Η συζήτηση γύρω από τα αίτια και τη θεραπεία της ελληνικής οικονομικής κρίσης του 2010 παραμένει, ακόμη και σήμερα, εγκλωβισμένη σε μια θεμελιώδη πλάνη.
Για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, το κυρίαρχο αφήγημα επέβαλλε την ιδέα ότι η Ελλάδα χρεοκόπησε επειδή ήταν μια «φτωχή χώρα που ζούσε πάνω από τις δυνάμεις της».
Με βάση αυτή τη διάγνωση, οι δανειστές και οι εγχώριες ελίτ συνταγογράφησαν το φάρμακο της βίαιης εσωτερικής υποτίμησης.
Η ιστορική και αριθμητική πραγματικότητα, ωστόσο, αποδεικνύει το αντίθετο.
Η εσωτερική υποτίμηση δεν ήταν μια επώδυνη αλλά αναγκαία προσαρμογή. Ήταν ένα δομικό έγκλημα που διέλυσε τον παραγωγικό ιστό της χώρας, βασισμένο σε μια τεράστια οικονομική και πολιτική μεθόδευση.
Το 2009, η Ελλάδα διέθετε μια ισχυρή οικονομική βάση με ονομαστικό ΑΕΠ που άγγιζε τα 237 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόβλημα της χώρας δεν ήταν η απουσία παραγόμενου πλούτου, αλλά η πλήρης άρνηση του κράτους να λειτουργήσει ως σοβαρός φορολογικός μηχανισμός.
Την εποχή εκείνη, το κράτος εισέπραττε μόλις 50,5 δισ. € σε καθαρούς φόρους (περίπου το 21% του ΑΕΠ), επιτρέποντας μια γενικευμένη, συστημική φοροδιαφυγή για λόγους πολιτικής πελατείας.
Για να καλυφθούν οι τρέχουσες δαπάνες, το πολιτικό σύστημα επέλεγε τη συνειδητή υπνοβασία του δανεισμού.
Η απόλυτη κορύφωση αυτής της μεθόδευσης αποτυπώθηκε στο διαβόητο έλλειμμα-ρεκόρ του 15,4% του ΑΕΠ για το 2009.
Όπως έχει αναλυθεί, το μέγεθος αυτό διογκώθηκε τεχνητά και μεθοδεύτηκε εκ των υστέρων, προκειμένου να σοκαριστεί η κοινή γνώμη, να «θυματοποιηθεί» η Ελλάδα διεθνώς και να παρουσιαστεί η προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης ως η μοναδική, αναπόφευκτη επιλογή.
Η τεχνητή αυτή διόγκωση επιτεύχθηκε μέσα από συγκεκριμένες λογιστικές αλχημείες της στατιστικής υπηρεσίας, όπως η αναδρομική ένταξη ελλειμματικών ΔΕΚΟ και δημοσίων οργανισμών (νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία) στον σκληρό πυρήνα της Γενικής Κυβέρνησης με μία μόνο υπογραφή, η εσκεμμένη υποεκτίμηση ή καθυστέρηση στην εγγραφή τρεχόντων κρατικών εσόδων, καθώς και η καταγραφή swap συμβολαίων με τρόπο που επιβάρυνε δυσανάλογα τον συγκεκριμένο προϋπολογισμό.
Γιατί όμως στήθηκε αυτή η μνημειώδης επιχείρηση;
Η απάντηση κρύβεται στη γεωπολιτική και χρηματοπιστωτική ισορροπία της εποχής. Η Ελλάδα, αποτελώντας ένα πολύ μικρό οικονομικό μέγεθος (κάτω από το 2% της Ευρωζώνης), ήταν ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος. Θυματοποιήθηκε σκόπιμα για να λειτουργήσει ως προπέτασμα καπνού, ώστε να μην φανεί η δομική χρεοκοπία του ίδιου του ευρωπαϊκού πυρήνα.
Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008, οι μεγάλες γερμανικές και γαλλικές τράπεζες —με ναυαρχίδα του Βερολίνου την Deutsche Bank (DB)— ήταν φορτωμένες μέχρι τον λαιμό με τοξικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα (αμερικανικά παράγωγα και subprimes). Αν αποκαλυπτόταν ότι οι κολοσσοί του ευρωπαϊκού βορρά ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένοι από τις δικές τους εγκληματικές κερδοσκοπίες, το οικοδόμημα του ευρώ θα διαλυόταν.
Έπρεπε, λοιπόν, η κρίση να μεταφραστεί όχι ως συστημική αποτυχία των τραπεζών, αλλά ως «ηθικό πρόβλημα» των δημοσιονομικά απειθάρχητων χωρών του Νότου.
