Οι “τέσσερις” της “Κ” ξαναχτύπησαν – Απάντηση σημείο προς σημείο

Λυγερός Σταύρος

Διάβασα με προσοχή και το πρώτο και το δεύτερο άρθρο των “τεσσάρων” στην “Καθημερινή” (Αλ. Διακόπουλος, Π. Λιάκουρας, Κ. Υφαντής και Κ. Φίλης). Είχα αποφύγει να σχολιάσω το πρώτο άρθρο τους, αλλά η δεύτερη παρέμβασή τους, καθώς και το γεγονός ότι οι απόψεις τους προσέλαβαν ευρύτερη δημοσιότητα, με υποχρεώνει, έστω και ετεροχρονισμένα, να ασχοληθώ. Επειδή, μάλιστα, απεχθάνομαι να κάνω ανίχνευση προθέσεων, θα περιοριστώ αυστηρά σε μία κριτική των όσων αναφέρουν στις δύο αυτές παρεμβάσεις, οι “τέσσερις” της “Κ” Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από το πρώτο άρθρο. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Οι αρθρογράφοι αρχίζουν υπογραμμίζοντας ότι «η Άγκυρα εγκατέλειψε επί του παρόντος τη “διπλωματία του καταναγκασμού”… προχωρώντας σε βήματα αποκλιμάκωσης. Οι περισσότεροι απέδωσαν αυτή την αλλαγή στη “διπλωματία των σεισμών”, αν και κάποιες ενδείξεις είχαν διαφανεί νωρίτερα». Οι “τέσσερις” έχουν δίκιο που αναζητούν την αιτία, όχι τόσο στους σεισμούς, όσο στην ανάγκη του Ερντογάν να εξομαλύνει τις σχέσεις με τη Δύση. Είναι αμφίβολη, ωστόσο, η εκτίμησή τους ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία και η επανάκαμψη των ΗΠΑ στην Ευρώπη περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων της Άγκυρας. Προς το παρόν, ο Ερντογάν ισορροπεί επιτυχώς μεταξύ Δύσης-Ουκρανίας και Ρωσίας.

Αμφίβολη είναι και η εκτίμησή τους για «αναβάθμιση της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο, λόγω της στάσης της στο Ουκρανικό, αλλά και της πολυδιάστατης γεωπολιτικής χρησιμότητας του λιμένος της Αλεξανδρούπολης, που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τον τουρκικό στρατηγικό σχεδιασμό». Μέχρι σήμερα τουλάχιστον αυτό δεν τεκμαίρεται από κανένα γεγονός. Πράγματι «τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΕ έχουν ανανεώσει το ενδιαφέρον τους για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων», αλλά αυτό κατ’ ουδένα τρόπο συνεπάγεται αναβάθμιση της Ελλάδας.

Και ναι μεν ευνοεί τις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις, αλλά όχι υποχρεωτικά «επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου», όπως γράφουν οι “τέσσερις”. Εμμέσως πλην σαφώς, άλλωστε, το ομολογούν οι ίδιοι στο δεύτερο άρθρο τους: «Στο πλαίσιο όμως των δυτικών συμφερόντων, ζωτικής σημασίας είναι μόνο η αποφυγή μιας ενδονατοϊκής σύγκρουσης και όχι η επίλυση των διαφορών μας (ελληνοτουρκικών). Το τελευταίο είναι επιθυμητό όχι όμως απαραίτητο, όσο η κατάσταση παραμένει διαχειρίσιμη με την ένταση εντός κάποιων ορίων. Η ανάσχεση λοιπόν των δυτικών μας συμμάχων προς την Τουρκία αφορά πρωτίστως την αποφυγή της σύγκρουσης».

