Υποκλοπές: «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι»

 Του Μανώλη Κοττάκη

Λέγεται ότι το πρωθυπουργικό γραφείο υποδέχθηκε με ικανοποίηση την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τις υποκλοπές, υπό την έννοια ότι τα πρακτικά της δίκης τα οποία θα αποσταλούν στη Δικαιοσύνη για περαιτέρω αξιολόγηση θέτουν στο κάδρο της ερεύνης τον τέως γενικό γραμματέα της κυβέρνησης και ανιψιό του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη. Και όχι κάποιον υψηλότερα.ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Υπό την έννοια επίσης ότι η κυβέρνηση έχει πλέον στη φαρέτρα της ένα επιχείρημα ότι η υπόθεση αυτή αξιολογήθηκε από την τακτική δικαιοσύνη και επιβλήθηκαν αυστηρές ποινές. Και βεβαίως υπό την έννοια ότι προσφέρεται σε όλους όσοι δυσαρεστήθηκαν από την παρακολούθησή τους ένα κυβερνητικό πρόσωπο προς θυσία. Μάλλον αλαζονικά μάλιστα ακούγεται στους διαδρόμους του Μαξίμου ότι «ο πρωθυπουργός το άφησε να συμβεί». Δεν έγινε, δηλαδή, παρέμβαση στη Δικαιοσύνη.

Λέγεται επίσης ότι από την άλλη πλευρά ο ανιψιός του πρωθυπουργού, ο οποίος το προηγούμενο διάστημα έδωσε ηχηρό «παρών» σε όλες τις εκδηλώσεις της Νέας Δημοκρατίας ανά την Ελλάδα και προανήγγειλε την υποψηφιότητά του για τις εκλογές χωρίς να αναφέρει ούτε μία φορά το όνομα του πρωθυπουργού, πέρασε το Σαββατοκύριακό του στα τηλέφωνα, μιλώντας όχι με κολακευτικά λόγια για τον θείο του και προειδοποιώντας, όπως είχε πει στο παρελθόν, ότι αυτή τη φορά εφόσον χρειαστεί δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του στη σιωπή.

Λέγεται επίσης ότι ανεξαρτήτως της υπόθεσης αυτής ότι στο εσωτερικό της οικογένειας έγιναν και οι τελευταίες διευθετήσεις και ότι ο Κώστας Μπακογιάννης αποφάσισε τελικώς να μην είναι υποψήφιος στην πρώτη εκλογική περιφέρεια Αθηνών, αλλά να διεκδικήσει ξανά το 2028 τον Δήμο Αθηναίων.

Κάτι που ουσιαστικά σημαίνει ότι είναι σφόδρα πιθανό το ενδεχόμενο να είναι ξανά υποψήφια στα Χανιά η Ντόρα Μπακογιάννη ή άλλο μέλος της οικογένειας. Προχθές έδωσε ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο One η Αλεξία Μπακογιάννη.

Το πρόβλημα με όλα αυτά είναι το εξής: η συζήτηση για τις υποκλοπές δεν είναι οικογενειακή υπόθεση και ξεκαθάρισμα εσωτερικών κυβερνητικών λογαριασμών. Είναι εθνική υπόθεση, η οποία διεξάγεται σε μια νέα εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα από αυτήν με την οποία συζητήθηκε το 2022, όταν προέκυψε.

Τότε η κυβέρνηση, αξιοποιώντας την αμηχανία του παρακολουθούμενου προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη αλλά και την ατολμία του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα, ξεπέρασε σχετικά εύκολα τον σκόπελο στην κοινή γνώμη με το επιχείρημα μάλιστα ότι πρέπει να γίνονται παρακολουθήσεις.

Ο μόνος που διαφοροποιήθηκε τότε ηχηρά από την κυβερνητική παράταξη, ζητώντας να αποκαλυφθεί ποιοι έδιναν τις εντολές, και δικαιώνεται σήμερα ήταν ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, με την περίφημη ομιλία του στα Ανώγεια, ενώ από την πλευρά της αντιπολίτευσης ο μόνος ο οποίος έθεσε με ένταση το ζήτημα ήταν ο τέως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος.

Η σύγχρονη πολιτική μας ιστορία έχει δείξει ότι το ίδιο θέμα και οι ίδιες απαντήσεις επί διαφορετικής εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής ατμόσφαιρας παράγουν διαφορετικά εθνικά, πολιτικά και κοινωνικά αποτελέσματα.

Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2006 ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής κάλυψε πολιτικά έναν υπουργό του σε μία επίθεση που δεχόταν τότε από έναν επιχειρηματία και η απάντηση που έδωσε τότε θεωρήθηκε απολύτως επαρκής και επιδοκιμάστηκε από την κοινή γνώμη. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2008 ο κύριος Καραμανλής ερωτήθηκε για το ίδιο ακριβώς θέμα και το ίδιο ακριβώς πρόσωπο και έδωσε την ίδια ακριβώς απάντηση. Σε εντελώς διαφορετική πολιτική ατμόσφαιρα όμως, καθώς η κοινή γνώμη είχε αρχίσει να αλλάζει στάση απέναντι στην κυβέρνησή του. Το πολιτικό αποτέλεσμα ήταν εντελώς διαφορετικό.