Η τιμωρία της Deutsche Bank το 2017 από τις αρχές των ΗΠΑ με πρόστιμο-μαμούθ 7,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη συνειδητή εξαπάτηση επενδυτών με τοξικά προϊόντα ενυπόθηκων δανείων, αποτελεί το ιστορικό «smoking gun» (πειστήριο του εγκλήματος). Αποδεικνύει περίτρανα ποιοι ήταν οι πραγματικοί παγκόσμιοι απατεώνες, την ίδια ακριβώς ώρα που ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το ιερατείο των Βρυξελλών κουνούσε υπεροπτικά το δάχτυλο στους «τεμπέληδες και διεφθαρμένους Έλληνες», επιβάλλοντας τη λιτότητα. Τα μνημόνια δεν έγιναν για να σωθεί η Ελλάδα, αλλά για να κερδηθεί χρόνος ώστε να διασωθούν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες με χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων.
Το δόγμα της εσωτερικής υποτίμησης επέβαλλε την οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων κατά 30%–40%, με το πρόσχημα ότι «μειώνοντας το κόστος εργασίας, η χώρα θα γινόταν ανταγωνιστική». Το αποτέλεσμα ήταν ένας οικονομικός ακρωτηριασμός.
Με τους μισθούς στον πάτο, η εσωτερική κατανάλωση κατέρρευσε. Χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν, η ανεργία εκτινάχθηκε στο 27% και το ελληνικό ΑΕΠ έχασε το 25% της αξίας του, πέφτοντας στα 177 δισ. ευρώ.
Μειώνοντας τον παρονομαστή (το ΑΕΠ) και κρατώντας σταθερό ή αυξανόμενο τον αριθμητή (το χρέος), ο λόγος Χρέους/ΑΕΠ εκτινάχθηκε στο 206%. Η εσωτερική υποτίμηση έκανε τη χώρα λιγότερο βιώσιμη
από ό,τι ήταν το 2009.
Η υποτίμηση της εργασίας έδιωξε πάνω από 500.000 νέους επιστήμονες στο εξωτερικό, στερώντας από τη χώρα το μοναδικό ανθρώπινο κεφάλαιο που θα μπορούσε να παράξει νέο, υψηλής αξίας εθνικό πλούτο.
Η απόλυτη απόδειξη του δομικού αυτού εγκλήματος αποτυπώνεται στην οικονομική πραγματικότητα του 2026. Σήμερα, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ανέρχεται στα 363 δισεκατομμύρια ευρώ — είναι δηλαδή κατά 64 δισεκατομμύρια μεγαλύτερο από το χρέος με το οποίο η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση το 2009!
Κι όμως, σήμερα η χώρα θεωρείται «πετυχημένη» από τις αγορές και διαθέτει επενδυτική βαθμίδα.
Γιατί;
Διότι το κράτος εφαρμόζει επιτέλους –με 15 χρόνια καθυστέρηση– τα ψηφιακά εργαλεία (διασύνδεση POS, MyData, ηλεκτρονικές συναλλαγές) που όφειλε να είχε εισαγάγει τότε.
Το 2026, το κράτος εισπράττει 65,5 δισεκατομμύρια ευρώ σε φόρους (πάνω από το 41% του ΑΕΠ). Καταφέρνει και μαζεύει 15 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα ετησίως σε σχέση με το 2009. Μόνο που τώρα, αυτά τα 15 δισ. της «υπεραπόδοσης» δεν εισπράττονται από μια εύρωστη οικονομία, αλλά αφαιρούνται βίαια από τους γονατισμένους πολίτες της μετα-υποτίμησης εποχής.
Αν η Ελλάδα το 2010 είχε αρνηθεί το αφήγημα του τεχνητού ελλείμματος, είχε αποκρούσει την εσωτερική υποτίμηση και είχε επικεντρωθεί αποκλειστικά στον εκσυγχρονισμό του εισπρακτικού της μηχανισμού, το πραγματικό έλλειμμα θα είχε εκμηδενιστεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το ΑΕΠ δεν θα είχε καταστραφεί και η κοινωνική συνοχή θα είχε διασωθεί.
Η απόλυτη απόδειξη της ιστορικής απάτης των Μνημονίων κρύβεται σε αυτό που ονομάζουμε «εισπρακτική διαφορά»: την τεράστια απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που μπορούσε να εισπράξει το κράτος το 2009 με βάση το ισχυρό του ΑΕΠ και σε αυτό που επέλεγε να μην εισπράττει για να συντηρεί το πελατιακό του σύστημα. Το επιχείρημα αυτό παραμένει σκοπίμως εκτός δημόσιου διαλόγου, διότι η παραδοχή του γκρεμίζει συθέμελα το αφήγημα της «συλλογικής ενοχής».
