Τίτλοι τέλους για το success story της γερμανικής οικονομίας

ΜΕΛΑΣ ΚΩΣΤΑΣ

Η ατμομηχανή της Ευρώπης δεν τρέχει πια. Η γερμανική οικονομία εισήλθε σε ύφεση το 2023 με πτώση 0,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, επιβαρυμένη από την κρίση στον βιομηχανικό τομέα που υποφέρει από το ενεργειακό κόστος και τις εξαγωγικές δυσκολίες. Σύμφωνα με στοιχεία του στατιστικού ινστιτούτου Destatis, αυτή η αναμενόμενη μείωση του ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, ακολουθεί μεγέθυνση 1,8% το 2022. Αν και τα στοιχεία είναι ελαφρώς καλύτερα από τις προβλέψεις της κυβέρνησης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που είχαν προβλέψει συρρίκνωση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης με 0,4% και 0,5%, η Γερμανία τα πήγε πολύ χειρότερα από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Το 2023 συνολικά, ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 5,9% στη Γερμανία, μετά από 6,9% το 2022, ο υψηλότερος από την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Η κατανάλωση των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 0,8%. Πλήγηκε και ο μεταποιητικός κλάδος, ο οποίος αντιπροσωπεύει σχεδόν το 85% του κλάδου (πλην των κατασκευών) που κατέγραψε πτώση -0,4%. Το 2023, η συνολική οικονομική μεγέθυνση στη Γερμανία υποχώρησε σε ένα πλαίσιο που συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές κρίσεις.

Παρά την πρόσφατη πτώση, οι τιμές παρέμειναν υψηλές σε όλα τα στάδια της οικονομικής διαδικασίας και επιβράδυναν τη μεγέθυνση. Την επίδρασή τους είχαν και οι δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης λόγω της αύξησης των επιτοκίων και της εξασθένησης της εγχώριας και εξωτερικής ζήτησης. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις χρεοκοπούν (Galeria Karstadt Kaufhof, Signa, Bree κτλ). Η απώλεια φθηνού φυσικού αερίου από τη Ρωσία έπαιξε σημαντικό ρόλο στις κακές οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας, αλλά ακόμη και οι αποφάσεις που ελήφθησαν στα χρόνια της άνθησης αμφισβητούνται τώρα.

Μέχρι πρόσφατα, η Γερμανία είχε συγκεντρώσει τη μία οικονομική επιτυχία μετά την άλλη, κυριαρχώντας στις παγκόσμιες αγορές για προϊόντα υψηλής ποιότητας, όπως πολυτελή αυτοκίνητα και βιομηχανικά μηχανήματα, πουλώντας τόσα πολλά στον υπόλοιπο κόσμο που η μισή οικονομία της βασιζόταν στις εξαγωγές*. Η απασχόληση ήταν υψηλή και τα κρατικά ταμεία ήταν υγιή, ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες πνίγονταν στα χρέη και γράφονταν βιβλία για όσα μπορούσαν να μάθουν από τη Γερμανία.

Τώρα πλέον όχι. Τώρα η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη ανεπτυγμένη οικονομία με τις χειρότερες επιδόσεις στον κόσμο.
Αυτό ακολουθεί την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την απώλεια του φθηνού φυσικού αερίου της Μόσχας – ένα άνευ προηγουμένου σοκ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της Γερμανίας, τη μακροχρόνια βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης.

Η ξαφνική πτώση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης έχει εξαπολύσει ένα κύμα κριτικής, δυσαρέσκειας και συζητήσεων για την πορεία προς τα εμπρός. Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία είναι το κρισιμότερο.
Ένα δεύτερο πλήγμα ήρθε καθώς ο βασικός εμπορικός εταίρος της Κίνας επιβραδύνθηκε, μετά από αρκετές δεκαετίες ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτά τα εξωτερικά σοκ έχουν αποκαλύψει ρωγμές στα θεμέλια της Γερμανίας, που αγνοήθηκαν κατά τα χρόνια της επιτυχίας. Μεταξύ των κρίσιμων ζητημάτων είναι η καθυστέρηση στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας, εντός της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, και η μακρά διαδικασία έγκρισης για έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα οποία χρειάζονται πολύ.