Φθηνός λαϊκισμός

Στη συνέχεια, οι αρθρογράφοι διατυπώνουν έναν συλλογισμό, κατώτερο του διανοητικού επιπέδου που διεκδικούν για τον εαυτό τους. Αναφερόμενοι στις ελληνικές αμυντικές δαπάνες γράφουν: «Σε σημερινές τιμές, έχουμε δαπανήσει συνολικά κοντά στα 400 δισ. ευρώ (όσο ακριβώς είναι σήμερα το δημόσιο χρέος)! Είναι λοιπόν πιθανό η κούρσα εξοπλισμών, που ξεκίνησε λόγω της διαφοράς μας για την υφαλοκρηπίδα, να έχει κοστίσει μέχρι σήμερα περισσότερο από το όποιο προσδοκώμενο κέρδος θα μας απέφεραν τυχόν πλουτοπαραγωγικοί πόροι της υφαλοκρηπίδας».

Τί να πρωτοσχολιάσει κανείς! Εάν πιστεύουν οι “τέσσερις” ότι το ελληνοτουρκικό πρόβλημα αφορά αποκλειστικά και μόνο την υφαλοκρηπίδα, πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί η Άγκυρα γεμίζει το καλάθι της όλα αυτά τα χρόνια με μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την υφαλοκρηπίδα, με πιο χαρακτηριστικές τις “γκρίζες ζώνες”, το casus belli και την αποστρατιωτικοποίηση. Και μην μας πουν ότι έθεσε αυτές τις απαιτήσεις μόνο για διαπραγματευτικούς λόγους, για να πάρει περισσότερη υφαλοκρηπίδα.

Η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία αναπτύσσει με αξιοσημείωτη συνέπεια μία στρατηγική επεκτατικής πίεσης με σκοπό τη συρρίκνωση του Ελληνισμού. Πρώτο βήμα ήταν να διαλύσει την ελληνορθόδοξη μειονότητα σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, με κορυφαίο το πογκρόμ του 1955. Δεύτερο βήμα ήταν να εγείρει αξιώσεις διχοτόμησης στην Κύπρο, με αποτέλεσμα την εισβολή του 1974 και όσα ακολούθησαν. Τρίτο βήμα όταν την ίδια περίοδο η Άγκυρα άρχισε να εγείρει επεκτατικές αξιώσεις στο Αιγαίο με όχημα και αιχμή την υφαλοκρηπίδα, αλλά με στόχο τη διχοτόμησή του και τον εγκλωβισμό των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου σε θάλασσα τουρκικής δικαιοδοσίας. Και όπως είναι γνωστό, από τότε γεμίζει το καλάθι των επεκτατικών διεκδικήσεών με νέες.

Δεν μπορώ να αποφανθώ εάν οι αρθρογράφοι πραγματικά πιστεύουν το παραμύθι τους ότι το ελληνοτουρκικό πρόβλημα περιορίζεται στην υφαλοκρηπίδα, ή απλώς σερβίρουν αυτό το “επιχείρημα”, επειδή εξυπηρετεί την άποψή τους για την ακολουθητέα πολιτική. Πάντως, ξεπέφτουν σε επιχειρήματα που λένε στα καφενεία κάποιοι του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ: «Αν αυτό το ποσό επενδυόταν στο κράτος πρόνοιας, στις υποδομές και σε άλλους κοινωφελείς σκοπούς, θα μπορούσε να παραγάγει πολλαπλάσιο αποτέλεσμα σε οικονομία και κοινωνία».

Προφανώς, λόγω της τουρκικής απειλής η Ελλάδα έχει πολύ μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες από όσες θα είχε εάν δεν απειλείτο. Δεν θα ήταν, όμως, κράτος χωρίς ένοπλες δυνάμεις, ακόμα και μόνο λόγω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ. Εκτός κι αν οι αρθρογράφοι προτείνουν αποστρατιωτικοποιημένη Ελλάδα! Άρα, οι υπολογισμοί τους για 400 δισ. και η πρόταση για διοχέτευσή τους σε κοινωφελείς σκοπούς, εκτός από το ότι διεκδικούν πρωτείο φθηνού λαϊκισμού, είναι και εκτός ΝΑΤΟϊκής πραγματικότητας, για την οποία κατά τα άλλα ενδιαφέρονται σφόδρα.