Έχω την εντύπωση, λοιπόν, πως όσοι πανηγυρίζουν στο Μέγαρο Μαξίμου επειδή με τη δικαστική αυτή απόφαση μπαίνει στο κάδρο μέσα από καταθέσεις μαρτύρων μόνο ένα πρόσωπο από τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας, όπως ο ανιψιός του πρωθυπουργού, και όχι άλλα τα οποία δεν κατονομάστηκαν ανήκουν στην κατηγορία των «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι».

Διότι εδώ το ζήτημα δεν είναι απλώς ποινικό για να βρεθεί άλλη μία Ιφιγένεια, όπως γίνεται συνήθως σε όλες τις περιπτώσεις αυτήν την εξαετία. Εδώ το θέμα μας είναι βαθιά συνταγματικό, πολιτικό και εθνικό.

Και μάλιστα δεδομένου του γεγονότος ότι η δικαστική απόφαση εκθέτει τη Δικαιοσύνη για τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση των υποκλοπών, θάβοντάς την (ή ηγεσία του Αρείου Πάγου αφαίρεσε τον φάκελο από ανακριτές και την ανέθεσε αλλού), υπερβαίνει την κυβέρνηση και χτυπά στην αξιοπιστία ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Σε αυτό που ονομάζουμε ηθική χρεοκοπία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

Στο δικαστήριο ακούστηκαν καταθέσεις από πρώην στελέχη της ΕΛ.ΑΣ.-ΕΥΠ ότι μετατέθηκαν δυσμενώς, εξαιτίας της εμπλοκής τους σε αυτήν την υπόθεση. Ακούστηκαν καταθέσεις υπαλλήλων των εταιριών οι οποίοι ομολόγησαν ότι τους δόθηκαν σκονάκια το τι να πουν στην επιτροπή θεσμών της Βουλής και τι να απαντήσουν σε συγκεκριμένους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Ακούστηκαν διαπιστώσεις ότι σχεδόν όλα τα μέλη της επιτροπής θεσμών που ρωτούσαν τους μάρτυρες επιβραβεύτηκαν για τη συνέπειά τους απέναντι στο κόμμα και τοποθετήθηκαν στη συντριπτική τους πλειονότητα στην κυβέρνηση ως υπουργοί και υφυπουργοί. Ακούστηκαν καταθέσεις ότι ουσιαστικά η λίστα των κυβερνητικών στελεχών που παρακολουθούνταν από τις ιδιωτικές εταιρίες ταυτίζονταν με τη λίστα των παρακολουθούμενων από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Το μέγα σκάνδαλο εδώ είναι ότι το κράτος παρακολουθούσε τον εαυτό του. Ο βαθύς πυρήνας του κράτους παρακολουθούσε τον βαθύ πυρήνα του κράτους. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, που υπαγόταν από την επομένη των εκλογών του 2019 απευθείας στο Μαξίμου και όχι στον υπουργό Δημοσίας Τάξεως, παρακολουθούσε υπουργούς και ανώτατους στρατιωτικούς.

Δεν παρακολουθούσε ούτε ξένους πολιτικούς ηγέτες, προκειμένου να αποσπάσει μυστικά για εθνικές υποθέσεις, ούτε πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν στα χρόνια των αλήστου μνήμης Τόμπρα από το ΠΑΣΟΚ και Μαυρίκη από τη Νέα Δημοκρατία.

Εδώ η Νέα Δημοκρατία παρακολουθούσε κυρίως τον ίδιο της τον εαυτό και την ίδια της την εξουσία. Και αυτό είτε φθάσει ποτέ ενώπιον της Δικαιοσύνης είτε όχι οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: δεν ήταν ενός ανδρός υπόθεση οι παρακολουθήσεις. Χρειάζονταν άνωθεν πολιτική έγκριση και κάλυψη.

Αυτό που διαφεύγει, λοιπόν, σ’ όλους όσοι πανηγυρίζουν για το γεγονός ότι τίθεται στο κάδρο ο ανιψιός του πρωθυπουργού και όχι ενδεχομένως κι άλλα πρόσωπα υψηλότερα είναι ότι αυτήν την απλή αλήθεια ο λαός μπορεί να την καταλάβει πάρα πολύ εύκολα και χωρίς να υπάρξει δικαστική απόφαση που να καταδικάζει υψηλότερα πολιτικά πρόσωπα.

Και όπως τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ το έγκλημα περιέχει μέσα του δεύτερο έγκλημα. Τη συγκάλυψη.

Προς τι, λοιπόν, τα πανηγύρια στο Μαξίμου, δεν καταλαβαίνουμε.