Άλλες προφανείς εκτιμήσεις

Οι πόροι που είχε στη διάθεσή της η κυβέρνηση οφείλονταν εν μέρει στις καθυστερήσεις στις επενδύσεις σε δρόμους, σιδηροδρομικές μεταφορές και internet υψηλής ταχύτητας. Η απόφαση του 2011 να κλείσουν οι εναπομείναντες πυρηνικοί σταθμοί της Γερμανίας έχει τεθεί σε αμφισβήτηση από ανησυχίες για τις υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και τη χαμηλή διαθεσιμότητα. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη ειδικευμένων εργαζομένων, με τον αριθμό των κενών θέσεων εργασίας να αγγίζει το υψηλό ρεκόρ, περίπου δύο εκατομμύρια.

Το 2023 συνολικά, η παραγωγή στη βιομηχανία ήταν 1,5% χαμηλότερη σε εποχικά προσαρμοσμένους όρους σε σχέση με το προηγούμενο έτος, με τη βιομηχανική παραγωγή να μειώνεται κατά 0,7%, την παραγωγή ενέργειας μειωμένη κατά 15,0% και την παραγωγή στις κατασκευές κατά 0,8%. Συνολικά, η παραγωγή παρέμεινε σχετικά σταθερή μέχρι τον Μάιο του 2023. Ωστόσο, με εξαίρεση μια περίοδο στασιμότητας τον Αύγουστο του 2023, στη συνέχεια μειώθηκε σταθερά από μήνα σε μήνα τους επόμενους μήνες, μετά από προσαρμογή για εποχιακές διακυμάνσεις.

Στη βιομηχανία, η παραγωγή σε βιομηχανικούς κλάδους έντασης ενέργειας παρουσίασε ιδιαίτερη πτώση το 2023 (-10,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος). Από αυτούς, ο μεγαλύτερος κλάδος είναι η χημική βιομηχανία, όπου η παραγωγή το 2023 μειώθηκε κατά 10,6% σε σύγκριση με το 2022. Η παραγωγή σε αυτόν τον τομέα είχε ήδη σημειώσει απότομη πτώση το 2022, ως αποτέλεσμα της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας. Στη διάρκεια του 2023, η παραγωγή έτεινε στη συνέχεια να σταθεροποιηθεί σε χαμηλό επίπεδο μέχρι την αξιοσημείωτη μείωση τον Δεκέμβριο.

Τελικά, η παραγωγή στη χημική βιομηχανία το 2023 έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1995. Στην κατασκευή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων, επίσης κλάδο έντασης ενέργειας, η παραγωγή το 2023 ήταν 14,1% χαμηλότερη από το προηγούμενο έτος. Εδώ, η πτώση της παραγωγής που παρατηρήθηκε το 2022 συνεχίστηκε. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρήθηκε και στην κατασκευή βασικών μετάλλων, όπου η παραγωγή το 2023 μειώθηκε κατά 3,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Η κρίση του βιομηχανικού τομέα

Η μείωση της παραγωγής ενέργειας είχε επίσης σημαντική επίπτωση στο συνολικό αποτέλεσμα για την παραγωγή στη βιομηχανία το 2023. Περιστασιακά έπεσε σε πολύ χαμηλό επίπεδο, ιδιαίτερα γύρω στα μέσα του 2023, γεγονός που πιθανότατα οφειλόταν εν μέρει στη χαμηλή ζήτηση ενέργειας στη βιομηχανία και στις ευνοϊκές ευκαιρίες εισαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Στη Γερμανία, σημειώθηκε ιδιαίτερη πτώση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με βάση τον άνθρακα. Στην πτώση συνέβαλε επίσης το κλείσιμο των τελευταίων πυρηνικών σταθμών στα μέσα Απριλίου 2023. Αντίθετα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αιολική ενέργεια παρουσίασε θετική τάση απόδοσης και έφτασε στην υψηλότερη τιμή που είχε ποτέ το 2023.

