Απαγορεύεται να αναπτυχθείς (εν ονόματι της ανάπτυξης)

Του Ηλία Καραβόλια
Η Ελλάδα ήταν για πολλές δεκαετίες το μπακάλικο το μανάβικο, το κουρείο και το «κατάστημα νεωτερισμών» στο μικρό χωριό ή στη γειτονιά της κωμόπολης, εκεί που είχε πάντα ζωή, ενίοτε ένα σινεμά ή ένα θέατρο.
Τα χωριά ερήμωσαν επειδή τα μικρά μαγαζιά έκλεισαν και οι περισσότεροι πήγαν υπάλληλοι σε ξενοδοχεία και στην πόλη, σε γραφεία και πολυκαταστήματα.
Παντού τα μικρά μαγαζάκια δεν αντέχουν με τερματικά και λογισμικά, με συνεχή έξοδα και βία (βίο) ψηφιοποίησης, όπως έγραψα παλιότερα. Και αυτό δεν καλείται εκσυχρονισμός ή ανάπτυξη - δεν είναι πρόοδος να μην μπορεί μια οικογένεια να κρατήσει ένα μαγαζί, ένα μικρό επιχειρηματικό ιστορικό.
Η χώρα μαραζώνει, ενώ περνά φαινομενικά καλά ο πληθυσμός της. Αυτό το μαράζι θα το βρει μπροστά της σύντομα η γενιά των 15-20 ετών, πιστέψτε με, όταν θα αναγκαστεί να γυρίσει από τα πανεπιστήμια των μεγάλων πόλεων στην θαλπωρή του οικογενειακού σπιτιού που χτίστηκε πριν δύο και τρεις γενεις στο χωριό ή σε μια συνοικία αστική.
Ειδικά τα παιδιά ως φοιτητές εξωτερικού, όπου η ζωή γίνεται πανάκριβη και οι μισθοί είναι χαμηλοί για να επιβιώσεις εκεί.
Διαβάστε την τεκμηριωμένη ανάλυση του Πάνου Κοσμά γενικότερα για την μικρομεσαία επιχείρηση : «Η συγκέντρωση της αγοράς συχνά δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι «οι μεγάλοι φέρνουν δουλειές». Πρόκειται για έναν μύθο που καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα.Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των μικρών και μεσαίων. Και μαζί με αυτές, χάνεται και ο κοινωνικός ιστός»
Οι φανατικοί του δαρβινισμού των αγορών και της οικονομίας μιλάνε για τον παγκόσμιο «αναγκαίο πόνο προσαρμογής».Μόνο που δεν μας εξηγούν ότι αυτός ο πόνος δεν χρειάζεται να αφορά όσους δεν μπορούν να τον αντέξουν.
Η βολική εξήγηση είναι ότι οι μικρομεσαίοι κατάρρευσαν επειδή δεν αντέχουν την νομιμότητα, δηλαδή φοροδιέφευγαν πριν τα POS και τις κάρτες, πριν το myData και τα έξοδα ψηφιοποίησης των μαγαζιών και των γραφείων τους.
Αλλά κάποιοι ξέρουμε τα μεγέθη : ξέρουμε τι σημαίνει φοροδιαφυγή ολιγοπωλίων και πως αυτή συγκρίνεται ανέκαθεν με εκείνη των μικρομεσαίων.
Στην Ελλάδα κυριαρχούσαν οι οικογενειακές επιχειρήσεις και υποτίθεται ότι κυριαρχούσε και η φοροδιαφυγή αυτών των επιχειρήσεων.
Δεν είναι αυτή όμως η πραγματικότητα : τα χαμένα δημόσια έσοδα από την μεγάλη φοροδιαφυγή και το φαύλο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο κρατικής λειτουργίας, με τα υπέρογκα εξοπλιστικά και τις απ ευθείας αναθέσεις δημόσιων έργων σε ημέτερους, ήταν η τεράστια γάγγραινα.
