«Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει»

 Τάκης Λάγιος

Η Ελλάδα ήταν μια αγροτική χώρα. Φτωχή αλλά σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης. Ακόμα κι όταν οι κατακτητές έκλεβαν τις σοδειές, η ελληνική γη κράταγε ζωντανό τον πληθυσμό της. Τον αγροτικό χαρακτήρα της τον έβλεπες, τον μύριζες, τον γευόσουνα. Ταξιδεύοντας στους φιδίσιους δρόμους της έβλεπες λιόδεντρα, σταροχώραφα, περβόλια, μποστάνια, αμπέλια και ανθρώπους, οι περισσότεροι από αυτούς μικροϊδιοκτήτες γης, να τα περιποιούνται. Μύριζες τ’ ανθισμένα καρποφόρα, γευόσουν το ζυμωτό ψωμί, τα πεντανόστιμα λαδερά, τα τυριά και τα φρούτα της. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Oλοι οι νέοι άνθρωποι μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1980 αισθανόμασταν λίγο-πολύ επίδοξοι αγρότες. Είχαμε πάντοτε μέσα στο μυαλό μας τη σκέψη κάποτε να αποκτήσουμε ένα κτήμα, μια φάρμα με ζώα και να καλλιεργούμε κάτι, να σπέρνουμε, να θερίζουμε, να βγάζουμε το λάδι και το κρασί μας, ν’ αρμέγουμε τη μαρτίνα κάθε πρωί και να ζούμε μια ειρηνική ζωή σε ένα περιβάλλον όπου η Φύση θα δεσπόζει και θα καθορίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά το πιο σημαντικό θα μπορεί να τους τρέφει. Και ο λόγος δημιουργίας αυτής της αίσθησης ίσως ήταν ότι ακόμα και για τα παιδιά της αστικής τάξης ο αγρότης πρόγονός τους ήταν ζωντανός στη συλλογική τους μνήμη. Με το ψάθινο καπέλο του, τα τραχιά χέρια του και το καλοσυνάτο χαμόγελό του.

Εστω και σαν όραμα στο φαντασιακό της τότε κοινωνίας, ο ρόλος του γεωργού στην επίτευξη της διατροφικής αυτάρκειας, που στον πυρήνα της συνδέεται με τη φυσική ελευθερία και ως συνεπακόλουθο με τον πολιτισμό, ήταν πρωταγωνιστικός· και αυτό τον καθιστούσε στη συνείδηση του λαού άξιο σεβασμού και κοινωνικής αναγνώρισης.

Ομως για τον Ελληνα αγρότη, κτηνοτρόφο, ψαρά, απεδείχθη ότι εχθρός του τελικά δεν ήταν η έντιμη πενία του. Εχθρός του ήταν η βία που ήταν και είναι αναγκασμένος να υπομένει και η οποία προέρχεται από το κράτος.

Το κράτος που μεθοδικά, αργά και σταθερά κατόρθωσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αγροτικό τομέα της χώρας στο πλαίσιο μιας εξαρτημένης και ανερμάτιστης αγροτικής πολιτικής. Εξαιρετικά προϊόντα όπως το δίκοκκο σιτάρι, η σταφίδα και με τη «βοήθεια» της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής ο καπνός και άλλα προϊόντα παύουν σιγά σιγά να καλλιεργούνται.

Σύντομα το ίδιο θα συμβεί με το υπέροχο λάδι, το άριστης ποιότητας βαμβάκι, ίσως και με τη φέτα και τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, ακόμα και με τα πορτοκάλια και τα ροδάκινα.

Στη θέση τους θα μας έρχονται ξηροί καρποί από το Ιράν, ντομάτες από το Βέλγιο, καρπούζια από τη Χιλή, σκόρδα από την Κίνα και ελιές από το Μαρόκο. Η κτηνοτροφία σκόπιμα οδηγήθηκε στον όλεθρο που προκάλεσαν η διαφθορά και η αδιαφορία των πολιτικών παραγόντων. Τα τρεχαντήρια παραδόθηκαν στη διάλυση και σύντομα θα δούμε στις ελληνικές θάλασσες, εκτός από τα πάμπολλα τουρκικά, αλιευτικά από τη Νορβηγία και την Ολλανδία. Εδώ και πολλά χρόνια ζούμε μια σύγκρουση της πρωτογενούς παραγωγής με το εμπόριο. Το εμπόριο, το οποίο κάποτε ήταν ο σύμμαχος του αγρότη, έγινε ο μεγαλύτερος εχθρός του.

Οι δαιμόνιοι Ελληνες έμποροι που μετέφεραν με τη βοήθεια της ελληνικής ναυτιλίας τα ελληνικά προϊόντα σε όλον τον κόσμο -και κάποιοι από αυτούς συντέλεσαν τα μέγιστα στην ανεξαρτησία της Ελλάδας- έγιναν μεσάζοντες, «χοντρέμπορες» και μεγαλοεισαγωγείς φτηνιάρικων και επικίνδυνων προϊόντων, ό,τι κι αν είναι, απ’ όπου κι αν είναι αυτά, αρκεί να δίνουν το ανάλογο «χοντρό» κέρδος. Κι από κοντά το κράτος να τους ενισχύει, να τους προστατεύει και να απειλεί με αφανισμό όσους αγρότες, κτηνοτρόφους και αλιείς επιμένουν να αντιστέκονται.

Και έτσι φτάσαμε στο σημείο το υπερδιπλάσιο πλεόνασμα στο ισοζύγιο εξαγωγών-εισαγωγών αγροτικών προϊόντων τη δεκαετία του 1970 σήμερα να είναι ισοσκελισμένο, σύντομα δε με βεβαιότητα θα γίνει δραματικά ελλειμματικό. Το τελευταίο ανάχωμα που παρείχε τη στοιχειώδη αυτάρκεια στον λαό μας ήδη καταρρέει. Αφήσαμε τη μοίρα μας στα χέρια των μοντέρνων εμπόρων, μεσαζόντων και των εντολοδόχων τους που στελεχώνουν τα κλιμάκια της εξουσίας σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Και όλη αυτή η αυτοκαταστροφική πολιτική μού φέρνει στον νου τη συγκινητική ατάκα του ταξιτζή, τον οποίο υποδύεται ο Θανάσης Βέγγος στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα», όταν είπε στον Ελληνα της διασποράς που αναζητούσε τις μνήμες της ελληνικής ψυχής στα Βαλκάνια: «Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει, πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας κάμποσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα και πεθαίνουμε. Αλλά ξέρεις κάτι; Αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, ας γίνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει θόρυβο».

==============

 ===================

==============

 ------------------------

Σχόλια