Η αυξημένη παραγωγή στην αυτοκινητοβιομηχανία (+11,5 %) είχε θετικό αντίκτυπο στην παραγωγή στη βιομηχανία εκτός της ενέργειας και των κατασκευών. Το 2023, οι κατασκευαστές μηχανοκίνητων οχημάτων, ρυμουλκούμενων και ημιρυμουλκούμενων ολοκλήρωσαν ορισμένες από τις απλήρωτες παραγγελίες τους, οι οποίες εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο στην αρχή του έτους, ενώ οι νέες παραγγελίες το 2023 μειώθηκαν σημαντικά σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, τα αποθέματα παραγγελιών στην αυτοκινητοβιομηχανία παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα τον Νοέμβριο του 2023, παρά την πτώση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του έτους.

Η γερμανική οικονομία πληρώνει την κρίση στον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του ΑΕΠ που παράγεται στη χώρα. Η συμμετοχή του βιομηχανικού τομέα ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας έχει μειωθεί.

Η συνολική βιομηχανική παραγωγή παραμένει περίπου κατά 10%, κάτω από το προπανδημικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή καθορίστηκε από τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, και την επιβράδυνση των εξαγωγών, ιδίως στην Κίνα (τέταρτη χώρα προορισμού των γερμανικών εξαγωγών, με 106,2 δις ευρώ) και τις Ηνωμένες Πολιτείες (πρώτη χώρα προορισμού των γερμανικών εξαγωγών, με 156,2 δις ευρώ).

Στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε αναλυτικά πως επηρεάστηκε η γερμανική βιομηχανία από την πανδημία, το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και τις επιλογές των κυβερνήσεων της.


 

* Η αξία των γερμανικών εξαγωγών ανήλθε το 2022 1,594 τρις ευρώ, οι εισαγωγές σε 1,505 τρις ευρώ και το ισοζύγιο σε +88,6 δις ευρώ αισθητά μειωμένο από το 2021 : 175,3 δις ευρώ. Το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανέρχεται σε 4,121 τρις ευρώ το 2023.

============

 --------------------------------

 Μέτωπο κατά της ακροδεξιάς, χαλάρωση του φρένου χρέους, νέο κοινωνικό συμβόλαιο, πράσινη μετάβαση, τα κεντρικά αιτήματά τους. Σε αμφισβήτηση και η σχέση με Κίνα-ΗΠΑ. 

Με μια έκκληση προς όλα τα «δημοκρατικά κόμματα» παρενέβησαν την προηγούμενη εβδομάδα δεκάδες μεγάλων γερμανικών επιχειρήσεων στα πολιτικά τεκταινόμενα ζητώντας μεγάλες αλλαγές προκειμένου η γερμανική οικονομία να βγει από τη δίνη της ύφεσης να αποκαταστήσει την ηγετική της θέση στο παγκόσμιο σύστημα.

Όπως σημειώνει ο συντάκτης της κρατικής τηλεόρασης ARD Ντάνιελ Ποκράκα, οι επιχειρήσεις καθ’ αυτές σπάνια εκφράζονται δημόσια για πολιτικά ζητήματα και συνήθως επί τέτοιων θεμάτων τον λόγο παίρνουν οι διάφοροι συλλογικοί φορείς τους (σύνδεσμοι βιομηχάνων κ.τ.ο.). Έτσι, αυτή η ευθεία παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο χαρακτήρα και μαλιστα καθώς υπογράφεται από ονόματα όπως η Thyssenkrupp, η DeutscheTelekom, η Puma, η Fraport, η Miele, η ΙΚΕΑ, από τράπεζες όπως η BNP Parisbas, αλλά και τη χαλυβουργία Salzgitter, τους εμπορικούς κολοσσούς Otto, dmκαιRossmann, εταιρείες παραγωγής ενέργειας EON και EnBW και τη χημική βιομηχανία Wacker.

Οι εταιρείες που υπογράφουν, συνολικά πάνω από 50, συμμετέχουν όλες στο Ίδρυμα Κλιματική Οικονομία (Stiftung Klima Wirtschaft), το οποίο, όπως μαρτυρά το όνομά του έχει ως στόχο την προώθηση πολιτικών που θα φρενάρουν την κλιματική αλλαγή ενώ ταυτόχρονα θα διατηρήσουν και θα προάγουν την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας στο παγκόσμιο πλαίσιο.

