==========================
ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΑΦΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Με αυτή την ενέργεια δεν αποσύρουν απλώς παλιό εξοπλισμό. Φροντίζουν να μην υπάρχει ποτέ ξανά δυνατότητα επαναλειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων, στην περίπτωση που η χώρα βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρή ενεργειακή κρίση.
Και τι απομένει στη θέση του; Ενεργειακή εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και ένα σύστημα που στηρίζεται όλο και περισσότερο σε πηγές παραγωγής οι οποίες απαιτούν εκτεταμένες υποδομές αποθήκευσης.
Αυτό δεν είναι πράσινη μετάβαση. Είναι ενεργειακή αυτοχειρία. Είναι έγκλημα απέναντι στη δημόσια περιουσία και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Η ενέργεια δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα. Είναι όρος ζωής, παραγωγής, θέρμανσης, μετακίνησης, βιομηχανικής λειτουργίας και κοινωνικής αξιοπρέπειας. Μια χώρα που δεν μπορεί να εξασφαλίσει φθηνή και επαρκή ηλεκτρική ενέργεια για τον λαό της, τη βιομηχανία της, τους αγρότες της και τις μικρές επιχειρήσεις της, δεν έχει πραγματική παραγωγική ανεξαρτησία. Μπορεί να έχει εγκατεστημένα μεγαβάτ ΑΠΕ, μπορεί να εμφανίζει όμορφους δείκτες «πράσινης μετάβασης», μπορεί να πανηγυρίζει σε διεθνή forum, αλλά αν η τιμή του ρεύματος εξαρτάται από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, από το LNG, από το TTF της Ολλανδίας και από γεωπολιτικές κρίσεις, τότε η χώρα παραμένει ενεργειακά ευάλωτη.
Για τους μηχανικούς, το ενεργειακό σύστημα πρέπει να αξιολογείται συνολικά. Δεν αρκεί να μετράμε την εγκατεστημένη ισχύ των ΑΠΕ. Πρέπει να εξετάζουμε την εγγυημένη ισχύ, τη διαθεσιμότητα, την αποθήκευση, την ευστάθεια του δικτύου, το κόστος παραγωγής, το κόστος εφεδρειών, το κόστος εισαγωγών, την εξάρτηση από καύσιμα και αγορές που δεν ελέγχουμε. Πρέπει επίσης να εξετάζουμε ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει. Γιατί στο σημερινό μοντέλο, η κοινωνία πληρώνει ακριβό ρεύμα, ενώ ένα στενό ενεργειακό ολιγοπώλιο αποκομίζει υπερκέρδη.
Η απολιγνιτοποίηση, όπως εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, δεν υπήρξε αποτέλεσμα ώριμου εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού. Ήταν βίαιη πολιτική επιλογή. Ανακοινώθηκε χωρίς ουσιαστικό διάλογο, χωρίς πλήρη τεχνικοοικονομική τεκμηρίωση, χωρίς επαρκή πρόβλεψη για αποθήκευση και χωρίς αξιόπιστη απάντηση στο βασικό ερώτημα: τι θα καλύπτει τη ζήτηση όταν δεν φυσάει και δεν έχει ήλιο; Η επίσημη πολιτική προβλέπει πλήρη απολιγνιτοποίηση έως το 2028, ενώ η ΔΕΗ κινείται ακόμη ταχύτερα, με στόχο να αποσύρει τη λιγνιτική παραγωγή νωρίτερα και να μετατρέψει την Πτολεμαΐδα V σε μονάδα φυσικού αερίου.
