ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΑΛΕΞΗΣ & ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΠΟΝΗΣ
Από το 1945, η κατοχή πυρηνικών όπλων έχει νοηθεί ως ο απόλυτος εγγυητής της ασφάλειας. Η θεωρία της πυρηνικής αποτροπής, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, υποστήριζε ότι μόλις ένα κράτος διέθετε ένα αξιόπιστο πυρηνικό οπλοστάσιο, οι κίνδυνοι καταστροφικής αντεκδίκησης θα καθιστούσαν έναν μεγάλο πόλεμο αδιανόητο. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Αυτή η θέση της «πυρηνικής ειρήνης», που προωθήθηκε από μελετητές όπως ο Kenneth Waltz, ο Bernard Brodie και ο Thomas Schelling, αντιμετώπιζε τη βόμβα ως τον μεγάλο εξισωτή: πάγωνε τις συγκρούσεις, επέβαλλε σύνεση και δημιουργούσε μια ισορροπία φόβου. Από το δόγμα της Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής (Mutual Assured Destruction, MAD) μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης έως τα περιφερειακά συστήματα αποτροπής της Νότιας Ασίας και της Μέσης Ανατολής, η κατοχή πυρηνικών όπλων έχει αναχθεί σε ορθοδοξία της στρατηγικής σκέψης. Το να κατέχει κανείς τη βόμβα σήμαινε να κατέχει πολιτική αθανασία· το να τη στερείται σήμαινε να διακινδυνεύει υπαρξιακή ήττα.
Ωστόσο, ο εικοστός πρώτος αιώνας, και ιδίως τα έτη 2022 έως 2025, έχουν κλονίσει βαθιά αυτή την καθιερωμένη αντίληψη. Σε πολλαπλά θέατρα επιχειρήσεων (Ουκρανία, Ισραήλ και Γάζα, Ιράν και Νότια Ασία), η υποτιθέμενη ασπίδα της πυρηνικής αποτροπής απέτυχε να αποτρέψει την κλιμάκωση, τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων ή ακόμη και την άμεση διακρατική σύγκρουση.
Ο μύθος του πυρηνικού «ιερού δισκοπότηρου» συγκρούεται πλέον με την πραγματικότητα: τα πυρηνικά όπλα, ενώ αποτρέπουν την ολοκληρωτική εξόντωση, δεν εγγυώνται κατ’ ανάγκην την αυτοσυγκράτηση ή τη σταθερότητα. Η Ρωσική Ομοσπονδία διαθέτει πάμπολλα πυρηνικά όπλα: απέτρεψε αυτό την εισβολή του ουκρανικού στρατού στο έδαφός της (Κουρσκ), κάτι το αδιανόητο επί Ψυχρού Πολέμου; Το Ισραήλ διαθέτει πυρηνικά όπλα: λειτούργησε αυτό ως αποτελεσματική αποτροπή, είτε για την 7η Οκτωβρίου 2023 (μη-κράτος) είτε για την αντεπίθεση του Ιράν (κράτος) και τα πλήγματά του στο Ισραήλ; Και η Ινδία και το Πακιστάν διαθέτουν πυρηνικά όπλα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους κινδύνους σε έναν πόλεμό τους: μπόρεσε αυτό να αποτρέψει τον διακρατικό πόλεμο μεταξύ τους με συμβατικά όπλα; Ας τα πάρουμε ένα ένα.
Ρωσία και Ουκρανία
Η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο. Η στρατηγική της τριάδα, που αριθμεί χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές, θεωρούνταν ότι καθιστά αδιανόητη οποιαδήποτε άμεση πρόκληση από το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, από την πλήρους κλίμακας εισβολή της στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Μόσχα διαπίστωσε ότι η πυρηνική ισχύς δεν μεταφράζεται πλέον με ευθύ τρόπο σε πολιτική επιρροή.
Όπως το περιέγραψε εύστοχα ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Marco Rubio τον Ιανουάριο του 2025, ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε έναν πολυετή πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ και της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Παρά τη συχνή αναφορά στο ενδεχόμενο πυρηνικών, συμπεριλαμβανομένων των ρωσικών αναφορών σε «όλα τα διαθέσιμα μέσα», της ανάπτυξης τακτικών όπλων στη Λευκορωσία και των ασκήσεων των Στρατηγικών Πυραυλικών Δυνάμεων της Ρωσίας, τα δυτικά κράτη έχουν σταδιακά δοκιμάσει τις παροιμιώδεις «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας.