Αισθανόμενοι, λοιπόν, οι επικεφαλής αυτών των επιχειρήσεων την κρισιμότητα της κατάστασης και την πολυεπίπεδη κρίση που βιώνει η γερμανική κοινωνία, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά μέσα σε ένα εξαιρετικά ασταθές διεθνές περιβάλλον θέτουν, με τον τρόπο που αυτές θεωρούν σωστό, τις πολιτικές δυνάμεις και την αντιπολίτευση προ των ευθυνών τους.

Αρχικά διαπιστώνουν πως η γερμανική οικονομία βρίσκεται υπό πίεση και πως οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών αποκάλυψαν προβλήματα («αμέλειες») της οικονομικής, ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής που ακολουθήθηκε και τα πολλαπλασίασαν επικίνδυνα. Τα προβλήματα αυτά δημιουργούν τεράστιο κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης και αυτό το χρησιμοποιεί η νέα Δεξιά προς όφελός της με τρόπο ώστε να είναι σε κίνδυνο τόσο η δημοκρατία στη Γερμανία όσο και οι δυνατότητες της οικονομίας. Εδώ, αυτό που εννοείται είναι από τη μία το γεγονός πως υπάρχει ανάγκη για ξένο εργατικό και στελεχιακό δυναμικό, το οποίο όμως αποφεύγει ή θα αποφεύγει να πάει στη Γερμανία υπό τον φόβο της άκρας Δεξιάς, ενώ ταυτόχρονα θα δυσχεραίνει τις οικονομικές σχέσεις και δυνατότητες της Γερμανίας σε έναν πολυπολικό κόσμο όπου ολοένα και αυξανόμενο ρόλο παίζουν έθνη που πλήττονται από τον ευρωπαϊκό ρατσισμό.

Στη συνέχεια δηλώνουν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν τη δημοκρατία και τις πολιτικές αυτές που θα οδηγήσουν τη Γερμανία και την οικονομία της στο στόχο της δραστικής μείωσης των παραγόντων που προκαλούν  την κλιματική κρίση. «Οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι απρόβλεπτες», γράφετε στην έκκληση. Και αυτό με τη μεριά του έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Μια πρώτη ανάγνωση αφορά ξεκάθαρα τη ανησυχία μπροστά σε αυτό που μπορεί να προκαλέσει η κλιματική αλλαγή στην ίδια τη Γερμανία. Ταυτόχρονα όμως μπορεί να διαβαστεί και ως μία ακόμη δήλωση για λήψη πρωτοβουλιών που θα προστατεύσουν τα έθνη του Παγκόσμιου Νότου, τα οποία είναι πολύ περισσότερο εκτεθειμένα στις συνέπειες της υπερθέρμανσης και της κλιματικής ανωμαλίας. Γι’ αυτό και το τμήμα αυτό του κειμένου ξεκινά με την υπεράσπιση της δημοκρατίας, άρα στον σαφή διαχωρισμό από ακροδεξιές και ρατσιστικές θέσεις.

Στο τρίτο σημείο τονίζουν πως η μετάβαση στην πράσινη οικονομία πρέπει να γίνει κεντρική υπόθεση για κάθε επιχείρηση. Αφού αναφέρουν πως αυτές οι ίδιες οι επιχειρήσεις κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να βελτιώσουν τις κλιματικές τους επιδόσεις, εκτιμούν πως ο συνδυασμός καλά εκπαιδευμένων ειδικευμένων εργαζομένων, η τέχνη της μηχανικής και η δημιουργικότητα δίνουν στη Γερμανία τη δυνατότητα να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια μεταμόρφωση της παραγωγής. Όμως, ούτε οι κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση καταφέρνουν αυτόν τον καιρό να δώσουν μορφή σε αυτήν την ευκαιρία που θα φέρει ανταγωνιστικότητα, ανθεκτικότητα, καλές δουλειές για τους μισθωτούς και γενική ευημερία.