Και η αλήθεια είναι ότι κάθε κυβέρνηση όσο και αν προσπαθεί να «μεγαλώσει το μέρισμα της ανάπτυξης», στο τέλος οι μισθοί δεν αυξάνονται ως πραγματικό μέγεθος επειδή εδώ είναι που δεν εξηγείται η μεγάλη σύγχυση : δεν αυξάνονται οι μισθοί, επειδή τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου - που είναι διαφορετικά από αυτά του μικρομεσαίου - δεν επανεπενδύονται σε ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά κατευθύνονται σε αποθησαύριση και σε εντατική απόσπαση υπεραξίας της εργασίας( για όποιον το καταλαβαίνει ή το ζει..)
Φυσικά, η σύγχυση επικρατεί παντού : πχ αλλά είναι τα κέρδη του μεγάλου κολοσσού( δείτε ρεκόρ κερδών εισηγμένων εταιρειών επι τα τρία τελευταία συναπτά έτη) και άλλο τα «οριακά» κέρδη του μικρομεσαίου, σε εποχή αχαλίνωτου πληθωρισμού μάλιστα.
Τα μικρομάγαζα λοιπόν και το μικροεπιχειρείν μεθοδικά και συντεταγμένα «καταργήθηκαν» ως μη αποδοτικά, ως «αναγκαία προσαρμογή» επειδή δεν αντέχουν στον ανταγωνισμό - άρα η θεωρία συγχωνευόμαστε αλλιώς πεθαίνουμε μοιάζει αποτελεσματική.
Απλά μας έμαθαν να μην αναρωτιόμαστε πλέον τα βασικά στην πολιτική οικονομία : ποιος ορίζει τελικά το πλαίσιο ανταγωνισμού στην σύγχρονη παγκοσμιοποίηση ; Το αυτόματο καπιταλιστικό ρυθμιστικό μοτίβο επιβίωσης ή το κράτος- καπιταλιστής ;
Ποιος διαμορφώνει τελικά την συνθήκη της αγοράς για να μην πατάει την ταμειακή ο μικρομεσαίος ; Μήπως εκείνοι που έφτιαξαν «συνθήκες» ώστε οι μεγάλοι να κρύβουν κεφαλαιακά κέρδη πίσω από…ESG δείκτες και «περιβαλλοντικά αποτυπώματα με εταιρική κοινωνική ευθύνη» ; (επειδή πολύ απλά δεν θέλουν να τους φορολογήσουν οι κυβερνήσεις ώστε να δώσουν στην κοινωνία μέρισμα των κερδών τους πίσω στις κοινωνίες 😉
Η «επιχειρηματική μαρίδα» που ονομάζει σωστά ο Πάνος Κοσμάς στην ανάλυση του αρχίζει και κατανοεί ότι «κάτι δεν λειτουργεί καλά».
Και μάλλον ξέρουν πολλοί ότι καπιταλισμός σημαίνει μεταξύ άλλων και καθολική διάχυση ωφέλειας - όχι μόνο αυτοματισμός της δαρβινικής εξέλιξης.
Το πρόβλημα με τον «θάνατο του εμποράκου» είναι τελικά το πρόβλημα της αποσύνδεσης της μικροοικονομίας από την μακροοικονομία.
Είναι μάλλον εκείνο το αναμενόμενο που αποφεύγεται να διδάσκεται : ότι υπάρχει εκ των προτέρων συνθήκη ώστε ο ιδρώτας των πολλών να μην ανταμειφθεί σωστά.
Και ότι τελικά κερδίζουν και ξεχωρίζουν οι «οραματιστές» και τα projects των δήθεν πρωτοπόρων.
Αυτών που δήθεν προσαρμόζονται στους καιρούς, ενώ αυτό που κάνουν( οι περισσότεροι) δεν είναι παρά προσοδοθηρία …
 ======================
Πάνος Κοσμάς 
Βαριά πρόστιμα για παραλείψεις, τυπικά λάθη ή καθυστερήσεις λίγων ημερών, ραγδαία ψηφιοποίηση μέσω «πακέτων», «φορολογική συμμόρφωση»: το ασφυκτικό πλαίσιο που στραγγαλίζει τους αυτοαπασχολούμενους και τις μικρές επιχειρήσεις ● Η «έρημος λουκέτων» προβάλλει ως η νέα κανονικότητα

