Cicero : America First

Με Τραμπ ή με Μπάιντεν οι Ηνωμένες Πολιτείες προσελκύουν ευρωπαϊκές εταιρείες με επιδοτήσεις και πολιτικές προστατευτισμού. Ενώ η αποβιομηχάνιση απειλεί την Γερμανία η επανεκβιομηχάνιση μοιάζει να έχει δρομολογηθεί για τα καλά στις ΗΠΑ - επίσης χάρη και σε γερμανικά κεφάλαια.
Η Volkswagen θέλει να κατασκευάσει ένα νέο εργοστάσιο για μπαταρίες σπορ αυτοκινήτων στην πολιτεία της Νότιας Καρολίνας. Μία επένδυση δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Klaus Rosenfeld, Διευθύνων Σύμβουλος της Schaeffler, που ειδικεύεται στην τεχνολογία αυτοκινήτων, δηλώνει ότι θα κατασκευάσει τα επόμενα εργοστάσιά της εταιρείας στην Αμερική ενώ η πρώην γερμανική εταιρεία παραγωγής φυσικού αερίου Linde δεν θα διαπραγματεύεται πλέον στο χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης αλλά μόνο στη Wall Street. Η γερμανική βιομηχανία μετακομίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ η αποβιομηχάνιση απειλεί την Γερμανία η επανεκβιομηχάνιση φαίνεται να έχει δρομολογηθεί για τα καλά στις ΗΠΑ - επίσης χάρη και σε γερμανικά κεφάλαια.
Το επίπεδο απασχόλησης στον μεταποιητικό τομέα και η παραγωγή των υφιστάμενων εταιρειών εξακολουθούν να αυξάνονται έστω και με αργό ρυθμό. Πολλοί Αμερικανοί οικονομολόγοι εξακολουθούν να διστάζουν να μιλήσουν για βιομηχανική αναγέννηση, κυρίως επειδή, σύμφωνα με την Εθνική Ένωση Κατασκευαστών, περισσότερες από δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας θα μπορούσαν να παραμείνουν ακάλυπτες μέχρι το 2030 λόγω έλλειψης ειδικευμένων εργαζομένων. Αλλά η χώρα βιώνει ήδη μια βιομηχανική κατασκευαστική έκρηξη : Από τον Ιανουάριο του 2022, οι επενδύσεις σε νέα ή εκσυγχρονισμένα εργοστάσια έχουν υπερδιπλασιαστεί, από 97 δισεκατομμύρια δολάρια σε περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια. Νέα εργοστάσια ξεπηδούν σχεδόν παντού στη χώρα.
Μετανάστευση κεφαλαίων πέρα από τον Ατλαντικό
Στη Γερμανία, χιλιάδες θέσεις εργασίας στον μεταποιητικό τομέα περικόπτονται επί του παρόντος ή νέες επενδύσεις αναβάλλονται επ' αόριστον. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο της Κολωνίας για τη Γερμανική Οικονομία (IW), 125 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερες επενδύσεις διέρρευσαν από τη Γερμανία πέρυσι από ό,τι επενδύθηκαν την ίδια περίοδο. Και μια έρευνα από τον Σύνδεσμο της Αυτοκινητοβιομηχανίας έδειξε ότι «το 27% των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα σχεδιάζουν να μετεγκαταστήσουν τις επενδύσεις τους στο εξωτερικό», από τις οποίες περίπου το ένα τρίτο μετακομίζει στη Βόρεια Αμερική. Τι έδωσε την ώθηση σε αυτή την τεράστια μετανάστευση κεφαλαίων πέρα από τον Ατλαντικό ;
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν σπάνια υιοθέτησε «προστατευτική» ρητορική στην πολιτική του καριέρα που εκτείνεται σε περισσότερο από μισό αιώνα. Υποστήριξε όλες τις μεγάλες συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών, όπως η NAFTA, η απελευθέρωση των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα και η (τελικά αποτυχημένη) εταιρική σχέση Trans-Pacific. Αλλά μόλις πέντε ημέρες μετά τη μετακόμισή του στον Λευκό Οίκο, ο Μπάιντεν υπέγραψε ένα διάταγμα που θα περίμενε κανείς μόνο από τον Ντόναλντ Τραμπ. Το διάταγμα «Made in America» του Μπάιντεν της 25ης Ιανουαρίου 2021 έδωσε εντολή στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ να προτιμήσει εκείνες τις εταιρείες των οποίων τα προϊόντα κατασκευάζονται στις ΗΠΑ για συμβάσεις κρατικών προμηθειών.