Και σαν να μην έφθαναν τα παραπάνω, οι “τέσσερις” ρίχνουν στο τραπέζι και μία αυθαιρεσία: «Επιπλέον, σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν νόημα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ακόμη και αν αυτά υπάρχουν και είναι εκμεταλλεύσιμα, λόγω της κλιματικής κρίσης και συνακόλουθα της αναπόφευκτης πράσινης μετάβασης». Ούτε οι πιο φανατικοί της “πράσινης μετάβασης” δεν λένε τόσο μεγάλες ανοησίες. Είναι κοινός τόπος για όσους έχουν επαφή με την πραγματικότητα ότι και το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα κυριαρχούν στην αγορά της ενέργειας για αρκετές δεκαετίες ακόμα, ακόμα κι αν περάσουμε στο υδρογόνο.

Γραμμές βάσης και επέκταση

Οι αρθρογράφοι έχουν δίκιο ότι «όσο δεν οριοθετούμε, δεν έχουμε τίποτα πέραν των 6 ν.μ. κυριαρχίας». Ομολογούν επίσης ότι «υπάρχουν βάσιμες ενστάσεις στη διαδικασία προσέγγισης με την Τουρκία λόγω της καθ’ υποτροπήν παραβατικότητάς της, καθώς επίσης εκφράζουν εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσον η Άγκυρα θα δεχτεί ποτέ μια επίλυση που θα βασίζεται στο διεθνές δίκαιο. Το πρόβλημα με τις αναλύσεις αυτές δεν είναι ότι έχουν άδικο στην επιχειρηματολογία τους, αλλά πως αδυνατούν να προτείνουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική εναλλακτική. Κατασκευάζουν άρτια επιχειρήματα μεν, μη διευθέτησης δε. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η ακινησία».

Σπεύδουν, μάλιστα, να αποδομήσουν οποιαδήποτε ελληνική αντίδραση, χαρακτηρίζοντάς τες συλλήβδην και εξ καθέδρας «κατά κανόνα άστοχες, μη ρεαλιστικές, έως και επικίνδυνες. Η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια έχει βασίσει τη στρατηγική της στο διεθνές δίκαιο και οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις αρχές μας θα αποτελέσει στρατηγικό λάθος. Μονομερείς ενέργειες από πλευράς μας θα δικαίωναν τις τουρκικές αντιδράσεις, θα εξομοίωναν τις συμπεριφορές και θα μετέφεραν τη διαδικασία επίλυσης από το “πεδίο του δικαίου” (όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα) στο “πεδίο της ισχύος”».

Θα είχε ενδιαφέρον οι “τέσσερις” να μας πουν π.χ. γιατί η Ελλάδα δεν έχει κλείσει τους κόλπους με γραμμές βάσης, γιατί δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ και συνεχίζει να μιλάει για υφαλοκρηπίδα (όπως και οι ίδιοι), γιατί δεν επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια; Όλα τα παραπάνω είναι ενέργειες απολύτως συμβατές με το διεθνές δίκαιο. Και εάν για την επέκταση στα 12 μίλια επικαλεστούν το casus belli, θα ομολογήσουν ότι η Ελλάδα έχει υποκύψει στον τουρκικό εκβιασμό, δηλαδή στην τουρκική ισχύ.

Προς θεού, μην ενοχλήσουμε το “θηρίο”

Οι “τέσσερις” γράφουν: «Η Τουρκία δεν είναι μόνο “επίμονος αντιρρησίας” για την αιγιαλίτιδα ζώνη πέραν των 6 ν.μ., αλλά και σε κάθε ελληνική μονομερή ενέργεια, στην οποία θα αντιδράσει έμπρακτα για να “παγώσει” την άσκηση δικαιώματος υφαλοκρηπίδας ή την ανακήρυξη ΑΟΖ. Μια τέτοια ενέργεια περιμένει η Τουρκία για να ισχυριστεί ότι υψώνουμε ένα “σιδηρούν παραπέτασμα” εις βάρος της ώστε να δικαιολογήσει τυχόν απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένων ως δήθεν αναγκαστική αντίδραση/επιλογή, δείχνοντας προς τον ξένο παράγοντα ότι την ευθύνη της κλιμάκωσης φέρει η ελληνική πλευρά».