Το κυρίαρχο αφήγημα παρουσιάζει την απολιγνιτοποίηση ως μονόδρομο για την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Αυτό είναι τεχνικά παραπλανητικό. Το πραγματικό δίλημμα στη σημερινή Ελλάδα δεν είναι «λιγνίτης ή ΑΠΕ». Είναι εγχώρια ελεγχόμενη ισχύς βάσης ή εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητες. Η τεχνολογική τους εξέλιξη είναι σημαντική. Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά έχουν πλέον χαμηλό κόστος παραγωγής. Όμως η παραγωγή τους είναι στοχαστική. Δεν παράγουν όταν θέλει το σύστημα, αλλά όταν υπάρχουν οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες. Ένα φωτοβολταϊκόπάρκο δεν παράγει τη νύχτα. Ένα αιολικό πάρκο δεν παράγει σε άπνοια. Άρα, χωρίς επαρκή αποθήκευση, χωρίς αντλησιοταμίευση, χωρίς μπαταρίες μεγάλης κλίμακας και χωρίς ισχυρά δίκτυα, οι ΑΠΕ δεν αντικαθιστούν αυτομάτως την ισχύ βάσης.
Όταν λοιπόν αποσύρεται βίαια ο λιγνίτης, το κενό δεν καλύπτεται από τις ΑΠΕ. Καλύπτεται κυρίως από φυσικό αέριο. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που συστηματικά αποκρύπτεται. Ο λιγνίτης δεν ανταγωνίζεται τις ΑΠΕ με τον τρόπο που παρουσιάζεται. Ανταγωνίζεται το φυσικό αέριο. Όσο δεν υπάρχει επαρκής αποθήκευση, το φυσικό αέριο γίνεται το καύσιμο που «κλειδώνει» το σύστημα. Γίνεται το απαραίτητο συμπλήρωμα της στοχαστικής παραγωγής. Και επειδή είναι εισαγόμενο, ακριβό και ευάλωτο σε διεθνείς κρίσεις, μεταφέρει το κόστος του απευθείας στον καταναλωτή.
Αυτός είναι ο λόγος που η απολιγνιτοποίηση συνδέεται άμεσα με το ακριβό ρεύμα. Δεν πρόκειται για αφηρημένη πολιτική διαφωνία. Πρόκειται για τεχνική αλυσίδα κόστους. Κλείνει ηεγχώρια ισχύς βάσης. Αυξάνεται η ανάγκη για φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο καθορίζει συχνά την οριακή τιμή στην αγορά. Η οριακή τιμή περνά στη χονδρική. Η χονδρική περνά στη λιανική. Και τελικά ο λογαριασμός φτάνει στο νοικοκυριό, στον επαγγελματία, στον αγρότη και στη βιομηχανία.
Ο λιγνίτης είναι εγχώριος ενεργειακός πόρος. Δεν είναι εισαγόμενο LNG, δεν εξαρτάται από ναύλα, δεν εξαρτάται από διεθνείς κόμβους τιμολόγησης, δεν εξαρτάται από πολέμους στη Μέση Ανατολή, από κυρώσεις, από αγωγούς, από αμερικανικά φορτία LNG ή από τις διαθέσεις της διεθνούς αγοράς. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι πρέπει να καίγεται ανεξέλεγκτα. Σημαίνει όμως ότι μια χώρα με περιορισμένους εγχώριους ενεργειακούς πόρους δεν μπορεί να πετά στα σκουπίδια έναν διαθέσιμο πόρο χωρίς να έχει εξασφαλίσει φθηνό, αξιόπιστο και τεχνικά ισοδύναμο υποκατάστατο.
Η ορθολογική προσέγγιση δεν είναι να διατηρηθούν για πάντα όλες οι παλιές λιγνιτικές μονάδες. Η ορθολογική προσέγγιση είναι να αξιοποιηθούν οι πιο αποδοτικές μονάδες με τον λιγότερο περιβαλλοντικά επιβαρυντικό τρόπο, για όσο διάστημα χρειάζεται ώστε η μετάβαση να είναι πραγματική και όχι λογιστική. Αυτό σημαίνει αυστηρό τεχνικό έλεγχο, περιβαλλοντικές αναβαθμίσεις, λειτουργία ως στρατηγική εφεδρεία ή ισχύς βάσης όπου απαιτείται, σταδιακή μείωση και όχι βίαιη καταστροφή παραγωγικής δυνατότητας.
