Το διεθνές δίκαιο, ο Γεραπετρίτης και ο πραγματικός κόσμος!

Τα όσα είπε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σε συνέντευξή του για το διεθνές δίκαιο και την ελληνική εξωτερική πολιτική δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες για την πολιτική αφέλεια που τα διακρίνει. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

«Αν σήμερα εγκαταλειφθεί η βασική αρχή περί καθολικής υπεροχής του διεθνούς δικαίου, διά της συνειδητής επιλογής μιας συναλλακτικής εξωτερικής πολιτικής, έχει αυτομάτως απωλεσθεί όχι μόνο το πολιτικό επιχείρημα αλλά κυρίως το οποιοδήποτε έννομο συμφέρον για τη χρήση του διεθνούς δικαίου, όταν έρθει η ώρα, για παράδειγμα ως εργαλείου για τις οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών ή για την επίλυση του Κυπριακού. Η θέση περί υπεροχής της συναλλακτικής διπλωματίας έναντι του διεθνούς δικαίου είναι αφελής, αν όχι επικίνδυνη».

Τάδε έφη υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, σε “άρθρο-παρέμβαση στην εφημερίδα ‘Μανιφέστο’” όπως επέλεξε να το σερβίρει η εφημερίδα στους αναγνώστες της. Το πρόβλημα είναι όμως η ουσία του υπουργικού ισχυρισμού. Προφανώς, έχει κάθε δικαίωμα να το πρεσβεύει. Όμως, είναι επίσης δικαίωμα των αναλυτών να κρίνουν την αναφορά και να συμπεραίνουν ότι ο πολιτικός που έχει την ευθύνη για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν. Κι αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό, στο μέτρο που επηρεάζει ευθέως την ελληνική ασφάλεια. 

Το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι ο Γεραπετρίτης δεν διευκρινίζει εάν αφελές και επικίνδυνο είναι να μην υιοθετεί ρητορικά αυτή τη θέση η ελληνική διπλωματία. Η μη παραβίαση μιας μεταπολεμικά διαμορφωμένης πολιτικής ορθότητας είναι ένα πράγμα και άλλο το να δίνεις την εντύπωση της πεποίθησης ότι ο κόσμος κινείται με βάση την τήρηση κανόνων δικαίου. Άλλο το ευκταίο και άλλο αυτό που διαπιστώνεται στην πράξη. Κι όσο δεν υπάρχει είτε η ισχύς είτε η βούληση χρήσης της για να επιβληθούν οι κανόνες δικαίου απέναντι σε παραβάτες, δεν πρόκειται κανείς απολύτως να το κάνει για λογαριασμό σου. Εκτός κι αν πλήττονται δικά του συμφέροντα. Άρα, η όποια παρέμβαση, ενώ θα επικαλείται τους κανόνες δικαίου, το κίνητρό της θα είναι απόλυτα ιδιοτελές.

Ο Γεραπετρίτης, το διεθνές δίκαιο και το πρόβλημα

Το διεθνές σύστημα αποκαλείται άναρχο, υπό την έννοια απουσίας κάποιας αρχής επιβολής κανόνων δικαίου, όπως υπάρχει στην εσωτερική έννομη τάξη των χωρών. Ας μην το λησμονούμε ποτέ αυτό. Άρα, «η θέση περί υπεροχής της συναλλακτικής διπλωματίας έναντι του διεθνούς δικαίου» που αναφέρει ο Γεραπετρίτης στο άρθρο του, δεν είναι από μόνη της «αφελής, αν όχι επικίνδυνη». Αφελές και επικίνδυνο είναι να μην κατανοούνται ορθά τα όρια του διεθνούς δικαίου, αλλά και η χειραγώγηση των κανόνων του από τους ισχυρούς, σε μια προσπάθεια νομιμοποίησης απολύτως ιδιοτελών επιδιώξεων.