Τί μας λέει ο “ποιητής”; Ουσιαστικά να μην κάνουμε τίποτα! Να μην επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα (αιγιαλίτιδα ζώνη) στα 12 μίλια πουθενά! Επίσης, να μην ανακηρύξουμε ΑΟΖ! Δεν μπορώ να φανταστώ ότι μπερδεύουν την ανακήρυξη με την μονομερή οριοθέτηση ΑΟΖ. Μάλλον το φοβικό σύνδρομο τούς έχει κυριαρχήσει τόσο που θεωρούν ότι η αναγκαία επιστολή στον ΟΗΕ για να έχει μία χώρα ΑΟΖ, συνιστά “τετελεσμένο”!

Προσωπικά δεν θεωρώ εύκολη απόφαση την επέκταση στα 12 μίλια παντού, αλλά αφού (κακώς) αποφασίσαμε να διαπραγματευθούμε με την Άγκυρα (από το 2002-03) για ένα δικαίωμα που –σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο– ασκείται μονομερώς, θεωρώ απαράδεκτο ότι δεν επεκτείναμε τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές, εκτός των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, για τα οποία και προβάλει αιτιάσεις η Τουρκία. Ποιος, λοιπόν, πάσχει από «μυωπία σε στρατηγικό, αλλά και τακτικό επίπεδο»;

Εξισώνουν “διεκδίκηση” με “δικαίωμα”!

Οι αρθρογράφοι διαπράττουν στη συνέχεια μία κουτοπονηριά, εξισώνοντας τη “διεκδίκηση” με το “δικαίωμα”. Γράφουν: «Εάν επιμείνουμε στη διεκδίκηση (ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας) θεωρώντας –εσφαλμένα σε μη οριοθετημένη περιοχή– ότι συνιστά δικαίωμα θα οδηγηθούμε στο δίλημμα είτε να ανεχόμαστε κατ’ εξακολούθηση καταπάτηση “δικαιώματος” είτε να εμπλακούμε σε σύγκρουση προκειμένου να το προασπίσουμε». Προφανώς, η Ελλάδα διεκδικεί οριοθέτηση ΑΟΖ με βάση την αρχή της μέσης γραμμής, χωρίς αυτό επουδενί να σημαίνει ότι διεκδικώντας την κατοχυρώνει. Για να κατοχυρωθεί απαιτείται συμφωνία οριοθέτησης.

Οι “τέσσερις” χρησιμοποιούν ένα κλασικό κόλπο για να πλήξουν την αντίθετη άποψη, αποδομώντας τη “γελοιογραφία” της! «Δεδομένων των ζωτικών συμφερόντων της Δύσης στην περιοχή, η χρήση βίας ή ακόμα και συγκεκριμένες μονομερείς ενέργειες από πλευράς μας θα οδηγούσαν σε στρατηγική απομόνωση, απώλεια της “έξωθεν καλής μαρτυρίας” και σε κάποιο βαθμό νομιμοποίηση των τουρκικών αντιδράσεων». Μήπως η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σεισμικές έρευνες και πολύ περισσότερο γεωτρήσεις σε περιοχές που διεκδικεί και δεν το γνωρίζουμε; Ούτε κανείς σοβαρός δεν έχει υποστηρίξει το αντίθετο. Αντιθέτως, είναι η Τουρκία που έχει πραγματοποιήσει συστηματικές σεισμικές έρευνες σε δυνητική ελληνική ΑΟΖ, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Oruc Reis έξω από το Καστελλόριζο.