Η ενεργειακή επάρκεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται κάθε οικονομική δραστηριότητα. Μια χώρα που εγκαταλείπει πρόωρα την εγχώρια παραγωγή της και στηρίζεται σε εισαγόμενο φυσικό αέριο γίνεται όμηρος της διεθνούς τιμής. Και όταν η τιμή του φυσικού αερίου εκτοξεύεται, δεν εκτοξεύεται μόνο το κόστος μιας μονάδας παραγωγής. Εκτοξεύεται το κόστος ολόκληρης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επειδή η οριακή τιμολόγηση επιτρέπει στην ακριβότερη μονάδα να καθορίζει την τιμή για όλους.
Η Πτολεμαΐδα V είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση αυτού του παραλογισμού. Πρόκειται για νέα μονάδα, κόστους άνω του 1,5 δισ. ευρώ, με ονομαστική ισχύ 660 MW και δυνατότητα σταθερής τροφοδοσίας του συστήματος. Αντί να αξιολογηθεί ως εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας, οδηγείται σε πρόωρη απαξίωση και μετατροπή σε μονάδα φυσικού αερίου. Δηλαδή πληρώθηκε μια τεράστια δημόσια επένδυση για λιγνιτικήπαραγωγή και τώρα θα πληρωθούν επιπλέον εκατοντάδες εκατομμύρια για να μετατραπεί σε μονάδα εισαγόμενου καυσίμου. Αυτό δεν είναι τεχνικός εκσυγχρονισμός. Είναι ακύρωση δημόσιας περιουσίας και ενεργειακής δυνατότητας.
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών απέδειξε πόσο επικίνδυνο είναι να εξαρτάται μια χώρα από εισαγόμενα καύσιμα. Η κρίση του φυσικού αερίου στην Ευρώπη δεν ήταν θεωρητικό σενάριο. Ήταν πραγματικότητα. Η άνοδος των διεθνών τιμών, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κυρώσεις, οι περιορισμοί ροών, ο ανταγωνισμός για LNG και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή έδειξαν ότι το φυσικό αέριο δεν είναι σταθερή και φθηνή βάση για την ηλεκτροπαραγωγή. Είναι καύσιμο υψηλού γεωπολιτικού ρίσκου.
Η Ευρώπη επέλεξε μετά το 2022 να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αυτή η επιλογή είχε γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος πληρώνει το κόστος της αντικατάστασης. Αν το φθηνότερο αέριο αγωγών αντικαθίσταται από ακριβότερο LNG, τότε το κόστος δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται στους καταναλωτές, στη βιομηχανία και στο εμπορικό ισοζύγιο. Η Ελλάδα δεν όφειλε να απαντήσει σε αυτή τη νέα πραγματικότητα με ακόμη μεγαλύτερη πρόσδεση στο LNG. Όφειλε να απαντήσει με διαφοροποίηση, με εφεδρείες, με αποθήκευση, με αξιοποίηση εγχώριων πόρων και με προστασία της κοινωνίας από την κερδοσκοπία.
Το επιχείρημα ότι «κόψαμε τη ρωσική εξάρτηση» είναι παραπλανητικό, καθώς στη θέση της μπαίνει μια άλλη εξάρτηση. Αντί για εξάρτηση από αγωγούς, δημιουργείται εξάρτηση από LNG. Αντί για έναν γεωπολιτικό κίνδυνο, δημιουργείται άλλος. Αντί για φθηνή ενέργεια, δημιουργείται μόνιμη έκθεση στις διεθνείς τιμές. Η Ελλάδα μάλιστα διεκδικεί ρόλο κόμβου LNG για την ευρύτερη περιοχή. Αυτό παρουσιάζεται ως γεωπολιτική αναβάθμιση. Για τον καταναλωτή όμως σημαίνει ότι το ενεργειακό σύστημα οργανώνεται γύρω από ένα ακριβό εισαγόμενο καύσιμο, το οποίο καθορίζει την τιμή του ρεύματος. Η ΕΕ έχει θέσει σε εφαρμογή πολιτική σταδιακής απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια, όμως αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη κάθε χώρα να προστατεύσει την ενεργειακή της επάρκεια και το κόστος για τους πολίτες της.