Καλές οι στατιστικές, αλλά η «αλήθεια» τους λάμπει περισσότερο όταν επιβεβαιώνονται με οφθαλμοφανή τρόπο από την εμπειρία. Ιδού ένα στατιστικό στοιχείο που, όταν δημοσιοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Μελετών της ΓΣΕΒΕΕ, της Γενικής Συνομοσπονδίας των Επαγγελματοβιοτεχνών και Εμπόρων, δεν προκάλεσε κάποιο σοκ: το 1/3 των μικρών επιχειρήσεων της Ελλάδας δηλώνουν σε σχετική έρευνα ότι δεν θα αντέξουν ώς το 2026. Η καταστροφή όμως δεν πρόκειται να περιμένει μέχρι τότε, καθώς έχει ήδη ξεκινήσει και τα ίχνη της εμφανίζονται μαζικά στις γειτονιές της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων: ρολά που κατεβαίνουν, βιτρίνες άδειες, λουκέτα που πολλαπλασιάζονται, ενοικιαστήρια που ξεφυτρώνουν εκεί που κάποτε λειτουργούσε μια μικρή επιχείρηση που δεν άντεξε, το βιβλιοπωλείο, το μπακάλικο ή το συνεργείο που εξυπηρετούσε τον κόσμο της γειτονιάς για δεκαετίες.

Είναι πλέον αρκετά μαζικό το φαινόμενο ώστε να είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού: στους δρόμους του Παγκρατίου, της Καλλιθέας, της Κυψέλης, του Χαλανδρίου και του Περιστερίου, ακόμη και στον Χολαργό, ακόμη και στην περιφέρεια του εμπορικού τριγώνου της Αθήνας – έστω και σε μικρότερη έκταση.

«Οι καιροί αλλάζουν», θα πει κάποιος θυμοσοφικά, υποθέτοντας ότι δεν... σηκώνουν αυτή την επιχειρηματική μαρίδα, που σε μεγάλο ποσοστό αφορά αυτοαπασχόληση, δηλαδή εργαζόμενους μικροαστούς που ζουν κατά βάση από τη δική τους εργασία (και μελών της οικογένειάς τους – συμβοηθούντων μελών, όπως ταξινομούνται στις στατιστικές) κι όχι από την εργασία άλλων, δηλαδή μισθωτών υπαλλήλων. Κι όμως, γι’ αυτή την -εξελισσόμενη σε μαζική- «ευθανασία της μαρίδας» δεν ευθύνεται κατά κύριο λόγο ο ανταγωνισμός, δηλαδή το χάσμα παραγωγικότητας με τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά… το κράτος, δηλαδή η φορολογική πολιτική, τα πρόστιμα, η ασφυκτική ψηφιακή γραφειοκρατία και τα ενοίκια - για τα οποία η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα.

Νέες πλατφόρμες, νέες παγίδες

Από τον Σεπτέμβριο η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Το ψηφιακό δελτίο αποστολής, σε συνδυασμό με το myDATA και το e-τιμολόγιο, ήρθε να προσθέσει ακόμη ένα στρώμα κόστους και κινδύνων.

Στην πράξη, το πλαίσιο που παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός» λειτουργεί ως μηχανισμός συγκέντρωσης με διπλή έννοια: από τη μια, εξολοθρεύονται οι μικροί για να ανοίξει χώρος για τους μεγάλους, από την άλλη, κατασκευάζονται ψηφιακά «πακέτα» έτοιμα προς πώληση στις εταιρείες πληροφορικής. Την περίοδο 2002-2016 ψηφίστηκαν 37 αμιγώς φορολογικοί νόμοι, 273 διάσπαρτες διατάξεις φορολογικού περιεχομένου σε άσχετα νομοσχέδια, 315 συναφείς διατάξεις, 109 μεταβατικές διατάξεις και εκδόθηκαν 722 κανονιστικές εξουσιοδοτήσεις, γεγονός που σημαίνει ότι την εν λόγω 15ετία ψηφίζονταν περίπου 2,5 φορολογικοί νόμοι, 18 διάσπαρτες φορολογικές διατάξεις και 48 κανονιστικές εξουσιοδοτήσεις ανά έτος. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν εσωτερικά λογιστήρια, νομικά τμήματα και υποδομές τεχνολογίας. Οι μικρές αναγκάζονται να πληρώνουν εξωτερικές υπηρεσίες, συμβουλευτικά γραφεία, software και τεχνική υποστήριξη απλώς για να σταθούν όρθιες.