Η Ουκρανία έχει πλήξει βαθιά εντός του προπολεμικού ρωσικού εδάφους· μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν φτάσει σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ακόμη και στο ίδιο το Κρεμλίνο της Μόσχας. Συστήματα μεγάλου βεληνεκούς που προμηθεύτηκε από το ΝΑΤΟ, τα οποία κάποτε θεωρούνταν τεκμήρια κλιμάκωσης, χρησιμοποιούνται πλέον συστηματικά. Η ρωσική πυρηνική αποτροπή, επομένως, απέτυχε να αποτρέψει τόσο τη διάβρωση όσων η Ρωσία θεωρεί γεωπολιτικές ζώνες ασφαλείας όσο και την υλική διείσδυση στο έδαφός της.
Η πολιτική ισχύς της αποτροπής έχει απονευρωθεί από την κόπωση αξιοπιστίας: όσο συχνότερα εκτοξεύεται μια πυρηνική απειλή χωρίς συνέπειες, τόσο λιγότερο αποτρεπτική καθίσταται. Η Ρωσία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τα όρια της πυρηνικής αποτροπής και με τη συνειδητοποίηση ότι ακόμη και μια συντριπτική πυρηνική ικανότητα δεν εξασφαλίζει απόλυτη πολιτική ή στρατηγική ασφάλεια.
Ναι μεν σαφώς κερδίζει τον πόλεμο, αλλά η αδυναμία της να ανακόψει πλήρως και τελεσιδίκως την επέκταση του ΝΑΤΟ ή την ουκρανική αντεπίθεση υπογραμμίζει την απαξίωση της ψυχροπολεμικής πεποίθησης ότι τα πυρηνικά όπλα εξουδετερώνουν τη συμβατική ευαλωτότητα. Αντιθέτως, ο πόλεμος έχει επιβεβαιώσει εκ νέου τη διαρκή σημασία της συμβατικής ισχύος, της εφοδιαστικής υποστήριξης, της βιομηχανικής ανθεκτικότητας και της φυσικής παρουσίας δυνάμεων στο πεδίο.
Ισραήλ και Παλαιστίνη
Το Ισραήλ, το μοναδικό κράτος της Μέσης Ανατολής/Δυτικής Ασίας που διαθέτει πυρηνικά όπλα, αποτέλεσε για δεκαετίες την επιτομή της ορθοδοξίας της αποτροπής. Το αδήλωτο αλλά ευρέως αναγνωρισμένο πυρηνικό του οπλοστάσιο θεωρούνταν ότι αποθαρρύνει υπαρξιακές απειλές από εχθρικούς γείτονες. Ωστόσο, τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023 κατέρριψαν την ψευδαίσθηση της απόλυτης ασφάλειας.
Ούτε η γνώση της πυρηνικής ικανότητας του Ισραήλ ούτε η συντριπτική του συμβατική ισχύς απέτρεψαν τη Χαμάς, τη Χεσμπολλά, τις επιχειρήσεις Αληθής Επαγγελία του Ιράν, ή τους Χούθι/Ανσαραλλά από το να κλιμακώσουν την περιφερειακή αντιπαράθεση. Η πυρηνική αποτροπή του Ισραήλ αποδείχθηκε άνευ σημασίας έναντι υποκρατικών δρώντων που καθοδηγούνται από ιδεολογία, την έννοια του μαρτυρίου και τον ασύμμετρο πόλεμο. Τα πυρηνικά όπλα, ως μέσα ολοκληρωτικής καταστροφής, είναι άχρηστα απέναντι σε μη κρατικούς αντιπάλους που επιχειρούν εντός πυκνοκατοικημένων αστικών ζωνών.
Η αποτυχία εδώ είναι διττή. Σε στρατηγικό επίπεδο, η πυρηνική αποτροπή του Ισραήλ δεν απέτρεψε επιθέσεις που έδωσαν το κατ’ επίφαση δικαιολογητικό έρεισμα για έναν παρατεταμένο και εν τέλει ανεπιτυχή γενοκτονικό πόλεμο στη Γάζα και για εκτεταμένη περιφερειακή αστάθεια.