Αυτό αποδεικνύεται στην πράξη! Η διχοτομική γραμμή είναι σε όσους χρησιμοποιούν ευφυολογήματα και προβάλουν αυθαίρετες ερμηνείες κανόνων του διεθνούς δικαίου, σε συνδυασμό με στρατηγικές καταναγκασμού σε πολλαπλά επίπεδα, για να διευρύνουν τα κέρδη τους σε βάρος των άλλων. Η γειτονική Τουρκία αποτελεί το πιο λαμπρό παράδειγμα! Κι αυτή το διεθνές δίκαιο επικαλείται! Με τη διαφορά ότι αρνείται το να κριθούν οι θέσεις της από οποιονδήποτε δικαιοδοτικό θεσμό που ιδρύθηκε στην απόπειρα της ανθρωπότητας να δημιουργήσει κανόνες δικαίου που θα διέπουν τη διεθνή συμπεριφορά.

Όταν η συμμόρφωση με τους κανόνες είναι επί της ουσίας “προαιρετική”, ενώ το συμφέρον είναι το αποκλειστικό κίνητρο παρέμβασης για αλλαγή της συμπεριφοράς κάποιου διεθνούς δρώντα, ανόητος, αφελής και εν τέλει εθνικά επικίνδυνους, είναι αποκλειστικά όποιος δεν το κατανοεί. Το ερώτημα που δεν απαντά ο Γεραπετρίτης είναι τι κάνεις όταν η άλλη πλευρά αρνείται να συμμορφωθεί με το δίκαιο. Η δε συναλλακτική θεώρηση που ξορκίζει ο υπουργός Εξωτερικών, παράγει δίκαιο όταν καταλήξει σε συμφωνία μεταξύ δυο ή περισσοτέρων μερών!

Τι κάνεις, όμως, όταν ο άλλος και παραβιάζει το δίκαιο και αρνείται την υπαγωγή της διαφοράς σε κάποιον διεθνή δικαιοδοτικό μηχανισμό; «Το να είσαι διαβουλευτικός δεν σημαίνει ότι κάνεις υποχωρήσεις» λέει ο Γεραπετρίτης, διακηρύσσοντας ότι «η Ελλάδα θα συνεχίσει να επιδιώκει τη συνεννόηση με τα γειτονικά της κράτη, χωρίς καμία παραχώρηση στις εθνικές μας θέσεις»! Τις κάνεις όταν καταλήξεις στη διαπραγμάτευση, όπως στην περίπτωση απώλειας 17+% της επήρειας στης Κρήτης στη χάραξη ΑΟΖ, ως το αντίτιμο για τη συμφωνία με την Αίγυπτο.

Τουρκία και Κυπριακό

Στην περίπτωση της Τουρκίας, ο Γεραπετρίτης μας λέει ότι «έχουμε κερδίσει μια λειτουργική σχέση που μας επιτρέπει να προλαμβάνουμε κρίσεις και σταδιακά να ενισχύουμε περαιτέρω την αμυντική μας θωράκιση». Υπονοεί πως κερδίζουμε χρόνο και όταν γίνουμε αρκετά ισχυροί θα αλλάξουμε συμπεριφορά; Οπότε το ελληνικό πρόβλημα είναι το έλλειμμα ισχύος; Το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια είναι υποτίθεται εθνική θέση. Με τη διαφορά ότι η Ελλάδα έχει… κάτσει πάνω σε αυτό το δικαίωμα τρεισήμισι δεκαετίες και αρνείται να το ασκήσει. Τι κάνεις όταν η άλλη πλευρά εμμένει να αρνείται αυτό σου το δικαίωμα; Αυταπατάσαι ότι δεν το χάνεις στην πράξη;

Μια ακόμα πιο τρανταχτή απόδειξη της αφέλειας του όλου επιχειρήματος Γεραπετρίτη δίνει η κατάσταση στην Ουκρανία. Υποθετικά μιλώντας, προκύπτει μία συμφωνία που τερματίζει τον πόλεμο και δημιουργεί νέα σύνορα, τα οποία αναγνωρίζονται διεθνώς. Η αποδοχή αυτής της νέας πραγματικότητας, θα ακυρώσει το γεγονός ότι η ρωσική εισβολή συνιστά μια παράνομη πράξη από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου;

