τους επι χρόνια επισφαλείς πελάτες 😉
Πάμε στα πρακτικά τώρα που αφορούν το σήμερα - πέραν από λύσεις που μπορούσαν να δοθούν εν μέσω ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών και δεν δόθηκαν( πχ bad bank και κάποιες λογικές διαγραφές οφειλών επειδή υποχώρησε 30-50% το διαθέσιμο εισόδημα)
Σήμερα, πρέπει να εξεταστεί εάν ένα κόκκινο δάνειο πακεταρίστηκε και έχει αποτελέσει αντικείμενο τιτλοποίηση. Αυτό αν συνέβη, τότε νόμιμα δεν αλλάζουν οι όροι της αρχικής σύμβασης (επιτόκιο, διάρκεια, ύψος δόσης).
Ωστόσο, στην πράξη συμβαίνουν τα εξής που αφορούν το νομικό μέρος των συμβάσεων : Αλλαγή Διαχειριστή η οποία όμως δεν συνεπάγεται πάντα και Αλλαγή Νόμιμου Δικαιούχου της Αξίωσης ( ως διάδοχος διάδικος)
Αλλά : τα ποσά που πληρώθηκαν στις τράπεζες από NLPs εταρείες( 10-15% της αξίας των δανείων) εγγράφησαν στις τράπεζες ως «έσοδα από διαγραφή επισφαλών πελατών»
Αν λοιπόν κάποιοι θέλουν να βρουν νομικό έρεισμα για πιθανό σαθρό υπόβαθρο, και συστηματική δομική αστοχία, σε αυτές τις μεταβιβάσεις οφειλών, επειδή έγιναν οι τιτλοποιήσεις, δεν αρκεί η απλή απαρίθμηση ποσών που «ανταλλάχθηκαν» ή το ασυμβίβαστο των μετοχών, η σύγκρουση συμφερόντων, κ.α
Απαιτείται αναλυτική καταγραφή των αποτελεσμάτων τιτλοποίησης. Και αν προκύψει μη αποδεκτή διαφορά υπεραξίας ή παραδεκτή και αποδεδειγμένη υποαξία των οφειλών, τότε στοιχειοθετείται ένσταση και ό,τι άλλο προβλέπει ο νόμος.
Αλλά αυτό απαιτεί τεχνική - οικονομική μελέτη που θα περιλαμβάνει αξίες προσημειώσεων, ανατοκισμούς, ρήτρες και όρους - όπως η συναίνεση και αποδοχή εκχώρησης της οφειλής για τιτλοποίηση, την οποία υπογράφουν όλοι οι δανειολήπτες και μετά λένε ήταν «ψιλά γράμματα»
Απαιτείται δηλαδή έρευνα και προσομοίωση των μεγεθών, γιατί ξαναλέω μιλάμε για τιτλοποίηση δανείων και μεταβιβάσεις.
Τότε μόνο τεκμαίρεται κερδοσκοπικός μηχανισμός και αισχροκέρδεια εις βάρος οφειλετών δανειοληπτών, που εν τω μεταξύ χρωστάνε φυσικά, κάποιοι συστηματικά και μάλλον χωρίς ηθικούς φραγμούς - ασχέτως αν πχ τοκίζονται υπέρμετρα οι οφειλές τους - το σπίτι, ή το εξοχικό και το μαγαζί, με δανεικά το πήραν.
Και υπέγραψαν τα πάντα. Το ότι έπεσε το εισόδημα τους και μάτωσαν να σταθούν όρθιες οι τράπεζες, στέκει και είναι πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα.
Το ότι όμως «παράνομα» έγινε εκχώρηση των απλήρωτων δανείων τους σε τρίτους, απλά δεν ισχύει…
 =================
Θα ήθελα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι να θέσουν ένα ερώτημα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου:
Όταν για ένα δάνειο δεν υπάρχει πλέον σχετική απαίτηση στους ισολογισμούς της τράπεζας για πολλά χρόνια, επειδή η τράπεζα έχει ανακεφαλαιοποιηθεί και οι ζημίες έχουν καλυφθεί, πώς είναι δυνατόν μετά από χρόνια το ίδιο δάνειο να εμφανίζεται ως ανεξόφλητο και να επιχειρείται η εκ νέου είσπραξή του μέσω servicers και funds;
Αν η απαίτηση έχει ήδη καλυφθεί λογιστικά και οικονομικά, με ποια νομική και οικονομική βάση διεκδικείται ξανά από τον δανειολήπτη;
Επιπλέον, πώς λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος ο δανειολήπτης έχει υποστεί σημαντική οικονομική ζημία κατά τα χρόνια της κρίσης, λόγω περικοπών μισθών και συντάξεων, κατάργησης δώρων και άλλων μέτρων λιτότητας που περιόρισαν δραστικά την οικονομική του δυνατότητα να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις;
Αυτή είναι μια εύλογη ερώτηση προς τον Άρειο Πάγο, ώστε να δοθούν σαφείς απαντήσεις και να υπάρξει πλήρης διαφάνεια για τους πολίτες.
 

Σχόλια