Le Figaro: Οι εξομολογήσεις ενός μετανιωμένου αριστεριστή μπαχαλάκια : «Το χειρότερο είναι η υποταγή στον ισλαμισμό»


Πέρασε είκοσι πέντε χρόνια στην άκρα αριστερά προσχωρώντας σε μικρές ομάδες. Ήταν βίαιος, λεηλατούσε, έσπαγε, πεπεισμένος ότι πολεμούσε τον καπιταλισμό. Τελικά, οι ιδεολογικές μετατοπίσεις και οι ταυτίσεις με τον ισλαμισμό τον απογοήτευσαν.
Ο Gaspard, ηλικίας περίπου σαράντα σήμερα, ήταν μέλος των black blocs, αυτών των υπερβολικά βίαιων ακροαριστερών ομάδων που είναι γνωστές για τις λεηλασίες τους. Φορώντας κουκούλες και ντυμένοι στα μαύρα εισχωρούν στις διαδηλώσεις για να κάψουν καταστήματα και δημόσια περιουσία. Αντιμετωπίζουν την αστυνομία πετώντας πέτρες, η μολότοφ ενώ χρησιμοποιούν και άλλο αυτοσχέδιο οπλισμό.
Ο Gaspard είναι το ψευδώνυμο που έδωσε στον εαυτό του για τους σκοπούς αυτής της συνέντευξης. Μας λέει ότι συνήθως οι black blocs είναι συνήθως παιδιά αστικών ή μκροαστικών οικογενειών, εκπαιδευτικών και συνδικαλιστών. Ζουν άνετα και διασκεδάζουν παριστάνοντας τους επαναστάτες. Καίνε τις προσόψεις των McDonald's, αλλά δεν έχουν κανένα πρόβλημα να φάνε ένα Big Mac όταν βγάλουν τις «στολές» τους...
Ο ίδιος περιγράφει την στράτευση του στον αντικαπιταλισμό ως ειλικρινή και κληρονομημένη από το οικογενειακό του υπόβαθρο βαθιά ριζωμένο στην αριστερά. «Μόνο αυτό ήξερα. Στην οικογένεια μου μιλάγαμε διαρκώς για την ιστορία της αριστεράς. Για τις εκλογές δεν χωρούσε αμφιβολία. Μόνο κόκκινους ψηφίζαμε όλοι. Ποτέ δεξιά.
Μεγαλώνοντας με αυτές τις αξίες, ως έφηβος ένοιωσε την ανάγκη να συμμετάσχει στον αγώνα ενάντια στον «καπιταλιστή καταπιεστή». Ψάχνεται στην αρχή, χωρίς να ξέρει πώς να ενσωματωθεί σε αυτό το νεφέλωμα που δεν γνωρίζει πολύ καλά. Ξεκινά με γκράφιτι βανδαλίζοντας τοίχους ή βιτρίνες και μετά συνοδεύει μερικούς από αυτούς τους ακτιβιστές για να βανδαλίσουν τα ΑΤΜ τραπεζών. Στο τέλος, βρίσκεται φορώντας κουκούλα στις διαδηλώσεις. «Η μετατόπιση έγινε πολύ αργά από τη μια δράση στην άλλη», εξηγεί. Ξεκίνησε όταν έκλεισα τα 14 και άρχισα να είμαι λίγο πιο δομημένος ιδεολογικά και πολιτικά. Ήμουν black bloc και η αποστολή μου ήταν να επικεντρωθώ στην καταστροφή των «συμβόλων του καπιταλισμού» ή να συμμετέχω σε καταλήψεις. Το έκανα αυτό για είκοσι πέντε χρόνια και ήμουν ειλικρινά πεπεισμένος για την ορθότητα των πράξεων μου.
Εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, ο Gaspard έχει αποσυρθεί από αυτό το περιβάλλον. Νοιώθει λες και ήταν υπό την επιρροή μιας αίρεσης. Αυτό που δεν μπόρεσε να χωνέψει ήταν ο αντισημιτισμός. «Την επομένη της 7ης Οκτωβρίου και των επιθέσεων της Χαμάς στο Ισραήλ ένοιωσα το σοκ του αντισημιτισμού. Ακόμα χειρότερα την υποταγή στον ισλαμισμό. Οι αντικαπιταλιστές έχουν μετατραπεί σε τζιχαντιστές πόλεων. Είναι τρελοί. Αδυνατούσα να συνδέσω αυτό που συνέβαινε σήμερα με την αντιφασιστική αντίσταση.