Αυτό δεν θα αποτελεί υπεροχή της συναλλακτικής προσέγγισης, την οποία ο Γεραπετρίτης αποκάλεσε αφελή και επικίνδυνη; Κι επειδή επικαλέστηκε το Κυπριακό: Πότε συνδέθηκε ευθέως η ελληνική ενθουσιώδης καταδίκη της παράνομης εισβολής στην Ουκρανία, με την παράλληλη αξιοποίηση της συγκυρίας για να τοποθετηθεί εκ νέου το Κυπριακό στην ορθή βάση, που δεν είναι άλλη από το ότι είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής; Θα βγει άραγε με την ίδια λογική η Ελλάδα και θα καταδικάσει με στεντόρεια φωνή τη διευθέτηση που θα προκύψει, λέγοντας ότι νομιμοποιούνται τα τετελεσμένα μιας παράνομης πράξης, υπενθυμίζοντας το Κυπριακό; Ή μήπως οι θέσεις της δεν ήταν αποτέλεσμα αρχών, αλλά προσαρμογής στις επιλογές τρίτων… με ολίγη από αρχές για γαρνιτούρα;

Κατά συνέπεια, κύριε υπουργέ Εξωτερικών, η πολιτική ήταν πάντοτε η τέχνη του εφικτού. Και η στρατιωτική ισχύς, σε συνδυασμό με άλλους εθνικούς συντελεστές ισχύος, ήταν πάντοτε παράγοντας διαμόρφωσης αυτού του εφικτού. Εκτός κι αν το πρόβλημα είναι στο μυαλό μας, όπου το να κρυβόμαστε για να αποφεύγουμε ένα πρόβλημα που θα έρθει η ώρα να μας επισκεφθεί, έχει βαπτιστεί “πολιτική”!

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι πολεμικές συρράξεις της εποχής επιβεβαιώνουν ότι το στρατιωτικό εργαλείο έχε καταστεί πιο επίκαιρο από ποτέ στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Και εμείς νομίζουμε ότι έχουμε την πολυτέλεια αγοράς χρόνου, με εξυπνάδες, ποντάροντας στις καραμπόλες των ισχυρών και στην… καλή μας τύχη για να αποφύγουμε τα δυσάρεστα. Σε έναν κόσμο που πάντα ήταν απόλυτα συναλλακτικός, από ένα σημείο και μετά η εμμονική επίκληση του διεθνούς δικαίου προκαλεί θυμηδία. Διεθνώς…

Σε συνεργασία με το defencepoint

===================

«Υπάρχει ο κίνδυνος, να χάσεις συμμάχους, και να καταλήξεις δορυφόρος άλλης ηγεμονίζουσας δύναμης», λέει η κ. Ξυπολιά: Η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι ένας άτολμος παρατηρητής…

 
Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ* – Φιλελεύθερος, Λευκωσία

Η Ελληνική εξωτερική πολιτική παραμένει άτολμος παρατηρητής θέλοντας να είναι πιστός και δεδομένος σύμμαχος και εταίρος παρά διεκδικητικός εταίρος. Αυτό ανέφερε σε συνέντευξή της στο «Φιλελεύθερος», η  Ήλια Ξυπολιά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, στο Πανεπιστήμιο Αμπερντήν της Σκωτίας.

Η κ. Ξυπολιά ασχολείται με το Κυπριακό, την Κύπρο, αναδεικνύοντας παραμέτρους, που η καθεστηκυία τάξη και τα αφηγήματα της πεπατημένης αποφεύγουν. Το τελευταίο της βιβλίο, The Global 1923 and the Treaty of Lausanne: Peace, imperialism, and the Eastern question, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Manchester University Press.