Ειδικώς όταν η κυβέρνηση πρέπει να διαπραγματευθεί με τους γείτονες και τους συμμάχους εθνικά θέματα, συμβιβασμούς και οριοθετήσεις στο Αιγαίο με ανοιχτές τις υποκλοπές. Άρα από θέση αδυναμίας.

Από τον γυάλινο κόσμο του Μαξίμου όμως όλα φαίνονται διαφορετικά.

=================

 =================

Εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας»

 Του Γιώργου Χατζηδημητρίου

Αποτελεί ιστορικό ατύχημα για την Ελλάδα ότι αυτές τις δύσκολες ώρες, που οι εξωτερικοί κίνδυνοι μας ζώνουν απειλητικά, στο τιμόνι της χώρας βρίσκεται o Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας ασπόνδυλος πολιτικός που τελεί υπό την απόλυτη κηδεμονία των ΗΠΑ.

Δεν μπορεί κανείς να το γνωρίζει βάσιμα, αλλά εύκολα μπορεί να φανταστεί τα περιφρονητικά σχόλια που ακούγονται πίσω από τις κλειστές πόρτες για τη χαμηλή ποιότητα και την έλλειψη σοβαρότητας του ίδιου του πρωθυπουργού και ανυπόληπτων όσο και εθνικά αναξιοπρεπών υπουργών του που τριγυρνάνε στο αθηναϊκό κέντρο φορώντας μανικετόκουμπα με τη σημαία των ΗΠΑ. Ο μακαρίτης «Πρόεδρος» Μπάμπης Κωνσταντόπουλος ήταν απείρως σοβαρότερος από τέτοιους υστερικούς καραγκιόζηδες και επίτηδες δεν αναφέρω ονόματα γιατί τρέφονται μέσα στη νοσηρότητά τους ακόμα και από την καθολική χλεύη… 

Ο δημόσιος χώρος, όχι και τόσα πολλά χρόνια νωρίτερα, ήταν μια οριοθετημένη περιοχή, η οποία επέτρεπε στα πρόσωπα να αναπτυχθούν έξω από τον στενό κύκλο της Οικογένειας και των προσωπικών φίλων. 

Η επαφή με ξένους και συνάμα η διακριτή απόσταση από αυτούς, όπως την καθόριζαν οι κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, αποτελούσαν το φυσικό πεδίο εκδίπλωσης δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα πολιτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών.

Η εκκωφαντική ανάδυση του προσωπικού και ιδιωτικού στοιχείου, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, γκρεμίζει ακριβώς εκείνες τις λεπτές αποστάσεις και συμβάσεις, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. 

Κι έτσι ενώ φαίνεται να σωριάζονται τείχη, στην πραγματικότητα εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας», η ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών που έχει εξελιχθεί σε μάχη της ατάκας για τα πρωινάδικα, και η ίδια η πολιτική καταλήγει να αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα ιδιωτικών και ψυχολογικών, για να μην πούμε καθαρά ψυχιατρικών για κάμποσους, παραγόντων.

Σε τούτη τη νοσηρή κατάσταση που διαμορφώνεται στον δημόσιο χώρο από λογικές αρένας, πλήρη απουσία ήθους, ημιμάθεια, αγυρτεία, έλλειψη καλού γούστου και ευγένειας, ανεξήγητο πλουτισμό και υποκρισία πλέουμε στάσιμα σήμερα, αφού το μοναδικό που απασχολεί τα στελέχη του κόμματος Μητσοτάκη -όχι πως στα υπόλοιπα κόμματα πολλοί πάνε πίσω…- δεν είναι ο λαός, αλλά η επανεκλογή τους. 

Τέτοιες μέρες ήταν, τέλη Μαρτίου του 1947, όταν ο διοπτροφόρος Αμερικανός δικηγόρος Πολ Πόρτερ υπέβαλε στο Κογκρέσο την ιστορική έκθεσή του, με την οποία η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία και το Ιράν, που σήμερα οι ΗΠΑ με το Ισραήλ βομβαρδίζουν, εντάχθηκε στο πρόγραμμα αμερικανικής βοήθειας του Δόγματος Τρούμαν. 

«Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ’ αυτού υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα» διαπιστώνει με αποστροφή ο Πόρτερ.

Σημειώνει τη διαφθορά των αστών πολιτικών, την αδιαφορία της επιχειρηματικής τάξης να επενδύσει στη χώρα, τη στιγμή που έβγαζε τα λεφτά της έξω κι αυτά την ώρα που λαός λιμοκτονούσε στους κρύους δρόμους. Δεν έχουν αλλάξει πολλά έκτοτε. Στα 76 χρόνια που μεσολάβησαν, η «μη κυβερνήσιμη χώρα» βουλιάζει στη διαφθορά και τη σήψη, πολλοί επιχειρηματίες εξακολουθούν να βγάζουν τα λεφτά τους σε ξένες τράπεζες, η Ελλάδα ξεπουλιέται και αλλάζει ιδιοκτησία κι ο λαός αποχαυνωμένος θαυμάζει την καταστροφή του, τρώγοντας λωτούς μπροστά στην τηλεόραση…


Σχόλια