Το ζήτημα δεν είναι να αντικατασταθεί η μία εξάρτηση με μια άλλη. Το ζήτημα είναι να μειωθεί η εξάρτηση συνολικά. Αυτό απαιτεί αξιοποίηση εγχώριων πόρων, αποθήκευση, δημόσιο έλεγχο, ενεργειακή εξοικονόμηση, δίκτυα και σοβαρή βιομηχανική πολιτική. Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση επιταχύνει την απολιγνιτοποίηση και σπρώχνει τη χώρα βαθύτερα στο φυσικό αέριο. Πρόκειται για επιλογή που αυξάνει τον κίνδυνο και το κόστος.
Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από το ελληνικό αφήγημα. Χώρες που εμφανίζονται ως πρωτοπόρες της πράσινης μετάβασης δεν πέταξαν στα σκουπίδια τις εφεδρείες τους όταν ξέσπασε η ενεργειακή κρίση. Η Γερμανία, παρά τη μακροπρόθεσμη στρατηγική εξόδου από τον άνθρακα, επέτρεψε την επαναφορά λιγνιτικών μονάδων από καθεστώς εφεδρείας στην αγορά το 2022, για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού. Η απόφαση αφορούσε μονάδες που είχαν τεθεί σε εφεδρεία και μπορούσαν να λειτουργήσουν εκ νέου σε συνθήκες κρίσης. Παράλληλα, επεκτάθηκε η δυνατότητα χρήσης μονάδων από το αποθεματικό για να καλυφθούν ανάγκες του συστήματος.
Το γερμανικό παράδειγμα είναι χρήσιμο για έναν ακόμα λόγο. Δείχνει ότι ακόμη και μια χώρα με ισχυρή βιομηχανική βάση, υψηλή ανάπτυξη ΑΠΕ και μεγάλη οικονομική δυνατότητα δεν αντιμετώπισε την ενεργειακή ασφάλεια με δογματισμό. Κράτησε ή επανέφερε δυνατότητες παραγωγής όταν το σύστημα πιέστηκε. Η Ελλάδα, αντίθετα, επιμένει να ακυρώνει εγχώρια ισχύ, παρότι έχει πολύ μικρότερη βιομηχανική αντοχή και πολύ μεγαλύτερη ευαλωτότητα στις εισαγωγές.
Εδώ προκύπτει και το μεγάλο ερώτημα για το χρηματιστήριο ρύπων. Το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών λειτουργεί με τη λογική «ο ρυπαίνων πληρώνει». Οι μονάδες που εκπέμπουν CO₂ αγοράζουν δικαιώματα. Η αρχική ιδέα ήταν να δοθεί οικονομικό κίνητρο για μείωση εκπομπών. Στην πράξη όμως δημιουργείται μια σκληρή αντίφαση. Όποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει δικαιώματα μπορεί να συνεχίσει να καίει ρυπογόνα καύσιμα. Όποιος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα, ή όποιος διαθέτει ασθενέστερη οικονομία, πιέζεται να αποσυρθεί ταχύτερα. Άρα το σύστημα δεν λειτουργεί πάντα ως καθαρή περιβαλλοντική πολιτική. Λειτουργεί τελικά ως μηχανισμός ταξινόμησης ισχύος μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων.
Το ερώτημα γίνεται πιο οξύ: τελικά, μπορεί να ρυπαίνει όποιος έχει χρήματα να πληρώσει; Αν μια ισχυρή οικονομία μπορεί να κρατά ανθρακικές ή λιγνιτικές εφεδρείες και να πληρώνει δικαιώματα, ενώ μια πιο αδύναμη χώρα αποσύρει πρόωρα τον εγχώριο πόρο της και αγοράζει ακριβό φυσικό αέριο, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε περιβαλλοντικά ούτε κοινωνικά δίκαιο. Είναι μια αγορά ρύπων που επιβαρύνει τον τελικό καταναλωτή και μετατρέπει την κλιματική πολιτική σε χρηματοοικονομικό μηχανισμό. Υπάρχει ήδη σοβαρή συζήτηση για το ότι το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών μπορεί να μετακυλίεται στις τελικές τιμές ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης πληρώνει διπλά: και το ακριβότερο καύσιμο και το κόστος των ρύπων.