Το σοκ είναι τέτοιο που η απλή απόσυρσή του από αυτό νεφέλωμα της βίαιης άκρας αριστεράς δεν αρκεί. Νιώθει την ανάγκη να κάνει ενδοσκόπηση για να ξαναφτιάξει τον εαυτό του. Δεν τίθεται θέμα να αρνηθεί το παρελθόν του. Αντιθέτως, το κοιτάζει κατάματα για να προχωρήσει καλύτερα. Δεν επιχειρεί να ελαχιστοποιήσει τις πράξεις βίας στις οποίες συμμετείχε κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Περιγράφει επίσης, με μεγάλη λεπτομέρεια, τον τρόπο οργάνωσης της κάθε δράσης. «Δεν ήμουν antifa», επιμένει ο Gaspard: «η δική τους ειδικότητά τους είναι να κυνηγούν ακροδεξιούς φασίστες. Αυτοί οι τύποι είναι επικίνδυνοι και πάντα με τρόμαζαν. Είναι ικανοί να ακολουθήσουν κάποιον για να τον ρίξουν κάτω και να αρχίσουν να τον βαράνε ως μπουλούκι. Αυτό το αντι-παγκοσμιοποιητικό, αντικαπιταλιστικό νεφέλωμα στην πραγματικότητα χωρίζεται σε διάφορες ομάδες : τους antifa, τους τροτσκιστές, τους black blocs, τους ριζοσπάστες οικολόγους κ.λπ.
Και συνεχίζει : «Εγώ, ήμουν black bloc. Για τους black blocs η λεηλασία των καταστημάτων είναι απαραίτητη αλλά δεν γίνεται με άναρχο τρόπο ούτε για να αρπάξουμε .«Ένας black bloc, αν φύγει με μια τσάντα Louis Vuitton κάτω από τη μασχάλη του, είναι για να της βάλει φωτιά, να κινηματογραφήσει τη σκηνή και να τη δημοσιεύσει στα κοινωνικά δίκτυα. Λεηλατούν αλλά με κάποιο κώδικα τιμής. Εξοπλίζονται με σφυριά ή πένσες για να σπάνε τις βιτρίνες. Μας είναι πολύ χρήσιμοι και οι πυροσβεστήρες. Δεν είναι για διασκέδαση ή για να σβήσουμε τις φωτιές αλλά για να καθαρίσουν τον «τόπο του εγκλήματος». Αυτό αποτρέπει τη λήψη οποιουδήποτε δακτυλικού αποτυπώματος ή DNA. »
Πίσω από αυτές τις σκηνές χάους και βίας που μεταδίδονται από τα ειδησεογραφικά κανάλια στο περιθώριο των διαδηλώσεων, ο Gaspard περιγράφει έναν καλά λαδωμένο μηχανισμό, μια μεθοδολογία, ακόμη και μια πειθαρχία. Μετά το σπάσιμο, το χτύπημα, τη λεηλασία και την πυρκαγιά, οι black blocs υπακούουν στους αρχηγούς τους όταν αποφασιστεί ότι η επιχείρηση έχει τελειώσει. Το μήνυμα έρχεται μέσα από μια κραυγή που μόνο αυτοί αναγνωρίζουν. «Αυτή τη στιγμή όλοι βγάζουν τα ρούχα τους για να μην τους αναγνωρίσει η αστυνομία ή να παγιδευτεί από τα ίχνη του paintball που πέταξαν οι «μπάτσοι» για να τους σημαδέψουν. Τα καίμε όλα. Περπατάμε ήσυχα για να βρεθούμε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, δίπλα στους συνδικαλιστές και τους υπόλοιπους διαδηλωτές.» Η ρήξη του Gaspard με το παρελθόν του έγινε με την δημιουργία μιας μικρής επιχείρησης. Το ξύπνημα του, όπως λέει, προήλθε όταν είδε τις ταυτίσεις με τους ισλαμιστές. Ολη η άκρα αριστερά με πρώτη πρώτη την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν έχει υποταχθεί στους ισλαμιστές.
Le Figaro
6/12/24
VIA Babis Georges Petrakis

Σχόλια