    Η αποτελεσματική διπλωματία, σημείωσε με νόημα, γίνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες αλλά χρειάζεται χρόνο, όραμα και συναίνεση. Ενεργή και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, όπως ανέφερε, «σημαίνει δύσκολες αποφάσεις με κόστος. Σημαίνει και μεταφορά πόρων από άλλες ανάγκες ακολουθώντας ένα στρατηγικό πλάνο».

Συνέχισε λέγοντας πως η παθητική και μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική είναι φαινομενικά η «εύκολη λύση» χωρίς κόστος και βραχυπρόθεσμα. Φυσικά από την άλλη πλευρά, υποδεικνύει, υπάρχει ο κίνδυνος, να χάσεις συμμάχους, και να καταλήξεις δορυφόρος άλλης ηγεμονίζουσας δύναμης.

Αναφερόμενη στην τουρκική εισβολή ανέφερε πως ο ισχυρισμός της νομιμότητας της μονομερούς επέμβασης είναι αδόκιμος και αβάσιμος. Είναι ξεκάθαρο, ανέφερε ότι καμία συνθήκη δεν μπορεί να υπερισχύει αν έρχεται σε σύγκρουση με το γράμμα και το πνεύμα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Συνολικότερα, η Ελλάδα ήταν αδικαιολόγητα διστακτική να πάρει περισσότερες πρωτοβουλίες στον ΟΗΕ, επισήμανε.

    Η Ήλια Ξυπολιά σημειώνει επίσης ότι θα έπρεπε το Σύστημα Εγγυήσεων να είχε καταγγελθεί το 1974. Όπως αναφέρει, το 1974 και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις απέτυχαν παντελώς να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Όπως σημειώνεται και στο πόρισμα του φακέλου της Κύπρου, οι Βρετανοί εσκεμμένα παρέλειψαν να τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους παρά την προφανή δυνατότητα τους και αγνόησαν τα καθήκοντα τους, τόσο κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος όσο και στην εισβολή και κατά την διάρκεια της επικαλούμενης εκεχειρίας.

Για τις Συμφωνίες του 1960 υπέδειξε ότι, όπως η ιστορία έχει διδάξει αμέτρητες φορές καμία συμφωνία δεν μπορεί να είναι βιώσιμη όταν είναι προϊόν έξωθεν επιβολής και εκβιασμών.

    -Διάβαζα ένα κείμενο σας, στο αφιέρωμα του περιοδικού Τετράδια, για τα 50 χρόνια από την εισβολή. Ο τίτλος «Τρεις κηδεμόνες, ένα βρέφος και μια εγγυημένη σύγκρουση. Η ιμπεριαλιστική Συνθήκη Εγγυήσεως». Ήταν προδιαγεγραμμένη η σύγκρουση λοιπόν; Γιατί έγινε αυτή η επιλογή, αυτής της Συνθήκης;

-Η Συνθήκη Εγγυήσεως για να κατανοηθεί πλήρως, πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και ανησυχιών που έχουν εντυπωθεί ως το αφήγημα του Ανατολικού Ζητήματος. Το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα έχει τις απαρχές του στον 18ο αιώνα και προτάσσει τις ανησυχίες των Μεγάλων Δυνάμεων για την τύχη της παρακμάζουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τον αντίκτυπο της στην ισορροπία ισχύος τους.

Η απόφαση των Βρετανών να εντάξουν την Κύπρο στην αυτοκρατορία τους στο τέλος του 19ου αιώνα έγινε στο πλαίσιο της ανησυχίας τους για την απειλή της αυξανόμενης Ρωσικής επιρροής στην περιοχή.

Η βρετανική πολιτική για την Κύπρο έχει εξελιχθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα έχοντας πάντα υπόψιν τον ρόλο της για την αυτοκρατορία και την απειλή της ενδυνάμωσης επιρροής άλλων δυνάμεων όπως της ρωσικής στην ευρύτερη περιοχή. Ενώ κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Βρετανία προσέφερε ανεπιτυχώς την Κύπρο στην Ελλάδα, μετά το πέρας του πολέμου, η Βρετανία είχε καθορίσει τη γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου και δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να παραδώσει το νησί στον πιστό της σύμμαχο.