Το ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν είναι ουδέτερος τεχνικός μηχανισμός. Είναι τρόπος οργάνωσης της αγοράς. Θεσμοθετήθηκε με τον ν. 4425/2016 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, συμπληρώθηκε με τον ν. 4512/2018 και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία με το Target Model την 1η Νοεμβρίου 2020 επί κυβέρνησης ΝΔ. Άρα η ευθύνη δεν ανήκει σε μία μόνο κυβέρνηση. Υπάρχει συνέχεια πολιτικής. Η μία κυβέρνηση το θεσμοθέτησε. Η επόμενη το εφάρμοσε και το υπερασπίστηκε ως μονόδρομο.
Ο μηχανισμός είναι απλός στην ουσία του, αλλά καταστροφικός στην κοινωνική του επίπτωση. Οι παραγωγοί προσφέρουν ενέργεια στην αγορά. Η τιμή καθορίζεται συχνά από την ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Στην ελληνική περίπτωση αυτή η μονάδα είναι συχνά φυσικού αερίου. Έτσι, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες ΑΠΕ ή άλλες μονάδες με χαμηλότερο κόστος, η τιμή όλης της αγοράς ανεβαίνει στο επίπεδο του ακριβότερου καυσίμου. Το αποτέλεσμα είναι υπερέσοδα για παραγωγούς και προμηθευτές, ενώ ο καταναλωτής πληρώνει σαν να παρήχθη όλη η ενέργεια με το ακριβότερο καύσιμο.
Αυτό δεν είναι «αγορά» με την έννοια της κοινωνικής αποτελεσματικότητας. Είναι μηχανισμός μεταφοράς πλούτου. Η φθηνή παραγωγή δεν μετατρέπεται σε φθηνό ρεύμα. Μετατρέπεται σε περιθώριο κέρδους. Η αύξηση των ΑΠΕ δεν ρίχνει αναλογικά τον λογαριασμό. Αντίθετα, όταν η αγορά συνεχίζει να τιμολογείται οριακά και όταν το φυσικό αέριο κρατά τον ρόλο του ρυθμιστή, ο καταναλωτής μένει εγκλωβισμένος σε υψηλές τιμές. Το κράτος στη συνέχεια έρχεται να επιδοτήσει τους λογαριασμούς. Δηλαδή οι πολίτες πληρώνουν πρώτα ως καταναλωτές και μετά ξαναπληρώνουν ως φορολογούμενοι.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να ζητείται «ρύθμιση» ή «βελτίωση» του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Η ηλεκτρική ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως χρηματιστηριακό προϊόν. Δεν είναι μετοχή, δεν είναι παράγωγο, δεν είναι αντικείμενο κερδοσκοπικής τιμολόγησης. Είναι δημόσιο αγαθό. Χρειάζεται κόστος παραγωγής, εύλογη απόδοση, διαφάνεια, δημόσιος έλεγχος και κοινωνικό τιμολόγιο. Δεν χρειάζεται χρηματιστηριακή αρχιτεκτονική που επιτρέπει σε λίγους παραγωγούς να κερδίζουν από την κρίση.
Η θέση πρέπει να είναι καθαρή: η λειτουργία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας πρέπει να σταματήσει. Η τιμή του ρεύματος πρέπει να συνδέεται με το πραγματικό κόστος παραγωγής ανά τεχνολογία, με λογικό και ελεγχόμενο περιθώριο, με ειδική πρόβλεψη για βιομηχανία, αγρότες, μικρές επιχειρήσεις και ευάλωτα νοικοκυριά. Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να επανέλθει σε καθεστώς δημόσιου σχεδιασμού. Ο ανταγωνισμός στα χαρτιά δεν έφερε φθηνό ρεύμα. Έφερε ακριβό ρεύμα, επιδοτήσεις προς τους καταναλωτές που τελικά καταλήγουν στους παρόχους, και υπερκέρδη σε περιόδους κρίσης.