Μια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ιούνιος 2025) είναι αποκαλυπτική: το κόστος συμμόρφωσης για μια μικρή επιχείρηση είναι δέκα φορές υψηλότερο ανά εργαζόμενο σε σχέση με μια μεγάλη. Πρόκειται για μηχανισμό που σπρώχνει μεθοδικά τις μικρές επιχειρήσεις έξω από την αγορά. Η αρχική πρόθεση των μέτρων ήταν να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή. Στην πράξη, όμως, η υπερπληθώρα υποχρεώσεων, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η πλήρης απουσία κατανόησης σε περιπτώσεις ανθρώπινου λάθους έχουν φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα.

Οι μικρές επιχειρήσεις δεν έχουν τον χρόνο ούτε τα εργαλεία να παρακολουθούν αν κάθε διαβίβαση πέρασε σωστά στο σύστημα. Συχνά δεν διαθέτουν καν την τεχνική κατάρτιση για να καταλάβουν πότε το πρόβλημα οφείλεται σε δυσλειτουργία του ίδιου του συστήματος.

Ετσι, μέτρα που υποτίθεται ότι στοχεύουν τη φοροδιαφυγή, καταλήγουν να λειτουργούν σαν παγίδα για τον επαγγελματία που παλεύει να βγάλει το μεροκάματο.

Η πολιτική διάσταση

Δεν μιλάμε για απλές «αστοχίες» ή υπερβολές της διοίκησης. Πρόκειται για ξεκάθαρη πολιτική επιλογή:

● Συνεχής επιβάρυνση της μικρής μονάδας με ρυθμίσεις χωρίς αναλογικότητα.
● Μετακύλιση του κόστους συμμόρφωσης στους ίδιους τους επαγγελματίες.
● Πλήρης απουσία στρατηγικής προστασίας για τις μικρές επιχειρήσεις. Αντ’ αυτού, άρνηση για ενσωμάτωση ευνοϊκών διατάξεων ευρωπαϊκών οδηγιών και ασφυκτική πίεση, που οδηγεί σημαντικό ποσοστό στο κλείσιμο.

Δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά η στόχευση της «μεγάλης μεταρρύθμισης» που προώθησε υπερεσπευσμένα και σε διαδοχικά κύματα από το 2023 και ύστερα ο Κωστής Χατζηδάκης.

Η Εκθεση Πισσαρίδη μιλούσε για το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ των μικρών επιχειρήσεων και των μεσαίων-μεγάλων, που κρατάει πίσω, άλλως ρίχνει το εθνικό ποσοστό παραγωγικότητας χαμηλά. Στην πραγματικότητα, πρόβλημα χαμηλής παραγωγικότητας έχουν όλες οι επιχειρήσεις - περιλαμβανομένων των μεσαίων και μεγάλων. Και αν υπάρχει χάσμα μεταξύ των μικρών από τη μια και των μεσαίων-μεγάλων από την άλλη στο εσωτερικό της χώρας, υπάρχει ακόμη μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στις ελληνικές μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Το πρόβλημα της παραγωγικότητας θα πρέπει να το λύσουν οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις κι όχι οι μικρές.

Τι καταστρέφεται

Η συγκέντρωση της αγοράς συχνά δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι «οι μεγάλοι φέρνουν δουλειές». Πρόκειται για έναν μύθο που καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα.

● Στα μεγάλα καταστήματα λιανικής, σταδιακά οι ταμίες αντικαθίστανται από αυτόματους εξυπηρετητές.
● Οι μεγάλοι όμιλοι δεν δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας· απλώς καταλαμβάνουν τον χώρο που άφησαν οι μικροί, συρρικνώνοντας τις τοπικές οικονομίες και αδειάζοντας τις γειτονιές.

Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των μικρών και μεσαίων. Και μαζί με αυτές, χάνεται και ο κοινωνικός ιστός: οι γειτονιές αδειάζουν από καταστήματα, οι πόλεις γίνονται απρόσωπες, η οικονομία πιο εξαρτημένη από λίγους ομίλους - κι από κοντά έρχεται και ο «εξευγενισμός», η αλλαγή του χαρακτήρα ολόκληρων γειτονιών και περιοχών, που είτε ανοίγει χώρο για τον τουρισμό είτε για την κοινωνική ερήμωση.

Η μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα δεν πεθαίνει από φυσικά αίτια. Δολοφονείται μεθοδικά από ένα θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί τη συγκέντρωση.

Δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τους επαγγελματίες. Αφορά τον καθένα μας. Γιατί πίσω από το λουκέτο στο μικρό μαγαζί της γειτονιάς χάνεται κάτι πολύ περισσότερο από μια εμπορική δραστηριότητα: χάνονται η κοινωνικότητα, η αίσθηση κοινότητας, η τοπική οικονομία.

Αν δεν υπάρξουν άμεσες παρεμβάσεις, η «έρημος λουκέτων» θα είναι η νέα κανονικότητα. Και τότε δεν θα μιλάμε πια για αστοχίες, αλλά για μια συνειδητή στρατηγική που έσβησε τον μικρό από τον χάρτη.

Η «φάμπρικα» των προστίμων

Η Ελλάδα φαίνεται να έχει αναγάγει τα πρόστιμα σε κεντρική πολιτική. Συχνά δεν αφορούν καν τη φοροδιαφυγή, αλλά παραλείψεις, τυπικά λάθη ή καθυστερήσεις λίγων ημερών.

● ΓΕΜΗ: Από 1/1/2026, η μη υποβολή οικονομικών καταστάσεων επισύρει πρόστιμα έως 25.000 €, ακόμη και για μία μέρα καθυστέρησης!

● Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων: Πρόστιμα 5.000 έως 10.000 € σε μικρές οντότητες ή σωματεία χωρίς προσωπικό, για εκπρόθεσμη καταχώριση στοιχείων που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν στο ΓΕΜΗ ή στην εφορία.

● Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής: Τα πρόστιμα δεκαπλασιάστηκαν (5.000-10.000 € ανά έλεγχο). Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Ενας τεχνικός που ξεκινά με το φορτηγάκι του πρέπει να εκδίδει και να διαβιβάζει δελτία για κάθε βίδα που φορτώνει, κάθε αναλώσιμο που χρησιμοποιεί και κάθε κομμάτι που επιστρέφει στην έδρα – ακόμα κι αν δεν το ξεφόρτωσε. Και όλα αυτά στην Ελλάδα όπου ο ψηφιακός αναλφαβητισμός στη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρηματιών είναι πραγματικότητα και οι ψηφιακές υποδομές είναι οι πιο καθυστερημένες της Ευρώπης.

● ΣΕΠΕ: Πρόστιμο (με απομακρυσμένο έλεγχο) 3.000 ευρώ ανά εργαζόμενο σε επιχειρήσεις των οποίων οι εργαζόμενοι έχουν 3 «ορφανά χτυπήματα» και άνω τον μήνα (σημαίνουν την ψηφιακή κάρτα στην είσοδο και δεν το πράττουν στην έξοδο ή το αντίστροφο).

● Επιθεώρηση Εργασίας: Πρόστιμο 10.000 ευρώ για τη μη ανάρτηση σε εμφανές σημείο του καταστήματος των διαδικασιών που υφίστανται σε επίπεδο επιχείρησης για την καταγγελία και την αντιμετώπιση συμπεριφοράς βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης.

● esend/myDATA: Αν μια απόδειξη εκδοθεί αλλά δεν «ανέβει» στην πλατφόρμα λόγω τεχνικού προβλήματος, το πρόστιμο είναι βέβαιο. Επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% του ποσού του ΦΠΑ των μη διαβιβασθέντων στοιχείων και 48ωρο λουκέτο με την ταμπέλα «Κλειστό λόγω φορολογικών παραβάσεων»!