Λίγους μήνες αργότερα, το Κογκρέσο των ΗΠΑ ενέκρινε τρία πακέτα διαδοχικά, τα οποία απελευθέρωσαν σχεδόν δύο τρισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακά κεφάλαια και ενέκρινε πολλές διατάξεις «Made in America» - ένα πακέτο υποδομής, το Chips and Science Act, το οποίο προβλέπει την εγχώρια παραγωγή ημιαγωγών και, τέλος, ο νόμος για τη μείωση του πληθωρισμού που ονομάστηκε έτσι μάλλον παραπλανητικά και ο οποίος αποσκοπεί κυρίως στην προώθηση της ανάπτυξης και παραγωγής τεχνολογιών φιλικών προς το κλίμα.
Ο παλιός αμερικανικός προστατευτισμός
Εκτοτε η Ευρωπαϊκή Ένωση συνειδητοποίησε ότι το «America First» του Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν πλέον μια ειδική περίπτωση, αλλά από εδώ και πέρα ο κανόνας στην Ουάσιγκτον, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα ήταν στην εξουσία. Τον Οκτώβριο, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της ΕΕ και της κυβέρνησης Μπάιντεν απέτυχαν να βελτιώσουν τις συνθήκες συναλλαγών για τις ευρωπαϊκές εταιρείες που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τους Αμερικανούς κατασκευαστές ηλεκτρικών αυτοκινήτων και μπαταριών. Οι προοπτικές για μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της ΕΕ και της Βόρειας Αμερικής παραμένουν ισχνές.
Επιστρέφει ο παλιός αμερικανικός προστατευτισμός, που ήταν ο κανόνας μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα ; «Θα ήταν μεγάλη υπερβολή να πούμε ότι υπάρχει μια ποιοτική αλλαγή υπό τον Μπάιντεν», προειδοποιεί ο Dean Baker, πρόεδρος του Κέντρου Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας. Ο Baker μας υπενθυμίζει ότι οι ΗΠΑ πάντα υποστήριζαν στρατηγικά σημαντικούς οικονομικούς τομείς, όπως η φαρμακευτική και η αεροδιαστημική βιομηχανία. «Το Διαδίκτυο ήταν επίσης προϊόν στρατιωτικής έρευνας». Ο Baker βλέπει μόνο θετικές συνέπειες για την ΕΕ, επειδή είναι επίσης προς το συμφέρον της Αμερικής να βασίζεται στις πράσινες τεχνολογίες και συμβουλεύει την ΕΕ να λάβει τα δικά της μέτρα στήριξης.
Αντί για μια ποιοτική αλλαγή, οι τελευταίες μεταρρυθμίσεις αποκαλύπτουν μια σταθερά στην αμερικανική πολιτική : Από την αρχή της Αμερικανικής Δημοκρατίας, η σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο αντιμετωπίζεται συχνά μέσα από το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, ενώ η χώρα ένιωθε ασφαλής μέχρι τους δύο παγκόσμιους πολέμους, πρώτα οι νίκες των Ναζί και τέλος η επέκταση της Σοβιετικής Ένωσης στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου προκάλεσαν μια ριζική επανεξέταση στην αντιμετώπιση της εξωτερικής πολιτικής. Η άνοδος των ξένων υπερδυνάμεων ανησύχησε τόσο την εθνική ασφάλεια όσο και την ελευθερία του εμπορίου και της κυκλοφορίας του αμερικανικού κεφαλαίου.