Επιπροσθέτως, μας λένε (στο προαναφερθέν απόσπασμα) ότι και μόνο η διεκδίκηση είναι συνταγή ή ταπείνωσης ή σύγκρουσης. Εάν είναι έτσι κ.κ. Αλ. Διακόπουλε, Π. Λιάκουρα, Κ. Υφαντή και Κ. Φίλη, πείτε το ευθέως ότι δεν πρέπει να διεκδικούμε ούτε όσα μας επιτρέπει να διεκδικούμε το διεθνές δίκαιο. Αυτό, όμως, ισοδυναμεί με παραίτηση, η οποία με τη σειρά της εμμέσως πλην σαφώς συνεπάγεται εγκατάλειψη δυνητικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στην Τουρκία.


==============

 

Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου σχολίασα κριτικά διάφορες θέσεις που εξέφρασαν οι τέσσερις αρθρογράφοι (Αλ. Διακόπουλος, Π. Λιάκουρας, Κ. Υφαντής και Κ. Φίλης). Είναι καιρός, όμως, να έλθουμε στον πυρήνα της πρότασής τους. Τί μας λένε οι “τέσσερις” της “Κ”; «Για πολλούς λόγους, από πλευράς χρονισμού, αυτή είναι μάλλον η καλύτερη περίοδος των τελευταίων 20 χρόνων για να ξεκινήσουμε μια ουσιαστική συζήτηση με την Τουρκία». Και μας εξηγούν αλλάζει η περιφερειακή και παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφάλειας, ότι ο Ερντογάν τελεί υπό την πίεση ανάταξης της τουρκικής οικονομίας κι ότι υποχρεώνεται να προσαρμοστεί όχι μόνο στην οικονομική αλλά και στη γεωπολιτική πραγματικότητα.

Το συμπέρασμά τους είναι «σε αυτή την ιστορική καμπή, η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει τη διπλωματία του καταναγκασμού εις βάρος της χώρας μας χωρίς υψηλό κόστος. Ετσι, η επιλογή η διαπραγμάτευση να λάβει χώρα αυστηρά στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου θεωρείται πλέον πολιτικά αυτονόητη από τους περισσότερους εταίρους μας… Συμπερασματικά, λοιπόν, δύσκολα θα παρουσιαστεί ευνοϊκότερη συγκυρία στο ορατό μέλλον».

Ας δεχθούμε ότι ο Ερντογάν έχει πράγματι λόγους να θέλει να βρει ένα modus vivendi με τη Δύση. Από πού προκύπτει, όμως, ότι οι Δυτικοί θεωρούν αυτονόητο ότι η ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση θα διεξαχθεί στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου; Από πουθενά. Αυτό που προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι η Δύση πιέζει για μία ρύθμιση στα ελληνοτουρκικά, αδιαφορώντας για το αν θα είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο.

Το ομολογούν εμμέσως πλην σαφώς και οι ίδιοι. «Όσο λοιπόν η Τουρκία δεν παραβιάζει την κόκκινη γραμμή “του πρώτου πλήγματος”, μπορεί αενάως να προάγει τον αναθεωρητισμό της, χωρίς σημαντικές γι’ αυτήν επιπτώσεις. Ακόμη και όταν παραβίασε την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτους-μέλους της ΕΕ, οι κυρώσεις που της επιβλήθηκαν ήταν χωρίς ουσιαστικό κόστος και άνευ αντικρίσματος».

Ευχή όχι πολιτική από τους τέσσερις

Ένα άλλο επιχείρημα των “τεσσάρων” είναι ότι «τα τελευταία 50 χρόνια όλοι οι συγκριτικοί δείκτες, ποιοτικοί και ποσοτικοί (με την Τουρκία), έχουν μεταβληθεί εις βάρος μας. Παραπέμποντας στον χρόνο την απόπειρα διευθέτησης, ενδέχεται να βρεθούμε σε έναν κόσμο… πολύ πιο επικίνδυνο… Να έχουμε μετακυλίσει δηλαδή το πρόβλημα στις επόμενες γενιές, οι οποίες θα πρέπει να το διαχειριστούν, κατά τα φαινόμενα, με χειρότερους όρους».