Η κριτική στις ΑΠΕ δεν πρέπει να γίνεται από αντιεπιστημονική σκοπιά. Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητες για τη μείωση των εκπομπών και για τη μελλοντική ενεργειακή ανεξαρτησία. Όμως η σημερινή ανάπτυξή τους στην Ελλάδα έχει σοβαρά προβλήματα. Δεν υπηρετεί πάντα έναν δημόσιο ενεργειακό σχεδιασμό. Συχνά υπηρετεί επενδυτικά χαρτοφυλάκια, γρήγορες αδειοδοτήσεις, δεσμεύσεις γης, αποδόσεις κεφαλαίου και εργολαβικές λογικές.
Η εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς αποθήκευση και χωρίς επαρκή δίκτυα δημιουργεί στρεβλώσεις. Σε ώρες μεγάλης παραγωγής μπορεί να εμφανίζονται περικοπές. Σε ώρες χαμηλής παραγωγής απαιτείται φυσικό αέριο. Έτσι το σύστημα αποκτά δύο προβλήματα ταυτόχρονα: πλεόνασμα όταν δεν το χρειάζεται και ακριβή εφεδρεία όταν το χρειάζεται. Η λύση δεν είναι να σταματήσουν οι ΑΠΕ. Η λύση είναι να σταματήσει η άναρχη ανάπτυξη ΑΠΕ χωρίς σχεδιασμό. Κάθε νέο MW ΑΠΕ πρέπει να συνδέεται με αποθήκευση, δίκτυα, χωροταξικό έλεγχο και πραγματικό κοινωνικό όφελος.
Υπάρχει και ζήτημα ιδιοκτησίας. Άλλο πράγμα οι ΑΠΕ ως εργαλείο ενεργειακής δημοκρατίας, με ενεργειακές κοινότητες, δήμους, συνεταιρισμούς, δημόσιες επενδύσεις και αυτοπαραγωγή. Άλλο πράγμα οι ΑΠΕ ως πεδίο συγκέντρωσης γης και ισχύος από μεγάλους ομίλους. Στη δεύτερη περίπτωση, η «πράσινη μετάβαση» δεν μειώνει την ενεργειακή εξάρτηση της κοινωνίας. Απλώς αλλάζει τους ιδιοκτήτες των σταθμών παραγωγής.
Η Ελλάδα έχει ήδη σημαντική διείσδυση ΑΠΕ. Αυτό όμως δεν οδήγησε αυτομάτως σε φθηνό ρεύμα. Αυτό είναι το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο. Αν οι ΑΠΕ είναι φθηνές, γιατί ο καταναλωτής πληρώνει ακριβά; Η απάντηση βρίσκεται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, στην έλλειψη αποθήκευσης και στον ρόλο του φυσικού αερίου ως οριακού καυσίμου. Άρα η κριτική δεν είναι κατά της τεχνολογίας των ΑΠΕ. Είναι κατά του τρόπου με τον οποίο εντάσσονται στην αγορά και στο ενεργειακό σύστημα.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γη, το νερό και την παραγωγή. Οι αποκατεστημένες εκτάσεις των λιγνιτωρυχείων δεν είναι άχρηστη γη. Μελέτες και εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι μπορούν να στηρίξουν γεωργικές χρήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η παραγωγικότητα των αποκατεστημένων εδαφών είναι αντίστοιχη ή και καλύτερη από άλλες γεωργικές εκτάσεις της περιοχής. Άρα η επιλογή να καταληφθούν τέτοιες εκτάσεις από μεγάλα φωτοβολταϊκάπάρκα δεν είναι τεχνικά ουδέτερη. Είναι επιλογή εις βάρος της πρωτογενούς παραγωγής.