Η ήττα της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1922 ήταν σημείο καμπής για την Βρετανική πολιτική αφού κατέστη σαφές ότι παρόλο που η Ελλάδα ήταν πιστός σύμμαχος, η αποδυναμωμένη ισχύς της θα έκανε ευάλωτη τη Κύπρο σε άλλες εχθρικές δυνάμεις. Για να κατανοήσουμε αυτή την εξέλιξη όπως αποτυπώθηκε από τις βασικές διπλωματικές συμφωνίες στο Παρίσι και τη Λωζάνη, πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο του λεγόμενου αφηγήματος για το Ανατολικό Ζήτημα.

Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ουσιαστικά συντάχθηκαν και συμφωνήθηκαν χωρίς καμία συμμετοχή των Κυπρίων. Όπως η ιστορία έχει διδάξει αμέτρητες φορές καμία συμφωνία δεν μπορεί να είναι βιώσιμη όταν είναι προϊόν έξωθεν επιβολής και εκβιασμών.

Στην Ζυρίχη συμφωνήθηκε η συνθήκη εγγυήσεων ως ένα από τα τέσσερα βασικά έγγραφα, με την βασική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας, την Συνθήκη Συμμαχίας, και την μυστική συμφωνία κυριών. Αυτά ουσιαστικά δόθηκαν ως τετελεσμένα.

Είναι ξεκάθαρο ότι για την Τουρκία το άρθρο 3 (και μετέπειτα 4) της Συνθήκης όπως συμφωνήθηκε στην Ζυρίχη ήταν “εκ των ων ουκ άνευ.” Η Άγκυρα δεν είχε αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα επικαλούνταν τις διατάξεις της Συνθήκης τις οποίες είχε μονομερώς ερμηνεύσει ότι της έδιναν το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης.

Επομένως για να επανέλθω στο ερώτημα σας, ναι είναι σαφές η Συνθήκη σε συνδυασμό με τα μια βιώσιμα «συνταγματικά παράδοξα» των συμφωνιών εγγυήθηκε την σύγκρουση.

    -Γιατί χαρακτηρίζετε ιμπεριαλιστική τη Συνθήκη;

-Όπως προαναφέρθηκε η Συνθήκη συντάχθηκε χωρίς τους Κύπριους. Οι Τούρκοι σε συνεννόηση με τους Βρετανούς συνέταξαν το πρώτο σχέδιο της Συνθήκης. Αυτό τους έδωσε πλεονέκτημα στο πως θα μπορούσε να ερμηνευθούν σκόπιμες ασάφειες και αοριστίες για το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης.

Το ζήτημα της ασυμβατότητας της Συνθήκης με το γράμμα και το πνεύμα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ είναι κάτι που απασχόλησε την Κυπριακή πλευρά εξ αρχής. Υπήρξε η πρόταση να προστεθεί ένα άρθρο που να αποσαφηνίζει την υπεροχή του διεθνούς ΟΗΕ.

Η πρακτική των εγγυήσεων αν και ευρέως διαδεδομένη για τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες τους προηγούμενους αιώνες, τον 20ο αιώνα με την εισαγωγή του καθεστώτος των εντολών υπό την Κοινωνία των Εθνών και των κηδεμονιών υπό τον ΟΗΕ, έγινε παρωχημένη.

Το διαίρει και βασίλευε ήταν πολιτική των Βρετανών. Με την άφιξη τους στο νησί δημιούργησαν θεσμούς εκπροσώπησης πάνω στις εθνοτικές και θρησκευτικές γραμμές. Εξ αρχής και ιδιαίτερα μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η μουσουλμανική μειονότητα στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε σαν πρόσχημα από τους Βρετανούς ώστε να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στο νησί και την άρνηση εθνικής αυτοδιάθεσης.