Αν η Ευρωζώνη και οι εγχώριες ελίτ ήθελαν πράγματι να λύσουν το πρόβλημα το 2010, η λύση δεν ήταν η μείωση των μισθών, αλλά η άμεση ψηφιακή αναβάθμιση του εισπρακτικού μηχανισμού (POS, MyData, ηλεκτρονικοί έλεγχοι) που εφαρμόζεται σήμερα. Επιλέγοντας, όμως, την εσωτερική υποτίμηση αντί για την κάλυψη της εισπρακτικής διαφοράς, οι δανειστές πέτυχαν τον πραγματικό τους στόχο: να μειώσουν βίαια την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων και να ρευστοποιήσουν τον εθνικό πλούτο προς όφελος του ξένου τραπεζικού κατεστημένου.
Η εσωτερική υποτίμηση ήταν ένα δομικό έγκλημα γιατί προτίμησε να θυσιάσει την κοινωνία, την εργασία και το μέλλον των επόμενων γενεών, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες διάσωσης του ξένου τραπεζικού συστήματος και να μετατρέψει οριστικά την Ελλάδα σε μια ιδιότυπη «αποικία χρέους».
via Βασίλειος Τσάμης
===================
===================
Αγοραστική δύναμη στην Ελλαδα με μια απλή σύγκριση. Πόσα καρβέλια ψωμιού 500 γραμμαρίων μπορει καποιος να αγοράσει το μηνα με τον μέσο μισθο.
1950 : 140
1960 : 600
1970: 981
1980: 1466
2005: 1615
2007: 1647
2009: 1653
2010: 1538
2011 1317
2012 1119
2013 1035
2014 1011
2015 1048
2016 1054
2017 1047
2018 1058
2019 1062
2020 1067
2021 1065
2022 904
2023 851
2024 850
2025 842
Συμπέρασμα.
Ο Έλληνας εχει αγοραστική δύναμη, που ειναι χαμηλότερη απο εκείνη που είχε επι χούντας το 1970. Αυτη η πτώση εγινε στην περιοδο 2009-2013 (1653->1035) και στην περιοδο 2021-2025(1065->842).
===========
Πόσα τετραγωνικα μέτρα νεοδμητου διαμερίσματος στον 1ο οροφο στην Αθηνα μπορει καποιος να αγοράσει με τον μεσο μισθο;
1950 : 0,18 τετραγωνικα μέτρα
1960 0,21
1970 0,27
1980 0,32
2005 0,67
2009 0,56
2012 0,49
2016 0,57
2017 0,58
2018 0,56
2019 0,52
2020 0,46
2021 0,43
2022 0,40
2023 0,37
2024 0,34
2025 0,31 τετραγωνικα μέτρα.
Εν ολιγοις, απο το 2009 ως και το 2019 μπορουσε καποιος να αγορασει 0,5 τετραγωνικό μετρο η παραπανω. Ομως απο το 2018 ως το 2025 υπήρξε συνεχης μείωση απο 0,56 το 2018 σε 0,31 το 2025. Η αγοραστική δύναμη ειναι πλεον σε επίπεδα εκείνης του 1970 _ 1980.[0,27-0,32 τμ].
Αγοραστική δύναμη σε τεμάχια αυγών. Με τον μέσο μηνιαιο μισθο στην Ελλαδα μπορουσε καποιος να αγορασει τα παρακάτω τεμάχια αυγών
1960 : 1000
1970 : 1520
1980: 3321
2005: 5500
2009: 5271
2012: 3483
2016: 3400
2017: 3480
2018: 3511
2019: 3637
2020 : 3450
2021: 3267
2022: 2999
2023: 2980
2024: 3012
2025: 3000
Εν ολιγοις η αγοραστική δύναμη έπεσε σε δυο δόσεις
1. 2009->2012 από τα 5271 στα 3483 αυγα
2. 2019->2023 απο τα 3637 στα 2980 αυγα.
Η αγοραστική δύναμη πλεον το 2025 ειναι χαμηλότερη απο εκείνη που είχε η Ελλαδα το 1980. Η Ελλαδα γυρισε 50 χρονια πίσω!
Πηγή:ΕΛΣΤΑΤ, Τράπεζα Ελλαδος και ΙΕΛΚΑ

Σχόλια