Στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλικάρια…

 ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΗΣ 

Πολλοί απλοϊκά σκεπτόμενοι άνθρωποι πιστεύουν πως η ηγετική ιδιότητα εμπεριέχεται στο πρόσωπο, στη φυσιογνωμία, στο ψυχοπολιτικό προφίλ, στην ίδια τελικά την προσωπικότητα του ηγέτη – είτε αυτός εμφανίζεται σαν βασιλιάς με “γαλάζιο αίμα” και βασιλικούς τρόπους, είτε ως ελέω λαού και εκλογών αρχηγός, που οφείλει βέβαια να δημιουργήσει ο ίδιος τις συνθήκες που θα του ανοίξουν το δρόμο για την ηγεσία, όπως η Μαρία Καρυστιανού. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Όμως στην πραγματικότητα, η ηγετική ιδιότητα και η όποια ισχύς ή αδυναμία του ηγέτη, προκύπτουν πάντα από τη σχέση του με τους άλλους (την αγάπη ή τον φόβο που εμπνέει, τα συμφέροντα, τις επιδιώξεις κλπ. του κόσμου, δηλαδή της ομάδας, της φυλής, του λαού κλπ.). Προκύπτουν συνεπώς, από μια σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους που αναζητούν μια ηγετική φυσιογνωμία για να εκφραστούν πολιτικά και ενδεχομένως να επικρατήσουν των αντιπάλων τους.

Ο ηγέτης καθίσταται ηγέτης μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι τα συμφέροντα, τα οράματα, οι αγωνίες και οι προλήψεις εκατομμυρίων ανθρώπων αντανακλώνται στο πρόσωπό του κι αυτός έχει την αντικειμενική, πραγματική δυνατότητα να λειτουργήσει απέναντί τους σαν ο διαμορφωτικός, συνθετικός καθρέπτης που χρειάζονται. Όταν οι σχέσεις αυτές μεταβληθούν από τις εξελίξεις ή αποκτήσουν ρωγμές, τότε ο ηγέτης αποδομείται εκ των πραγμάτων. Άλλοτε μετατρέπεται ταχύτατα σε μια ταλαίπωρη και αμφισβητήσιμου κύρους μετριότητα, συνεπώς, παραμερίζεται ως “ανεπαρκής”. Άλλοτε εξορίζεται, αμφισβητείται ή και δολοφονείται ως επικίνδυνος για τα συμφέροντα κάποιων άλλων ισχυρών. 

Η σημερινή καταρρέουσα ελληνική κοινωνία, ή μάλλον ένα σημαντικό τμήμα της, που είναι αηδιασμένο από την πολύπλευρη, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και δημογραφική κρίση, από τη μαφιοποίηση του καθεστώτος, καθώς και από την ανικανότητα του κοινοβουλευτισμού να διαχειριστεί τις τύχες και τα πεπρωμένα του ελληνικού λαού, ψάχνει εναγωνίως: α) τις ιστορικές πηγές της κακοδαιμονίας και β) κάποιες διεξόδους στα επείγοντα προβλήματα, η λύση των οποίων συνδέεται με την επιβίωση των λαϊκών στρωμάτων και την υπαρξιακή αγωνία τους

Η μετάλλαξη της Αριστεράς

Η ιδεολογική μετάλλαξη της Αριστεράς και η ένταξή της στο μετανεωτερικό, κοινωνιακό (και όχι πλέον κοινωνικό και ταξικό) αφήγημα του ατομοκεντρικού δικαιωματισμού, του κοσμοπολιτισμού και του εθνομηδενισμού συνέβαλλε στη σταδιακή αύξηση του ποσοστού των πολιτών που σε όλο το Δυτικό Κόσμο αποστασιοποιήθηκαν από τις δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες των εκλογών και προτίμησαν την αποχή και την ιδιώτευση.