Σε αυτό, λοιπόν, το τρίτο σημείο, μπαίνει το ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής και της παγκόσμιας συνεργασίας, ενώ γίνεται ευθεία κριτική σε όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων και ειδικά στους κατεξοχήν εκφραστές των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, τη Χριστιανοδημοκρατία, τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους

Η έκκληση συνεχίζει διαπιστώνοντας πως το γενικό κλίμα παραλύει τη διάθεση για μεταρρυθμίσεις στη χώρα. Την ώρα που οι ΗΠΑ και η Κίνα επενδύουν τεράστια ποσά για τη μετάβαση, στη Γερμανία επικρατεί σκεπτικισμός και ανασφάλεια. Έτσι, δεν θα γίνει όμως κατορθωτή η μεγάλη βιομηχανική μεταμόρφωση που απαιτείται, η μεγαλύτερη εδώ και 100 χρόνια, όπως χαρακτηριστικά γράφεται. Καλούν λοιπόν οι επιχειρήσεις τα κόμματα να προχωρήσουν σε διακομματική συναίνεση, να σχεδιαστεί πολιτική για τα επόμενα 20, 30, 40 χρόνια και να διατυπωθεί στόχος με ορίζοντα το 2045. Το κράτος πρέπει να ξαναδεί τα περιθώρια που έχει να δαπανά και έτσι να προστατεύσει και να αναπτύξει την οικονομία, ενώ ταυτόχρονα η ανάπτυξη και η σταθερότητα θα περιορίσουν την ακροδεξιά και τις λαϊκίστικές φωνές. Στο κλείσιμο αυτού του μέρους επαναλαμβάνεται πως η δημοκρατία (εννοείται με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα) είναι βασικός παράγοντας για να μπορεί η Γερμανία να είναι σοβαρός οικονομικός πόλος.

Στη συνέχεια αναφέρουν έξι σημεία υπό μορφή αιτημάτων: πρώτον, το αίτημα για σχεδιασμό μέχρι το 2045. Δεύτερον, η εξασφάλιση φθηνής ενέργειας μέχρι να αναπτυχθούν πλήρως οι ανανεώσιμες πηγές και η χρήση του υδρογόνου. Εδώ, μπορεί κανείς να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές και ένα αίτημα αναθεώρησης της πολιτικής απέναντι στη Ρωσία. Τρίτον, αναθεώρηση του φρένου χρέους, ώστε το κράτος να μπορεί να δανείζεται περισσότερο για να επενδύει. Τέταρτον, ζητούν η Γερμανία να δράσει ώστε να υπάρξουν ενιαία διεθνή στάνταρντ σχετικά με το κλίμα και την ενέργεια. Πέμπτον, ζητούν ψηφιοποίηση και περιορισμό της γραφειοκρατίας ενώ παράλληλα ζητούν προσλήψεις ικανών εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Έκτο, και σημαντικότερο, ζητούν νέο κοινωνικό συμβόλαιο ώστε να φύγουν βάρη από τους οικονομικά ασθενέστερους προκειμένου να επιτευχθεί η αποδοχή της μετάβασης σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Η έκκληση κλείνει με την εκτίμηση πως ό,τι συνέβη μέχρι το 2023 δεν μπορεί να συνεχιστεί το 2024.

Η έκκληση αυτή περιέχει σημαντικά στοιχεία, όπως η τοποθέτηση της Γερμανίας ως εταίρου αλλά και ανταγωνίστριας των ΗΠΑ και της Κίνας. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την μέχρι τώρα στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που αναγνωρίζουν τις ΗΠΑ ως ηγέτιδα δύναμη του Δυτικού Κόσμου, ενώ η αναφορά στην Κίνα που τα καταφέρνει, αφενός εγκαλεί στη τάξη τις δυνάμεις αυτές που ζητούν σπάσιμο των δεσμών με τη μεγάλη βιομηχανική χώρα της Ασίας, ενώ τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα αναφέρονται ως πρότυπα πράσινης μετάβασης.