Πάντα αγκάθι
Υπό αυτό το πρίσμα προωθήθηκε και η οικονομική ανάπτυξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Δυτικής Γερμανίας μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ. Στην Αμερική υπήρχε ο φόβος ότι η νεαρή δημοκρατία στο σύστημα των νέων μπλοκ θα κινούνταν πολύ ελεύθερα μεταξύ Δύσης και Ανατολής και θα ανακάλυπτε εκ νέου «τον κλασικό της εθνικισμό», όπως έγραψε ο Χένρι Κίσινγκερ στα απομνημονεύματά του «White House Years» (1979). Η δυτικογερμανική οικονομική ανάκαμψη προωθήθηκε ενεργά, αλλά μόνο στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Οι διάφορες συμφωνίες για αγωγούς φυσικού αερίου που έχουν συναφθεί με τη Ρωσία από το 1970 υπό την ηγεσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του SPD, συμπεριλαμβανομένων των Nord Stream 1 και 2, ήταν επομένως πάντα ένα αγκάθι στο μάτι της Ουάσιγκτον.
Παρά τον πόλεμο στην Ουκρανίας η προσοχή των Αμερικανών στρατηγών στρέφεται όλο και περισσότερο προς την Κίνα. Από τη μία πλευρά οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πολιτική περιορισμού που αποσκοπεί να αποτρέψει την επέκταση του κινεζικού ναυτικού πέρα από τις αλυσίδες νησιών του Δυτικού Ειρηνικού. Από την άλλη πλευρά, σε περίπτωση εισβολής της Κίνας στην Ταϊβάν, η πρόσβαση στη βιομηχανία ημιαγωγών που συγκεντρώνεται εκεί απειλεί να διακοπεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο νόμος για τους ημιαγωγούς το καλοκαίρι του 2022 έλαβε επίσης ψήφους από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές του Κογκρέσου που κατά τα άλλα είναι δύσπιστοι σχετικά με τη βιομηχανική πολιτική που υποστηρίζεται από το κράτος. Οι ημιαγωγοί αποτελούν κεντρικό στοιχείο των σύγχρονων ηλεκτρονικών - κυρίως στα μαχητικά αεροσκάφη και τους δορυφόρους επιτήρησης - και θα παράγονται όλο και περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες στο μέλλον.
Είναι επίσης γνωστό από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν μεγάλα τμήματα της αμερικανικής οικονομίας συνέβαλαν στην πολεμική παραγωγή, ότι τα εργοστάσια μετατρέπονται γρήγορα : τα τανκς αντικαθιστούσαν γρήγορα τα πολιτικά αυτοκίνητα στις γραμμές συναρμολόγησης. Επί του παρόντος, υπάρχει έλλειψη αυτών των παραγωγικών δυνατοτήτων στην Αμερική. «Η βιομηχανική βάση μπορεί να δυσκολευτεί να αυξήσει την παραγωγή σε καιρό πολέμου» έγραφαν δημοσιεύματα τον Ιανουάριο του 2020.
Σε ό,τι αφορά την Γερμανία, ένα βιομηχανικό έθνος που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές και το ελεύθερο εμπόριο μπορεί γρήγορα να βρεθεί στο έλεος των ανταγωνιστικών μπλοκ κρατών. Σε μια εποχή γεωπολιτικών συγκρούσεων που σιγοβράζουν, μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα θέλουν να ενισχύσουν τις εγχώριες αγορές τους, κάτι που με τη σειρά του αναγκάζει τις γερμανικές εταιρείες να μεταφέρουν όλο και περισσότερο την παραγωγή τους εκεί. «Οι γερμανικές εταιρείες έχουν επίγνωση των γεωπολιτικών κινδύνων και τοποθετούνται αναλόγως στρατηγικά», εξηγεί ο Jens Hildebrandt, Διευθύνων Σύμβουλος του Γερμανικού Επιμελητηρίου Εξωτερικού Εμπορίου (AHK) στην Κίνα. «Συγκεκριμένα αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες βασίζονται στην τοπική προσαρμογή σε αλυσίδες παραγωγής ή εφοδιασμού και στήνουν παράλληλες δομές σε διαφορετικές περιοχές».