Έτσι, ο περιβόητος “καημός της Ρωμιοσύνης” που ως συλλογική συνείδηση κοντεύει να γίνει “παιχνίδι στα χέρια των μεγάλων παιδιών”, έχει μεταφερθεί στην τρέχουσα συζήτηση περί του ιστορικά αναγκαίου, σχεδόν μεσσιανικού ηγετικού προφίλ που “μας έλλειψε”. Ή τέλοπάντων που μας χρειάζεται για να συμπληρωθεί, τρόπον τινά, η ημιτελής επανάσταση του ’21 και το συλλογικό όραμα της ανεξαρτησίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πολιτικής ελευθερίας.

Συνοπτικά, με ευθύνη των Μεγάλων Δυνάμεων και των κοτζαμπάσηδων που κατά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ’21 έβαλαν τα στενά, ταξικά συμφέροντά τους πάνω από τα λαϊκά και τα εθνικά, μας έλειψε, όπως λέει το αφήγημα, ένας ηγέτης του διαμετρήματος του Καποδίστρια: Όπως δείχνει ο Σμαραγδής στην ομώνυμη ταινία που έχει σπάσει τα ταμεία και έχει ενοχλήσει αρκετά τους γνωστούς, βλαχοκοσμοπολίτικους, εθνομηδενιστικούς κύκλους. Ο “Μπαρμπα-Γιάννης” του φτωχού ελληνικού λαού θυσιάστηκε χωρίς να ολοκληρώσει το πολιτικό του πρόγραμμα.

Το φαινόμενο Καρυστιανού

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, τίθεται πάλι το ερώτημα που αφορά πλέον το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας: Ποιος έχει σήμερα το συγκινησιακά φορτισμένο αντισυστημικό ηγετικό προφίλ και ταυτόχρονα την επιμονή και τα επικοινωνιακά χαρίσματα που απαιτούν οι σημερινές ιστορικές περιστάσεις, για να εμπνεύσει τον ενθουσιασμό και να πλαισιώσει τον συλλογικό εαυτό του πολιτισμικά εξαντλημένου, πολιτικά και κοινωνικά διχασμένου και απογοητευμένου ελληνικού λαού;

Ποιος μπορεί να δώσει ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και αξιοπρέπεια στην καθημερινότητα της ρημαγμένης ελληνικής κοινωνίας; Ποιος δηλώνει απερίφραστα την άρνησή του να συμβιβαστεί με το κατεστημένο πολιτικό σύστημα και την άδικη δικαιοσύνη του; Ποιος διαθέτει την αμεσότητα της έκφρασης κατά την εκφορά ενός λόγου πολιτικού, τουλάχιστον ως προς το όραμα της αποκατάστασης της δημοκρατίας, παρά τις όποιες ελλείψεις ή ανεπάρκειές του στα επιμέρους ζητήματα;

Μα προφανώς, η Μαρία Καρυστιανού, που ως μητέρα αδικοχαμένου παιδιού στο έγκλημα των Τεμπών, ενσαρκώνει στη συνείδηση εκατομμυρίων Ελλήνων την κραυγή της απόγνωσης, τη δήλωση πως “δεν έχει οξυγόνο”, την απόφασή της να διορθώσει τα πράγματα. Θα έλεγε λοιπόν κανείς πως γύρω από την εμβληματική, “μητρική” φυσιογνωμία της Μαρίας Καρυστιανού, που εκφράζει το αίτημα δικαιοσύνης εκ μέρους του ευρύτερου “κινήματος των Τεμπών”, οι περιστάσεις είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκές για την ανάπτυξη ενός παλλαϊκού κινήματος για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία.