Η εν λόγω Συνθήκη περιορίζει την κυριαρχία και αυτονομία του κράτους, όχι μόνο για τα δικαιώματα παρέμβασης αλλά και για το γεγονός ότι περιορίζεται η ανεξαρτησία και απαγορεύθηκε η εθνική αυτοδιάθεση. Στην ουσία προβλέπει τριπλή συγκυριαρχία, ή καθιστά το κράτος προτεκτοράτο.

Στην συζήτηση που ακολούθησε στην Ελληνική Βουλή τις συμφωνίες στις αρχές του 1959 είχαν ακουστεί όλα τα επιχειρήματα ότι με αυτές τις συμφωνίες η Κύπρος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ούτε ανεξάρτητη ούτε ελεύθερη λόγω της εν λόγω Συνθήκης. Επίσης είχε παραβιάσει το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης με την επιστροφή της Τουρκίας στο νησί.

Η ωμή ομολογία του Βρετανού Υπουργού των Αποικιών Χένρυ Χόπκινσον το 1954 ότι η Κύπρος «ουδέποτε» δεν μπορεί να γίνει «πλήρως» ανεξάρτητη πραγματοποιήθηκε μέσα από την εν λόγω Συνθήκη. Είναι ξεκάθαρο ότι ενώ μετά το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η μια μετά την άλλη αποικία αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους, οι Βρετανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να υλοποιήσουν το λαϊκό αίτημα.

Η τύχη της Κύπρου και η αυξανόμενη γεωστρατηγική σημασία πάντα ήταν στενά συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου

    -Η Τουρκία επικαλείται τη Συνθήκη για να «νομιμοποιήσει» την εισβολή. Λέγεται ότι υπάρχει νομική γνωμάτευση των Ηνωμένων Εθνών(19.5.1959) σύμφωνα με την οποία  η Συνθήκη Εγγυήσεως απέκλειε τη χρήση βίας». Αυτό δεν το επικαλεστήκαμε πολύ. Εσείς τι λέτε;

Για την Άγκυρα, η Συνθήκη όπως συντάχθηκε και συμφωνήθηκε στην Ζυρίχη ήταν η σημαντικότερη ρύθμιση. Ο ισχυρισμός της νομιμότητας της μονομερούς επέμβασης είναι αδόκιμος και αβάσιμος. Είναι ξεκάθαρο ότι καμία συνθήκη δεν μπορεί να υπερισχύει αν έρχεται σε σύγκρουση με το γράμμα και το πνεύμα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Συνολικότερα, η Ελλάδα ήταν αδικαιολόγητα διστακτική να πάρει περισσότερες πρωτοβουλίες στον ΟΗΕ. Υπήρξαν και αντιφάσεις στην ελληνική ηγεσία σχετικά με την εν λόγω διάταξη και για το κατά πόσο ασαφής και αόριστη είναι που θα μπορούσε να αποδειχθεί πλεονέκτημα.

    -Θα έπρεπε το 1974 να καταγγέλλαμε τις Συνθήκες μαζί, Κύπρος και Ελλάδα;

Σαφέστατα ναι. Το 1974 και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις απέτυχαν παντελώς να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Όπως σημειώνεται και στο πόρισμα του φακέλου της Κύπρου, οι Βρετανοί εσκεμμένα παρέλειψαν να τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους παρά την προφανή δυνατότητα τους και αγνόησαν τα καθήκοντα τους, τόσο κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος όσο και στην εισβολή και κατά την διάρκεια της επικαλούμενης εκεχειρίας.
Πρώτη φορά στο Κραν Μοντανά

    -Η μόνη φορά που η Ελλάδα ασχολήθηκε με την διεθνή πτυχή ήταν επί υπουργίας στο Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά. Δεν υπήρξε, ωστόσο, συνέχεια. Τι μπορεί να γίνει σήμερα από πλευράς Αθήνας;

– Η Ελληνική εξωτερική πολιτική παραμένει άτολμος παρατηρητής θέλοντας να είναι πιστός και δεδομένος σύμμαχος και εταίρος παρά διεκδικητικός εταίρος. Στον πυρήνα του σχεδίου Ανάν, που μεγάλο μέρος του ελλαδικού πολιτικού κόσμου δέχθηκε, η Συνθήκη Εγγυήσεων παρέμενε ακέραια με την προσθήκη ενός πρωτοκόλλου.