Το ζήτημα δε της φθηνής ενέργειας αποτελεί έμμεση αναγνώριση της ανάγκης για ειρήνευση και συνεννόηση με τη Ρωσία, καθώς μόνο η Ρωσία μπορεί να καλύψει τις τεράστιές ανάγκες με μικρό κόστος. Δε λέγεται, εκτιμούμε όμως πως εννοείται. Τέλος, και αυτό είναι τεράστιας σημασίας, ακριβώς για να εξασφαλιστεί η συνέχεια του κοινωνικού καθεστώτος αναγνωρίζεται η ανάγκη να βγουν οι φτωχοί και επισφαλείς από το καθεστώς που δεν τους επιτρέπει να βλέπου προοπτική στη ζωή τους, να εξασφαλιστούν καλές δουλειές και γενική ευημερία μέσα από ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με σκοπό να μη διαταραχτεί περαιτέρω η κοινωνική συνοχή. Αν συνδυάσουμε αυτήν την έκκληση με την ένταση των κοινωνικών αγώνων στη Γερμανία από επαγγελματικές ομάδες, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι αγώνες μπορούν να φέρουν αποτελέσματα.
===================
ΠΟΥΤΙΝ: 
"Ο ΣΟΛΤΣ ΝΟΜΙΖΕ ΟΤΙ ΑΝ Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΠΑΥΕ ΝΑ ΑΓΟΡΑΖΕΙ ΦΘΗΝΟ ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ ΑΠΟ ΕΜΑΣ, ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΚΑΤΑΡΡΕΑΜΕ ΠΡΙΝ ΑΥΤΟΙ ΥΠΟΣΤΟΥΝ ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΕΣ ΖΗΜΙΕΣ--ΕΚΑΝΕ ΛΑΘΟΣ"
Μιλώντας για την οικονομική κατάσταση στη Γερμανία σε συνέντευξή του στα ρωσικά μέσα ενημέρωσης που δημοσιεύθηκε την Κυριακή, ο Πούτιν δήλωσε: "Προφανώς, περίμεναν ότι αν δεν παίρνουν το φυσικό μας αέριο, εμείς θα καταρρεύσουμε γρηγορότερα από ό,τι εκείνοι θα αντιμετώπιζαν μη αναστρέψιμες διεργασίες. Αλλά οι μη αναστρέψιμες διαδικασίες έχουν ουσιαστικά αρχίσει να συμβαίνουν".
Σύμφωνα με τον Ρώσο πρόεδρο, "οι [γερμανικές] βιομηχανίες μετακινούνται σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, όπου έχουν δημιουργηθεί πιο ευνοϊκές συνθήκες και όπου η ενέργεια έχει αποδειχθεί φθηνότερη". Πρόσθεσε ότι "είναι απολύτως προφανές" ότι οι πολιτικές που υιοθετεί η κυβέρνηση του καγκελάριου Όλαφ Σολτς "επιφέρουν κολοσσιαίο πλήγμα στο μέλλον της γερμανικής οικονομίας".
Ο Πούτιν σημείωσε ότι η Ρωσία δεν περιορίζει τις εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη - η Γερμανία και άλλες χώρες κάνουν αυτή την επιλογή με δική τους πρωτοβουλία.
Εν τω μεταξύ, η Ρωσία κατάφερε να ανακατευθύνει ορισμένες από τις ενεργειακές της εξαγωγές αλλού, δήλωσε ο πρόεδρος, προσθέτοντας ότι η κατάσταση αποδείχθηκε ότι ήταν μια κρυφή ευλογία, καθώς η Ρωσία αναγκάστηκε να επικεντρωθεί περισσότερο σε άλλες βιομηχανίες σε αντίθεση με το να βασίζεται αποκλειστικά στα έσοδα από το φυσικό αέριο.
Την περασμένη εβδομάδα, το ειδησεογραφικό μέσο Bild, επικαλούμενο τον Siegfried Russwurm, επικεφαλής της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), ανέφερε ότι ένας στους τρεις Γερμανούς κατασκευαστές εξετάζει το ενδεχόμενο να μεταφέρει την παραγωγή του στο εξωτερικό - αριθμός διπλάσιος από τον αριθμό που είχε καταγραφεί το 2022.
Ο Russwurm απέδωσε την τάση αυτή στη γενική επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και στα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, ιδίως όσον αφορά την ενέργεια. Αυτοί οι παράγοντες έχουν οδηγήσει σε λιγότερες επενδύσεις και έχουν καταστήσει πιο δύσκολο για τις επιχειρήσεις να πραγματοποιήσουν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, εξήγησε.
Το Bloomberg News, επικαλούμενο ξεχωριστές αναλύσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς της Γερμανίας ως βιομηχανικής υπερδύναμης "φτάνει στο τέλος του" μετά τη διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Μιλώντας στο γερμανικό κοινοβούλιο στα μέσα Ιανουαρίου, ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ δήλωσε ότι η χώρα έχει "χάσει [το] ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα".
[με πληροφορίες από το RT]
=================

Σχόλια