Κατά μείζονα λόγο, επειδή ένα πραγματικά υπαρξιακής σημασίας κίνημα, εκείνο του αγροτικού και κτηνοτροφικού κόσμου, αγωνίζεται σε όλη την χώρα για το αυτονόητο δικαίωμά του να συνεχίσει να υπάρχει, να παράγει εγχώρια τρόφιμα και να μην καταστρέφεται από τις πολιτικές της ΕΕ που πριμοδοτούν όχι μόνο τις εισαγωγές τροφίμων από τη Λατινική Αμερική, αλλά και την εντομοφαγία. Όχι μόνο την αβεβαιότητα για το μέλλον των ευρωπαϊκών λαών, αλλά και την πολεμική υστερία κατά της Ρωσίας. Αυτό γίνεται, μάλιστα, με όρους πολιτικοστρατιωτικούς και πολιτισμικούς που θυμίζουν έντονα και αποτελούν προεκτάσεις της ιστορικής, δυτικοευρωπαϊκής εχθρότητας κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Κεφάλαια για την επιδότηση του καθεστώτος Ζελένσκι προφανώς υπάρχουν. Οι ηγεμονεύουσες αστικές τάξεις της Ευρώπης είναι άλλωστε τόσο πολύ στραμμένες προς την στρατιωτική ενοποίηση της ΕΕ, που δεν διστάζουν να δηλώσουν ότι στην Ευρώπη σήμερα “δεν μιλάει ο Μπετόβεν ή ο Μπαχ, αλλά τα όπλα”. Αντίθετα, οι επιδοτήσεις της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, όταν δεν τρώγονται από τις συμμορίες των διαφόρων ΟΠΕΚΕΠΕ, αποτελούν ένα επιπρόσθετο βάρος που “δεν αντέχουν οι προϋπολογισμοί”! Έτσι, στην Ελλάδα η κυβέρνηση όχι μόνο σφάζει τα κοπάδια των προβάτων με το πρόσχημα της ευλογιάς, αλλά και προσπαθεί με κάθε τρόπο να απομονώσει κοινωνικά τους αγωνιζόμενους αγρότες, να τους διασπάσει, επιδοτώντας επιλεκτικά ορισμένες περιφέρειες, να τους τρομοκρατήσει με διώξεις και πρόστιμα.

Ωστόσο, το “κίνημα των Τεμπών” για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν φάνηκε να συν-κινείται (κυριολεκτικά και μεταφορικά) με το αγροτοκτηνοτροφικό κίνημα, ούτε άλλωστε με το κίνημα “έξοδος” που αγωνίζεται κατά του προσωπικού αριθμού. Προφανώς, παρά τις κινηματικές εξαγγελίες του, τείνει μονόπλευρα στην ίδρυση ενός νέου πολιτικού κόμματος: Του “Κόμματος Καρυστιανού”. Προς αυτήν την κατεύθυνση εξάλλου ωθούν συστηματικά τον αντισυστημικό του δυναμισμό, όχι μόνο όλα τα παραδοσιακά συστημικά Μέσα (δημοσιογραφικά και πολιτικά), αλλά και οι διάφοροι συνομιλητές και “σοφοί σύμβουλοι” της Καρυστιανού.

Σε αναζήτηση σωτήρα;

Όλοι εκείνοι δηλαδή που δεν την θέλουν καθόλου λαοπρόβλητη “Κυρά Μαρία” (στην προέκταση του “Μπάρμπα-Γιάννη” Καποδίστρια), αλλά ηγετική φυσιογνωμία ενός νέου κοινοβουλευτικού κόμματος που θα επιτρέψει στους ίδιους να τρουπώσουν στο σύστημα που καταγγέλλουν. Αρχικά, ως βουλευτές. Ίσως, ποιος ξέρει, αργότερα, και ως υπουργοί… Κάποιος μάλιστα από τους υποψήφιους παρατρεχάμενους που αλληλοσπρώχνονται στους διαδρόμους, δήλωσε πως η Καρυστιανού είναι από μηχανής Θεός!

Για όλους αυτούς τους δήθεν αντισυστημικούς, “ιδεαλιστές” και πραγματιστές, “δεξιούς” και “αριστερούς” , η Καρυστιανού είναι το ιδεώδες όχημα για την εκπλήρωση των προσωπικών τους φιλοδοξιών. Σε αυτές τις συνθήκες, αντί μιας λαοφιλούς “Κυρά Μαρίας” στο πλαίσιο ενός παλλαϊκού κινήματος αμφισβήτησης, το εγχείρημα κινδυνεύει να καταλήξει σε μια ακόμα πολιτικά “κουτσή Μαρία” του ελληνικού Κοινοβουλίου…