Η Δυτική Μακεδονία έχει ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα για την ηλεκτροδότηση της χώρας. Έδωσε γη, νερό, εργατικό δυναμικό, υγεία, τοπικές οικονομίες και ολόκληρη παραγωγική ταυτότητα. Δεν μπορεί τώρα, στο όνομα της μετάβασης, να μετατραπεί απλώς σε χώρο εγκατάστασης μεγάλων φωτοβολταϊκών, datacenters και εργολαβιών αποξήλωσης. Μια πραγματικά δίκαιη μετάβαση θα έπρεπε να προστατεύει την απασχόληση, να αξιοποιεί την τεχνική γνώση, να αναπτύσσει βιομηχανία, να αποδίδει γόνιμες εκτάσεις στην παραγωγή και να διασφαλίζει φθηνή ενέργεια για την τοπική κοινωνία.
Η πρόταση για χωροθέτηση ΑΠΕ σε άγονες εκτάσεις και απόδοση των γόνιμων αποκατεστημένων εδαφών σε γεωργική παραγωγή είναι τεχνικά λογική. Δεν είναι αντίθεση στις ΑΠΕ. Είναι απαίτηση ορθολογικής χρήσης γης. Όταν υπάρχουν εναλλακτικές εκτάσεις, δεν υπάρχει λόγος να δεσμεύονται παραγωγικά εδάφη. Όταν μια περιοχή έχει ανάγκη από δουλειές, δεν μπορεί η απάντηση να είναι επενδύσεις που απασχολούν προσωπικό κυρίως στη φάση κατασκευής και μετά ελάχιστους εργαζόμενους στη λειτουργία.
Η χώρα χρειάζεται άμεσα άλλο ενεργειακό σχέδιο. Όχι επιστροφή στο παρελθόν. Όχι όμως και τυφλή παράδοση σε ένα μοντέλο που βαφτίζει «πράσινη μετάβαση» την εξάρτηση από φυσικό αέριο, το ακριβό ρεύμα και την κερδοφορία λίγων. Το πρώτο βήμα είναι η αναθεώρηση της απολιγνιτοποίησης. Οι πιο σύγχρονες και περιβαλλοντικά αναβαθμισμένες λιγνιτικές μονάδες πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμες για όσο χρειάζεται. Όχι ως άλλοθι αδράνειας, αλλά ως εγγύηση επάρκειας, σταθερότητας και κόστους μέχρι να υπάρξει πραγματική υποκατάσταση από αποθήκευση, δίκτυα και ώριμες καθαρές τεχνολογίες.
Το δεύτερο βήμα είναι η άμεση παύση κάθε μη αναστρέψιμης καταστροφής κρίσιμων λιγνιτικών υποδομών. Δεν μπορεί να ξηλώνονται υποδομές που κόστισαν δισεκατομμύρια πριν υπάρξει πλήρης τεχνικοοικονομική αξιολόγηση. Δεν μπορεί να δεσμεύονται χώροι και εγκαταστάσεις με τρόπο που ακυρώνει κάθε μελλοντική δυνατότητα επαναλειτουργίας, ιδίως σε περίοδο διεθνούς ενεργειακής αστάθειας.
Το τρίτο βήμα είναι να σταματήσει η λειτουργία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Η ενέργεια πρέπει να φύγει από τη λογική της χρηματιστηριακής τιμολόγησης. Η τιμή πρέπει να βασίζεται στο πραγματικό κόστος παραγωγής, σε δημόσιο έλεγχο, σε διαφάνεια και σε κοινωνικά κριτήρια. Η ΔΕΗ πρέπει να επανέλθει σε ρόλο εργαλείου δημόσιας ενεργειακής πολιτικής. Δεν μπορεί μια επιχείρηση που χτίστηκε με δημόσιους πόρους, δημόσια γη, απαλλοτριώσεις, ορυχεία, δίκτυα και κοινωνικές θυσίες να λειτουργεί σαν απλός παίκτης κερδοφορίας.