Το παράδοξο; Οι ποινές συχνά δεν επιβάλλονται όταν δεν εκδίδεται απόδειξη, αλλά όταν έχει εκδοθεί και δεν διαβιβάστηκε εγκαίρως. Ετσι δημιουργείται μια «βιομηχανία προστίμων», που απειλεί περισσότερο τους μικρούς και πολύ λιγότερο τους μεγάλους.

  ===================
 
Ο Βόλος υπήρξε το Ντιτρόιτ της Θεσσαλίας
Από την ενδοχώρα έως τις ακτές, ο ελληνικός κινητήρας, σύμβολο μιας παλαιότερης βιομηχανικής πρωτοπορίας της χώρας μας, επιβιώνει ανάμεσά μας, συχνά κρυμμένος σε κοινή θέα. Μπορούμε ακόμη να τον ακούσουμε να κινεί καΐκια και τρακτέρ ή να ποτίζει χωράφια, και πρέπει να πλησιάσουμε κοντά του για να διακρίνουμε –συχνά με έκπληξη– το σήμα του κατασκευαστή του, γραμμένο με ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία με την καλόγουστη αισθητική μιας περασμένης εποχής. Μαλκότσης, Αξελός, Ροδίτης είναι λίγα από τα πολλά ονόματα των πρωταγωνιστών τής, άγνωστης στους περισσότερους από εμάς, εποποιίας της ελληνικής μηχανής.
Γυρνώντας σχεδόν έναν αιώνα πίσω, στον Βόλο των αρχών του 1930, ακούμε τα γρανάζια μιας ισχυρής τοπικής βιομηχανίας να δονούν την πόλη. Είναι τέτοια η παραγωγή της πόλης σε ντιζελοκινητήρες, που έντυπα μέσα της εποχής μιλούν με υπέρμετρο ενθουσιασμό για το «Ντιτρόιτ της Ελλάδας». Ενδεικτικό είναι πως στην απογραφή του 1930, στον μηχανολογικό κλάδο έχουν δηλωθεί 134 επιχειρήσεις με 607 υπαλλήλους και συνολική κινητήρια δύναμη 618 ίππων. Νούμερα εντυπωσιακά για μια μικρή πόλη που τότε μόλις έφτανε τα πενήντα χρόνια ζωής, έχοντας καταφέρει να γεννήσει εντός λίγων δεκαετιών –και εκ του μηδενός– μια ακμάζουσα βιομηχανική κοινωνία.
«Στις αρχές του 19ου αιώνα, ούτε καν σαν λιμάνι δεν υπήρχε ο Βόλος», μας λέει ο Δημήτρης Δερβένης, ένας ντόπιος ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός, που έχει μελετήσει σε βάθος την τεχνολογική ιστορία της πόλης του. «Υπήρχε μονάχα το Πήλιο», συνεχίζει, «τόπος πλούσιος, που διεκπεραίωνε τις εξαγωγές του από τις παραλίες της Τσαγκαράδας και της Ζαγοράς. Προς τα δυτικά απλωνόταν ο Θεσσαλικός Κάμπος με τη μεγάλη παραγωγή του, τους μεγαλοκτηματίες και τα αγροτικά κινήματα. Προς τα μέσα του 19ου αιώνα, όμως, ο