Σε πολιτικό επίπεδο, ανέδειξε τα ηθικά και πρακτικά όρια της εξάρτησης από τα πυρηνικά όπλα ως πηγή υπαρξιακής διασφάλισης. Όπως και στην περίπτωση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το πυρηνικό οπλοστάσιο δεν μεταφράστηκε σε στρατηγική ασυλία· αντιθέτως, συνυπήρξε με οξεία ευαλωτότητα. Η περίπτωση Ισραήλ-Γάζας υπογραμμίζει μια ευρύτερη διάβρωση του «πυρηνικού ταμπού» και την ανάδυση αμφισβήτησης ως προς τις πολιτικές χρήσεις των πυρηνικών όπλων στην αποτροπή ή διαχείριση συμβατικών πολέμων.
Ισραήλ και Ιράν
Εάν η πυρηνική ικανότητα του Ισραήλ απέτυχε να αποτρέψει μη κρατικούς δρώντες, η αντιπαράθεσή του με το Ιράν αποκαλύπτει τα όρια της αποτροπής ακόμη και μεταξύ κρατών. Το Ιράν, παρότι κατά τεκμήριο δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα (ιδίως όσο ακόμα ζούσε ο Σαγιέντ Αλί Χαμενεΐ), έχει ακολουθήσει μια συνειδητή πολιτική «λανθάνουσας πυρηνικής ικανότητας», διατηρώντας τη δυνατότητα παραγωγής πυρηνικού όπλου χωρίς να την αξιοποιεί, χωρίς να υπερβαίνει το κατώφλι (όπως την περιέγραψε το 2012 ο Kenneth Waltz ως μία από τις πιθανές στρατηγικές του Ιράν για το μέλλον). Αυτή η λανθάνουσα ικανότητα αποσκοπούσε στην αποτροπή ισραηλινής ή αμερικανικής επιθετικότητας, προβάλλοντας την πιθανότητα ταχείας απόκτησης πυρηνικών εάν χρειαστεί.
Ωστόσο, στον λεγόμενο «Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών» του Ιουνίου 2025, η αποτροπή κατέρρευσε και από τις δύο πλευρές. Το Ισραήλ ξεκίνησε πόλεμο κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, παρουσιάζοντάς τον επικοινωνιακά ως προληπτικά πλήγματα εναντίον ιρανικών πυρηνικών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, υποστηρίζοντας ότι οι περιφερειακοί σύμμαχοι και τα πυραυλικά της προγράμματα συνιστούσαν απαράδεκτη απειλή. Το Ιράν απάντησε με άμεσες επιθέσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε ισραηλινό έδαφος, συμπεριλαμβανομένων υπερ-υπερηχητικών πυραύλων (hypersonic), προκαλώντας σημαντικές ζημιές παρά τα συστήματα άμυνας Iron Dome, Arrow, THAADκαι David’s Sling.
Εδώ, ούτε η πυρηνική αποτροπή του Ισραήλ ούτε η πυρηνική πολιτική ενδεχόμενης δυνατότητας του Ιράν απέτρεψαν τη σύγκρουση. Αυτή η αμοιβαία αναίρεση της αποτροπής υποδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια: ο μύθος, το ταμπού και το δόγμα της απολυτότητας της πυρηνικής αποτροπής έχουν αντικαταστήσει την εμπειρική πραγματικότητα όπως αυτή εκτυλίσσεται επί του πεδίου το 2025 και το 2026.
Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο παράδοσης αποκλειστικά λόγω πυρηνικής απειλής ή πλήγματος· ο ατομικός βομβαρδισμός της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι μυθοποιήθηκε σε ένα αμερικανικό αφήγημα αποφασιστικής ατομικής νίκης, ωστόσο η παράδοση της Ιαπωνίας μπορεί να ερμηνευθεί ως τέτοια μόνο μέσα από ένα εκ των υστέρων ιστοριογραφικό πρίσμα. (πι αναγνώστες που ενδιαφέρονται να εμβαθύνουν μπορούν να συμβουλευθούν, π.χ., το βιβλίο Imperial Eclipse: Japan’s Strategic Thinking about Continental Asia before August 1945 της Yukiko Koshiro.)