Το Κυπριακό τέθηκε για πρώτη φορά ουσιαστικά όχι ως ζήτημα εθνικισμών αλλά ως ζήτημα ιμπεριαλισμού στο Κραν Μοντανά. Όπως βλέπουμε και από τα πρακτικά της συνδιάσκεψης που δημοσιεύτηκαν στον «Φιλελεύθερο», κόκκινες γραμμές τέθηκαν από την ελληνική πλευρά στο ζήτημα της εισβολής και κατοχής. Με άλλα λόγια χωρίς την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων, δεν γίνεται να βρεθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση.

Η Τουρκία μελετά και αμφισβητεί την αξία της Συνθήκης της Λωζάνης και ζητάει επικαιροποίηση. Ωστόσο, αν μελετήσει κανείς τις σκληρές διαπραγματεύσεις κατά την διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, πολλές σταθερές έχουν μείνει. Ένας λαός που υπερηφανεύεται για την ιστορία του πρέπει να μελετάει τα διδάγματα εκείνης πιο συστηματικά, χωρίς φόβο και πάθος.

Η αποτελεσματική διπλωματία γίνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες αλλά χρειάζεται χρόνο, όραμα και συναίνεση. Ενεργή και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική σημαίνει δύσκολες αποφάσεις με κόστος. Σημαίνει και μεταφορά πόρων από άλλες ανάγκες ακολουθώντας ένα στρατηγικό πλάνο.

Η παθητική και μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική είναι φαινομενικά η «εύκολη λύση» χωρίς κόστος και βραχυπρόθεσμα. Φυσικά από την άλλη πλευρά υπάρχει ο κίνδυνος, να χάσεις συμμάχους, και να καταλήξεις δορυφόρος άλλης ηγεμονίζουσας δύναμης.Τα μέσα και οι πόροι είναι λιγοστά, κάθε πολιτική έχει κόστος ευκαιρίας. Πρέπει να δοθεί έμφαση στις νέες τεχνολογίες, και την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση.

Το ΥΠΕΞ πρέπει να διεθνοποιηθεί οργανωτικά και να επιδείξει περισσότερη εξωστρέφεια. Οι διεθνολογικές σπουδές στην Ελλάδα πρέπει να επικαιροποιηθούν και να συμπεριλάβουν την συστηματική μελέτη και των αναδυόμενων δυνάμεων. Η ορθή ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος είναι αναγκαία.

Ο έγκαιρος και έγκυρος προσδιορισμός απειλών και ευκαιριών σημαίνει πρωτοβουλίες και εγρήγορση. Σε ένα περιβάλλον όπου οι πόροι είναι λιγοστοί και οι στόχοι περισσότεροι, η ιεράρχηση προτεραιοτήτων είναι σπουδαία.

Η Τουρκία τώρα επιχειρεί να προτάξει ένα μοντέλο εγγυήσεων για την Παλαιστίνη με την Άγκυρα ως εγγυήτρια δύναμη. Αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει εφαλτήριο για την ελληνική ηγεσία να επαναφέρει την συζήτηση περί εγγυήσεων σε σωστή βάση στην διεθνή κοινή γνώμη αποδημώντας το τουρκικό αφήγημα του ανιδιοτελούς ειρηνοποιού.
Στην πρώτη γραμμή κατά των Τούρκων εισβολέων ο πατέρας

-Η σχέση σας με την Κύπρο είναι μέσω του πατέρα σας. Έχει πολεμήσει το 1974 κατά των Τούρκων εισβολέων. Οι αφηγήσεις του σας επηρέασαν για να ασχοληθείτε με την Κύπρο;

-Χωρίς καμία αμφιβολία. Ο πατέρας μου Θεόδωρος Ξυπολιάς γεννηθείς το 1946 στο Επιτάλιο Ηλείας αποφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων το 1969. Υπηρέτησε στην Εθνοφρουρά μεταξύ 1973 και 1975. Ήταν υπολοχαγός και διοικητής της Α’ Πυροβολαρχίας.