Το τέταρτο βήμα είναι η ανάπτυξη ΑΠΕ με δημόσιο σχεδιασμό. Κάθε νέα εγκατάσταση πρέπει να συνδέεται με αποθήκευση, ενίσχυση δικτύου, χωροταξικό έλεγχο και κοινωνικό όφελος. Οι ΑΠΕ πρέπει να υπηρετούν τη μείωση του κόστους για τον λαό, όχι την αύξηση των αποδόσεων επενδυτικών σχημάτων. Η ενεργειακή δημοκρατία σημαίνει συμμετοχή δήμων, κοινοτήτων, συνεταιρισμών, μικρών παραγωγών και δημόσιων φορέων. Δεν σημαίνει συγκέντρωση γης και αδειών σε λίγους μεγάλους ομίλους.
Το πέμπτο βήμα είναι η προστασία της Δυτικής Μακεδονίας ως παραγωγικής περιοχής. Η μετάβαση πρέπει να στηριχθεί σε πραγματικές δουλειές, τεχνική βιομηχανία, γεωργική παραγωγή, αποκατάσταση εδαφών, αξιοποίηση νερού, εκπαιδευτικά και ερευνητικά κέντρα, και όχι σε αόριστες υποσχέσεις. Η περιοχή δεν μπορεί να περάσει από την εξάρτηση από τον λιγνίτη στην εξάρτηση από εργολαβίες και φωτοβολταϊκά.
Η ενεργειακή ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Είναι αποτέλεσμα της βίαιης απολιγνιτοποίησης χωρίς επαρκή υποκατάσταση. Είναι αποτέλεσμα της εξάρτησης από εισαγόμενο φυσικό αέριο. Είναι αποτέλεσμα της χρηματιστηριακής τιμολόγησης. Είναι αποτέλεσμα της υποχώρησης του δημόσιου ρόλου της ΔΕΗ. Είναι αποτέλεσμα της άναρχης ανάπτυξης ΑΠΕ χωρίς αποθήκευση και κοινωνικό έλεγχο. Είναι αποτέλεσμα της γεωπολιτικής επιλογής να αντικατασταθεί ένας δίαυλος ενεργειακής προμήθειας με άλλον, ακριβότερο και εξίσου εξαρτητικό.
Μια σοβαρή χώρα αξιοποιεί τους πόρους της. Δεν τους πετά. Δεν καταστρέφει επενδύσεις δισεκατομμυρίων. Δεν μετατρέπει εγχώρια ισχύ βάσης σε μονάδες εισαγόμενου καυσίμου χωρίς εξαντλητική τεχνική τεκμηρίωση. Δεν αφήνει την τιμή του ρεύματος να καθορίζεται από χρηματιστηριακά παιχνίδια και διεθνείς κρίσεις. Δεν βαφτίζει «πράσινη μετάβαση» την ενεργειακή φτώχεια.
Η Ελλάδα χρειάζεται δημόσιο ενεργειακό σχεδιασμό. Με ΑΠΕ, αλλά όχι με άναρχη κερδοσκοπική ανάπτυξη. Με αποθήκευση, αλλά όχι ως πρόσχημα για καθυστερήσεις. Με λιγνίτη ως μεταβατικό εγχώριο πόρο, όπου είναι τεχνικά και οικονομικά αναγκαίο. Με προστασία γης και νερού. Με ΔΕΗ κοινωνικά υπόλογη. Με κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Με φθηνό ρεύμα για τον λαό και την παραγωγή.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, ο κλάδος των μηχανικών δεν μπορεί να σιωπά. Οι μηχανικοί οφείλουν να επαναφέρουν τη συζήτηση στην πραγματική της βάση. Όχι στα συνθήματα. Όχι στις παρουσιάσεις των επενδυτών. Όχι στα δελτία τύπου. Αλλά στα δεδομένα του συστήματος, στο κόστος, στην επάρκεια, στην αξιοπιστία, στη δημόσια ασφάλεια και στο κοινωνικό όφελος. Γιατί η ενέργεια δεν είναι χρηματιστηριακό προϊόν. Είναι δημόσιο αγαθό. Και ως τέτοιο πρέπει να σχεδιάζεται, να παράγεται και να τιμολογείται.
Σχόλια