Ινδία και Πακιστάν
Επιπλέον, όταν η Ινδία και το Πακιστάν πραγματοποίησαν τις πυρηνικές τους δοκιμές το 1998, πολλοί αναλυτές υποστήριξαν ότι η υποήπειρος είχε εισέλθει σε μια νέα εποχή σταθερότητας. Οι αισιόδοξοι, συμπεριλαμβανομένου του Kenneth Waltz, πίστευαν ότι η πυρηνική ισορροπία θα επέβαλλε αυτοσυγκράτηση και, για δύο δεκαετίες, παρά τις περιοδικές κρίσεις, οι δύο αντίπαλοι απέφυγαν έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Αυτή η υπόθεση κατέρρευσε το 2025, όταν συνοριακές συγκρούσεις στο Κασμίρ κλιμακώθηκαν σε μια μείζονα διακρατική σύγκρουση, σε κανονικό πόλεμο. Και οι δύο πλευρές, παρότι διέθεταν πυρηνικά όπλα, ενεπλάκησαν σε παρατεταμένες συμβατικές εχθροπραξίες. Για εβδομάδες, οι αναλυτές φοβούνταν κλιμάκωση, ενδεχομένως έως και το πυρηνικό κατώφλι εάν τα πράγματα εκτρέπονταν· ωστόσο, ούτε αυτό συνέβη, ούτε και αποτράπηκε εξαρχής ο πόλεμος. Ο πόλεμος κατέδειξε ότι η αποτροπή μπορεί να συγκρατεί την κλιμάκωση, αλλά όχι να αποτρέπει τον ίδιο τον πόλεμο.
Εν ολίγοις, τα πυρηνικά όπλα στη Νότια Ασία έχουν καταστεί εργαλεία μάλλον ψυχολογικής διασφάλισης παρά πρακτικής αποτροπής. Η παρουσία τους επιτρέπει στους ηγέτες να ενεργούν πιο τολμηρά σε συμβατικό επίπεδο, με την υπόθεση ότι η πυρηνική κλιμάκωση παραμένει απίθανη. Το φαινόμενο αυτό, που αποκαλείται ενίοτε «παράδοξο σταθερότητας–αστάθειας», καθιστά την αποτροπή αυτοαναιρούμενη: αποτρέποντας τον ολοκληρωτικό πόλεμο, επιτρέπει παραδόξως τον περιορισμένο πόλεμο.
Επανεκτιμώντας τα όρια της πυρηνικής αποτροπής
Σε όλα αυτά τα θέατρα επιχειρήσεων, αναδύεται ένα κοινό μοτίβο: η αποσύνδεση της πυρηνικής ικανότητας από την πολιτική επιρροή. Η κατοχή της βόμβας δεν συνεπάγεται πλέον αυτόματα (πολλώ δε μάλλον απολύτως) αποτροπή, ούτε εγγυάται τη σταθερότητα. Η πυρηνική ορθοδοξία του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιωμένη στη διπολική ορθολογικότητα, στον έλεγχο των υπερδυνάμεων και στο δόγμα της Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής (MAD), έχει ραγίσει μέσα σε έναν πολυπολικό κόσμο υβριδικών συγκρούσεων.
Η πρόσφατη βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι η διάβρωση της αποτροπής δεν είναι απλώς εμπειρική αλλά και δομική. Ο Vipin Narang (2017) έχει δείξει ότι οι πυρηνικές στάσεις των κρατών (είτε πρόκειται για εξασφαλισμένη αντεκδίκηση, είτε για «καταλυτική» στάση, είτε για ασύμμετρη κλιμάκωση) διαμορφώνουν σε βάθος την αξιοπιστία και την ευελιξία της αποτροπής, υποδηλώνοντας ότι η ίδια η ποικιλία στάσεων μπορεί να παράγει αστάθεια.
Ο Matthew Kroenig (2020) υποστηρίζει αντίστοιχα ότι η επιστροφή του πυρηνικού ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων αναβιώνει καταναγκαστικές δυναμικές της εποχής του Ψυχρού Πολέμου σε ένα πιο πολυπολικό πλαίσιο, διαβρώνοντας την προβλεψιμότητα και τη σταθερότητα των κρίσεων. Συμπληρώνοντας αυτές τις στρατηγικές προσεγγίσεις, η Nina Tannenwald (2018) καταγράφει τη σταδιακή αποδυνάμωση του πυρηνικού ταμπού, καθώς τόσο η ρητορική όσο και η πολιτική έχουν κανονικοποιήσει συζητήσεις περί χρήσης πυρηνικών όπλων που άλλοτε θεωρούνταν αδιανόητες.