Το μοιραίο καλοκαίρι του 1974 τον βρήκε να υπηρετεί στην 182 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού με έδρα το Άγιο Επίκτητο οκτώ χιλιόμετρα ανατολικά της Κερύνειας. Κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος, η μοίρα είχε την καλή τύχη να μην ασχοληθεί με το πραξικόπημα.

Η μόνη συμμετοχή της μοίρας ήταν ότι διέθεσε οχήματα σε άλλες μονάδες καταδρομών, τα οποία επέστεψαν στην μονάδα το βράδυ την παραμονή της εισβολής. Όταν ήρθαν φόρτωσαν τα πυρομαχικά και μέσα στο στρατόπεδο πήραν θέση ασφαλείας. Το βράδυ ήρθαν και οι λεγόμενοι πυρήνες, έφεδροι αξιωματικοί.

Τις πρωινές ώρες δεν είχαν πάρει ακόμα διαταγή, ακούγανε τα αεροπλάνα, τα ραδιόφωνα που έλεγαν ότι χτυπάγανε την Κύπρο, αλλά η μοίρα είχε φροντίσει να πάει στον χώρο διασποράς πίσω από το στρατόπεδο για να μην βομβαρδιστούν μέσα στο στρατόπεδο περιμένοντας διαταγή.

Η διαταγή ήρθε να πάει ο πατέρας μου με την πυροβολαρχία του στον Άγιο Παύλο, η θέση ήταν γνωστή και ήταν προετοιμασμένοι. Βλέποντας ότι οι βομβαρδισμοί είχαν ήδη αρχίσει χωρίς να έχει γίνει η απόβαση, πρόσεξαν να μην σχηματίσουν φάλαγγα περνώντας από την Κερύνεια. Αργότερα ήρθε και η Β και Γ πυροβολαρχία.

Στο βάθος στο Πέντε Μίλι έβλεπαν τα πολεμικά πλοία να πλησιάζουν χτυπούσαν τον αποβατικό στόλο, το ναυτικό τους έκανε βολές που προκάλεσε τραυματισμούς κ έφερε απώλειες. Μέχρι την Τρίτη που έγινε εκεχειρία. Κατά το διάστημα μεταξύ πρώτου και δευτέρου γύρου μετακινήθηκαν σε διάφορες τοποθεσίες. Όντας στην Μύρτου παρατηρητής έβλεπε προωθήσεις αρμάτων, έδινε εντολή να κτυπήσει το πυροβολικό, αλλά η εντολή δεν εκτελείτο με την απάντηση να ήταν «πυροβόλα δεσμευμένα».

Ενώ λοιπόν παρακολουθούσαν την προώθηση των Τουρκικών δυνάμεων ήταν ξεκάθαρο ότι η εκεχειρία έδωσε μεγάλο στρατιωτικό πλεονέκτημα στους Τούρκους που έπιασαν τις θέσεις. Ο δεύτερος γύρος τους βρήκε στην περιοχή της Κοκκινοτριμιθιάς. Κατά την διάρκεια της νύκτας πήραν εντολή να πάνε στον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας.

Ο φάκελος της Κύπρου ξεκίνησε να ανοίγει αλλά αν και είναι γνωστά τα λάθη και οι ατολμίες κανένας υπεύθυνος δεν διώχθηκε ποινικά. Τα επιτελικά σχέδια άμυνας της Κύπρου εφαρμόστηκαν ατελέστατα. Η αυτοθυσία και η γενναιότητα πολλών, συμπεριλαμβανομένου και του πατέρα μου που προσωπικά είμαι υπερήφανη για την ηρωική στάση του και την σεμνότητα του, απέτρεψαν ακόμα δυσμενέστερη έκβαση.

* Ο Κώστας Βενιζέλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας με έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου.


 

Σχόλια