Πρόσβαση στην κινεζική εγχώρια αγορά
Τοπική προσαρμογή σημαίνει ότι ξένες εταιρείες θέλουν να συνεχίσουν να παραμένουν στην Κίνα αλλά κυρίως για να αποκτήσουν πρόσβαση στην εγχώρια αγορά εκεί ενώ οι κεντρικές αλυσίδες εφοδιασμού για την παγκόσμια αγορά μετακινούνται όλο και περισσότερο συχνά σε γειτονικές χώρες στη Νοτιοανατολική Ασία, αλλά και στις ΗΠΑ, οι οποίες υπολογίζουν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα από την επιστροφή αυτών των αλυσίδων εφοδιασμού.
Ωστόσο ο ρόλος του νόμου για τη μείωση του πληθωρισμού (IRA) στην εκβιομηχάνιση της Αμερικής δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Μια σταθερή αύξηση των γερμανικών άμεσων επενδύσεων στις ΗΠΑ είχε παρατηρηθεί ήδη από πολύ καιρό πριν.
Μεταξύ 2012 και 2022 οι επενδύσεις αυτές υπερδιπλασιάστηκαν από 273 δισεκατομμύρια δολάρια σε 619 δισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνει μόνο επενδύσεις σε νέα εργοστάσια, αλλά και ιστορικές λογιστικές αξίες στο σύνολό τους που έχουν εισρεύσει στις ΗΠΑ για παράδειγμα μέσω συγχωνεύσεων εταιρειών. Όπως δείχνουν τα στοιχεία υπήρξαν επίσης ισχυρές αυξήσεις στις γερμανικές επενδύσεις πριν από τα χρόνια του κορωνοϊού, μεταξύ άλλων από το 2017 έως το 2018, όταν το ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικάνους Κογκρέσο ψήφισε μια τεράστια μείωση στον εταιρικό φόρο.
Αυτό ακολουθεί το σύνθημα «οι επενδύσεις ακολουθούν το εμπόριο. «Πρώτα κάνεις εμπόριο, μετά δημιουργείται μια εταιρεία πωλήσεων εδώ και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι πουλάς ήδη τόσο πολύ στις ΗΠΑ που είναι λογικό να παράγεις και εδώ» εξηγεί ο Christoph Schemionek. Και μετά από αρκετά χρόνια παρουσίας, οι γερμανικές εταιρείες διαπιστώνουν ότι οι ΗΠΑ «έχουν αποδειχθεί μια απίστευτα σταθερή αγορά».
“Το όγδοο θαύμα του κόσμου”
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι μια τέτοια στρατηγική επιδοτήσεων από τις ΗΠΑ μπορεί να σημαδευτεί και από αποτυχίες. Το 2017, η αμερικανική κυβέρνηση παρέσυρε την ταϊβανέζικη εταιρεία ηλεκτρονικών ειδών Foxconn με επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές ύψους τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Foxconn υποσχέθηκε να δημιουργήσει 13.000 νέες θέσεις εργασίας και να επενδύσει δέκα δισεκατομμύρια δολάρια. Στόχος ήταν να παραχθούν οι πιο σύγχρονες οθόνες LCD. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε στην τελετή θεμελίωσης το 2018 και χαρακτήρισε μεγαλοπρεπώς το έργο «το όγδοο θαύμα του κόσμου».
Στο τέλος, ωστόσο, η Foxconn επένδυσε λιγότερα από 700 εκατομμύρια δολάρια και αντί για τις 13.000 θέσεις εργασίας που είχε υποσχεθεί, κατέληξε σε περίπου 1.000. Μεγάλα τμήματα του βιομηχανικού πάρκου παραμένουν ανεκμετάλλευτα μέχρι σήμερα και το τι και αν θα παραχθεί κάτι εκεί είναι αβέβαιο. Η Foxconn τώρα κρατάει χαμηλό προφίλ και οι δημόσιες αρχές πήραν ένα μάθημα για το πόσο επικίνδυνες μπορούν να αναδειχθούν οι πολιτικές μεγάλων επιδοτήσεων.
Cicero

Σχόλια