Ο Lawrence Freedman (2019), από την πλευρά του, προειδοποιεί ότι η αποτροπή εδράζεται τελικά στην αξιοπιστία της σηματοδότησης (signalling) και της επικοινωνίας, η οποία στις σύγχρονες συγκρούσεις υπονομεύεται ολοένα και περισσότερο από την αμφισημία, την παραπληροφόρηση και τη διάχυση της ισχύος. Συνολικά, αυτές οι προσεγγίσεις ενισχύουν το επιχείρημα ότι η φαινομενική παρακμή της πυρηνικής αποτροπής δεν αντανακλά απλώς μεταβολές στη συμπεριφορά, αλλά έναν συστημικό μετασχηματισμό στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αντιλαμβάνονται και ασκούν την πυρηνική αυτοσυγκράτηση.
Τρεις επισημάνσεις αξίζουν εδώ ιδιαίτερη έμφαση. Πρώτον, ο μύθος: η πεποίθηση ότι τα πυρηνικά όπλα επιβάλλουν υποταγή ή εγγυώνται την ειρήνη στερείται ιστορικής θεμελίωσης. Δεύτερον, το ταμπού: η ηθική αναστολή έναντι της χρήσης πυρηνικών, άλλοτε σχεδόν ιερή, εξασθενεί καθώς η πυρηνική ρητορική κανονικοποιείται. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα σενάριο στο οποίο, σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, τέτοια όπλα θα είχαν χρησιμοποιηθεί μόνο δύο φορές, στους ατομικούς βομβαρδισμούς της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι το 1945. Τρίτον, το δόγμα: η ίδια η Αμοιβαία Εξασφαλισμένη Καταστροφή (MAD) σχετικοποιείται· η στρατηγική αμφισημία και οι περιορισμένοι πόλεμοι μεταξύ ή γύρω από πυρηνικά κράτη καθίστανται ολοένα και πιο πιθανοί.
Η πυρηνική αποτροπή δεν έχει εκλείψει, αλλά έχει αποτύχει στον απόλυτο ισχυρισμό της ότι αποτρέπει τον πόλεμο. Στην αμφισβητούμενη αποτροπή της Ρωσίας, στην ευαλωτότητα του Ισραήλ, στις επιλογές πυρηνικής πολιτικής του Ιράν και στην αστάθεια της Νότιας Ασίας, η βόμβα αποδείχθηκε μια αδρανής θεότητα: λατρευόμενη, εκφοβιστική, αλλά πολιτικά κάθε άλλο παρά παντοδύναμη.
Καθώς το διεθνές σύστημα ολισθαίνει προς έναν ανανεωμένο ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και προς περιφερειακή στρατιωτικοποίηση, τόσο οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής όσο και οι μελετητές οφείλουν να επανεκτιμήσουν νηφάλια τα όρια της πυρηνικής αποτροπής, δεδομένου ότι η υπόσχεσή της για σχεδόν απόλυτη ασφάλεια αγγίζει τα όρια της ψευδαίσθησης.
*Ο Δημήτρης Β. Πεπόνης είναι ο δημιουργός του ιστότοπου αναλύσεων «Κοσμοϊδιογλωσσία» και συγγραφέας του βιβλίου Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης: Από την Ουκρανία και την πανδημία στη νέα πλανητική τάξη (εκδ. Τόπος, 2023). Είναι απόφοιτος του μεταπτυχιακού προγράμματος «Διακυβέρνηση και Δημόσιες Πολιτικές» του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και έχει εργαστεί στη Βουλή των Ελλήνων ως επιστημονικός συνεργάτης.
*Ο Σωτήρης Μητραλέξης είναι διδάκτωρ πολιτικής επιστήμης και διεθνών σχέσεων και Επίτιμος Ανώτερος Ερευνητικός Εταίρος στο University College London του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (ιστοσελίδα).

Σχόλια