Βόλος αρχίζει και λειτουργεί ως εμπορικό κέντρο και δημιουργείται μια αστική τάξη από τους εμπόρους, από τους οποίους κάποιοι γίνονται βιομήχανοι, καλύπτοντας ένα μεγάλο κενό υποστήριξης της τοπικής αγροτικής παραγωγής και, δευτερευόντως, της αλιείας και της ιστιοφόρου ναυτιλίας. Ο τοπικός αλιευτικός στόλος, που όλο μεγάλωνε, παρέσυρε τα μηχανουργεία να κατασκευάζουν μηχανές θαλάσσης», εξηγεί ο Βολιώτης μηχανικός, που θυμάται τον πατέρα του και τον κινητήρα που κινούσε τη βάρκα του, το θρυλικό «Ροδιτάκι» όπως λεγόταν, έναν μικρό μονοκύλινδρο ντιζελοκινητήρα που έβγαζε το μηχανουργείο του Ροδίτη. «Και εκείνος και πολλοί φίλοι του που ψάρευαν, είχαν στα καΐκια τους τη μηχανή εκείνη και ήταν ερωτευμένοι μαζί της – δεν την άλλαζαν με τίποτα», συμπληρώνει.
Οπως διαβάζουμε σε μελέτη του με τίτλο «Βιομηχανική παράδοση μηχανολογικού εξοπλισμού πλοίων στον Βόλο», οι σημαντικότεροι τοπικοί κατασκευαστές μηχανών ήταν εκτός από το μηχανουργείο του Γιώργου Ροδίτη (έτος ίδρυσης 1886) και αυτά των Δημάδη - Κανάκη (1920), Αξελού (1929), Βιδάλη (1933), Σουίπα - Πασχάλη (1925) και Λαγού - Φάπα (1933). Στη μελέτη βρίσκουμε στοιχεία που σκιαγραφούν την ακμή και τη μετέπειτα πτώση, όπως π.χ. ότι το 1965 το εργοστάσιο του Ροδίτη απασχολούσε 64 άτομα και παρήγε 320 μηχανές ετησίως. Διαβάζουμε επίσης ότι την περίοδο εκείνη «η επιχείρηση αναζητά κεφάλαια για να αναπτυχθεί και να ανταποκριθεί στις πιέσεις του ανταγωνισμού που αρχίζει να γίνεται επικίνδυνος, κυρίως από το εξωτερικό. Επιτυγχάνεται μια σύμπραξη με γερμανικά κεφάλαια και δημιουργείται η Ροδίτης & Φύρερ - Βιομηχανία Μηχανών Diesel A.E. Ομως ο ραγδαίος εξηλεκτρισμός της γεωργίας, που στερεί μια μεγάλη αγορά από την επιχείρηση, το άνοιγμα των εισαγωγών μηχανημάτων από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης με τη μέθοδο του κλίρινγκ και ο ανταγωνισμός των Δυτικοευρωπαίων κατασκευαστών οδηγούν σε διαρκή μείωση των πωλήσεων και τελικά στο κλείσιμο της επιχείρησης το 1971».
Λ.Ε. thessaliaeconomy.gr (από το ρεπορτάζ του Δημήτρη Καραϊσκου, Καθημερινή)
*Η φωτογραφία είναι από το παλιό εργοστάσιο Σταματοπουλου
 ================
 