Διότι, όπως ξέρουμε από την ιστορία, η εμπιστοσύνη και η υποστήριξη που δείχνει το πλήθος είναι δίκοπο μαχαίρι. Οι άνθρωποι όσο δύσκολα γοητεύονται, τόσο εύκολα απογοητεύονται. Η ιδεολογική και πολιτική ανομοιογένεια ενός εν δυνάμει κοινωνικού κινήματος για τη δικαιοσύνη που, αντί να κινητοποιήσει τη λαϊκή βάση του και να συντονιστεί με τα ζωντανά κοινωνικά κινήματα από τα κάτω, μετατρέπεται εκ των άνω και όπως- όπως, σε ένα πολιτικό κόμμα, θα καταστήσει το νέο πολιτικό σχήμα εσωτερικά ασταθές και θνησιγενές.

Θα πρόκειται για ένα κόμμα στο οποίο οι πολίτες, ως ψηφοφόροι πλέον, θα αναθέτουν την “σωτηρία” τους, ή έστω την επίλυση των προβλημάτων τους. Κάτι που σε τελευταία ανάλυση θα λειτουργήσει στο δημοκρατικό πατριωτικό χώρο διχαστικά και εκτονωτικά – κάπως όπως το “αριστερό” εγχείρημα γύρω από τον αμερικανόφερτο Κασσελάκη, ή τον κεντροαριστερό Θεοδωράκη με το “Ποτάμι” του. Άλλωστε, το πρόβλημα των κριτηρίων επιλογής των στελεχών του υπό ίδρυση κόμματος παραμένει ακανθώδες: Πως και μέσα από ποιες διαδικασίες θα επιλεγούν εκείνοι οι πολιτικά “άφθαρτοι” που θα διαμορφώσουν το πολιτικό πρόγραμμα του νέου κόμματος; Και τι θα περιέχει άραγε αυτό το πρόγραμμα;

Ασαφές πολιτικό στίγμα

Το ασαφέστατο πολιτικό στίγμα του υπό διαμόρφωση σχηματισμού, με τις αερολογίες περί φροντίδας στις ευπαθείς ομάδες, με όσους συνοδεύουν την Καρυστιανού κατά την είσοδό της στον πολιτικό στίβο, αλλά και η επίμονη σιωπή γύρω από τα θέματα που ενέχουν μια συγκρουσιακή κοινωνιοπολιτική δυναμική λειτουργούν σαν κενά αέρος. Επιτρέπουν, όμως, στην ρητορική της κάθαρσης να ακουστεί από χιλιάδες ανθρώπους χωρίς παράσιτα.

Θέματα που ενέχουν μια συγκρουσιακή κοινωνιοπολιτική δυναμική είναι π.χ. το αίτημα της μείωσης άμεσων και έμμεσων φόρων, της αύξησης της παραγωγής και της εξασφάλισης της διατροφικής επάρκειας, ενδεχομένως με μέτρα προστατευτισμού, της βελτίωσης των μισθών και της κατάργησης κάθε μορφής εντατικοποίησης της απλήρωτης εργασίας (13ωρης ή μη), το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης, το ζήτημα των σχέσεων της χώρας με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ κλπ.

Ωστόσο, η Καρυστιανού θα έκανε μεγάλο λάθος αν υπερτιμούσε τις κοσμοπλημμύρες για το θέμα των Τεμπών ή τα ποσοστά που της δίνουν οι διάφορες δημοσκοπήσεις. Αυτά δεν αποτελούν ένα ασφαλές πολιτικό έρεισμα. Ούτε ένα μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας θα αρκούσε προφανώς από μόνο του για να επιλύσει τα συσσωρευμένα προβλήματα. Ωστόσο, μια παλλαϊκή κινητοποίηση που θα έβαζε φρένο στους σχεδιασμούς του καθεστώτος ή θα το ανέτρεπε, θα ήταν ένα πρώτο βήμα για τη ριζική αλλαγή πορείας επί του σημερινού καταστροφικού μονόδρομου. Το υπό ίδρυση κόμμα μοιάζει δυστυχώς να κινείται προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση.

Σχόλια