Αυτή η ανάρτηση απευθύνεται στους κρατιστές της πλατφόρμας μας, και όχι μόνο. Πρόκειται για αυτονόητα πράγματα για τους περισσότερους, αλλά ίσως χρειάζεται να ξαναειπωθούν και εδώ.
Παρακαλώ προσπαθήσετε να καταλάβετε ότι η υπανάπτυξη (ή έστω, η καχεκτική ανάπτυξη - μας προσπερνούν πια όλοι) και η αναξιοκρατία οφείλονται κυρίως στο πολύ βαρύ, πανάκριβο, ανοργάνωτο και διεφθαρμένο κράτος μας, που μπλέκεται με καταστροφικές συνέπειες σε όλα όσα δεν πρέπει (και ταυτόχρονα δεν κάνει αυτά που οφείλει). Όταν το επιχειρείν, και οι μικρομεσαίοι ακόμα, επιβαρύνονται με δυσβάσταχτους φόρους και αντιμετωπίζουν ως εμπόδιο ένα απίστευτο πλέγμα κανονιστικών ρυθμίσεων και δαπανηρής και εξαιρετικά χρονοβόρας γραφειοκρατίας, τιμωρούνται στην πράξη όσοι συμβάλλουν στην ανάπτυξη και συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό με την εργασία και τις υπηρεσίες τους. Όταν κυριαρχούν οι κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι οι γνωριμίες - και όχι η ικανότητα και η ανταγωνιστικότητα - παίζουν τον πρώτο ρόλο, και έτσι επιβιώνουν και δίνουν τον τόνο καθοριστικά «επιχειρήσεις» και άνθρωποι που ως επί το πλείστον δεν προέκυψαν από, ούτε και εκτιμούν, την αξιοκρατία.
Οι βασικότεροι λόγοι που πολλοί από τους πιο μορφωμένους νέους μας έχουν φύγει ή φεύγουν στο εξωτερικό είναι ακριβώς αυτοί οι δύο: α. η οικονομική καχεξία / φτωχή αγορά εργασίας και αμοιβές, και β. η αναξιοκρατία. Η οικονομική καχεξία αποτελεί και τον κύριο λόγο που όσοι έμειναν εδώ δεν κάνουν παιδιά. Οι έρευνες και τα δεδομένα αυτό δείχνουν. Διώχνουμε αυτούς που θα μπορούσαν να μας τραβήξουν με τη δυναμική τους, και φτωχοποιούμε όσους έμειναν.
Ο κρατισμός λοιπόν, ο κορπορατισμός* (όπου όλα, και ο ιδιωτικός τομέας, περνούν από το κράτος), και ο «καπιταλισμός των ημετέρων» (“crony capitalism”) που βέβαια δεν είναι ελεύθερη αγορά και υγιής καπιταλισμός, συνεπάγονται τελικά την καχεξία και συρρίκνωση του Έθνους.
Κατά τη γνώμη μου, δε μπορείς να είσαι ταυτόχρονα πατριώτης και κρατιστής. Αν θέλεις το Έθνος να ευημερήσει και να μακροημερεύσει, οφείλεις να ελευθερώσεις την αγορά στο εσωτερικό και να άρεις τα βάρη και τα εμπόδια που καταστέλλουν / ακυρώνουν τις υγιείς δυνάμεις, δίνοντας ταυτόχρονα χώρο στη νέα γενιά να δημιουργήσει αξία (η πολιτική μας ωστόσο είναι, γεροντοκρατία, χειροπόδαρα δεμένη και επιβαρυμένη αγορά στο εσωτερικό, και ελεύθερη όσον αφορά στις εμπορικές μας σχέσεις με τις άλλες χώρες, χωρίς καμία προστασία).
Όσο αρνούμαστε να δούμε αυτήν την αλήθεια, και συνεχίζονται οι ίδιες πολιτικές, τιμωρίας όσων παράγουν, τόσο θα συνεχίζεται η μαράζωση, η αφαίμαξη και η δημογραφική κατάρρευση.
* Ο κορπορατισμός είναι μέρος του φασισμού, που κατά τον Μουσολίνι σημαίνει «Τα πάντα μέσα στο Κράτος, τίποτα εκτός του Κράτους, τίποτα εναντίον του Κράτους» (“Tutto nello Stato, niente al di fuori dello Stato, nulla contro lo Stato”). Έχουμε κορπορατισμό σε πολλές χώρες.
ΥΓ – Διευκρίνιση: Δεν υποστηρίζω ότι δεν πρέπει οι εταιρείες να κυνηγούν κρατικές συμβάσεις, ή ότι δεν πρέπει να υπάρχουν συμπράξεις ιδιωτικού – δημοσίου τομέα. Το κράτος πρέπει να επωφελείται από υπηρεσίες, προϊόντα και τεχνολογίες του ιδιωτικού τομέα (και οι εταιρείες από την ασφάλεια και τον σχεδιασμό που επιτρέπει μια μακροχρόνια σύμβαση, όπως είναι πχ. οι εταιρείες ανάπτυξης αμυντικού εξοπλισμού). Επίσης, υπάρχουν πολλοί ικανότατοι άνθρωποι στις εταιρείες που συμπράττουν με το δημόσιο (ενώ δεν είναι και λίγα τα παραδείγματα όπου εξαιρετικοί επιστήμονες που εργάζονται με το κράτος έφεραν εξαιρετικά ωφέλιμες ανακαλύψεις).
 

Σχόλια