Το επιχείρημα είναι βάσιμο, αλλά είναι βάσιμο και επειδή το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν φρόντισε να οικοδομήσει ένα κράτος και μία οικονομία, ικανά να καταστήσουν απολύτως αξιόπιστη την ελληνική αποτροπή. Το «πρέπει να βρούμε τον τρόπο (όχι βέβαια οποιονδήποτε τρόπο) να συνυπάρξουμε με την Τουρκία» είναι ευχή, όχι πολιτική. Για να συνυπάρξουμε ειρηνικά δεν αρκεί η βούληση της Ελλάδας, απαιτείται και η βούληση της Τουρκίας. Να μην το ξεχνάμε αυτό, εκτός κι αν πίσω από αυτή τη ρητορική υπάρχει βούληση να προσφέρουμε ανταλλάγματα στην Τουρκία για να εξαγοράσουμε την ύφεση στις διμερείς σχέσεις.

Μακάρι να μπορούσε να υπάρξει λύση «στη βάση του διεθνούς δικαίου, που να διασφαλίζει τα δικαιώματά μας, την ασφάλεια και τη σταθερότητα». Ποιος δεν θα την ήθελε! Προσωπικά θα συμφωνήσω απολύτως ότι αξίζει να διερευνηθεί η δυνατότητα προσφυγής στη Χάγη, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι το συνυποσχετικό θα ζητάει από το Διεθνές Δικαστήριο να οριοθετήσει ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα με βάση το διεθνές δίκαιο, χωρίς να υποδεικνύει τρόπους, παρακάμψεις και πολύ περισσότερο χωρίς το συνυποσχετικό να συνιστά ουσιαστικά οριοθέτηση, όπως είχε επιχειρηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2000 – σύμφωνα με τα πρακτικά των άτυπων διερευνητικών επαφών εκείνης της περιόδου.

Μαζεμένοι οι “τέσσερις” της “Κ”

Οφείλω να σημειώσω ότι το δεύτερο άρθρο των “τεσσάρων” είναι ορατά διαφοροποιημένο από το πρώτο. Προφανώς, λόγω των αντιδράσεων είναι “μαζεμένοι” και με πιο προσεκτικές διατυπώσεις, χωρίς ωστόσο να αλλάζει η στόχευσή τους. Επίσης, περιέχει ορισμένες σημαντικές επισημάνσεις που δεν συνηθίζονται από τη συγκεκριμένη σχολή σκέψης. Συμφωνώ με την διαπίστωσή τους ότι «τα τελευταία είκοσι χρόνια, και ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, οι στρατηγικές επιλογές της Άγκυρας είναι σαφώς πιο αντιδυτικές, πιο εθνικιστικές, και με σαφείς νεοοθωμανικές και ισλαμικές αναφορές», με μόνη διαφωνία το “εθνικιστικές”. Ο ακραίος εθνικισμός είναι κοινός παρονομαστής και του μετακεμαλικού και του νεοοθωμανικού καθεστώτος.

Σωστά, επίσης, οι τέσσερις αρθρογράφοι επισημαίνουν ότι «η Τουρκία δεν υπήρξε ποτέ αληθινό κομμάτι της Δύσης, ούτε καν γεωπολιτικά, με εξαίρεση τον Ψυχρό Πόλεμο. Η ένταξή της στο ΝΑΤΟ είχε περισσότερο να κάνει με την απειλή της ΕΣΣΔ παρά με οποιεσδήποτε ιδεολογικές και γεωπολιτισμικές ταυτίσεις. Η συρρίκνωση της απειλής που προερχόταν από την πρώην ΕΣΣΔ και το κενό ισχύος που δημιούργησε η σχετική αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από την ευρύτερη Μέση Ανατολή, επέτρεψαν στην Άγκυρα να χαλαρώσει τους δεσμούς της με τη Δύση, και να επιδιώξει στρατηγική αυτονόμηση. Η εδραιωμένη πεποίθηση, στους κύκλους εθνικής ασφάλειας της Άγκυρας, ότι το διεθνές σύστημα έχει πάψει να είναι δυτικο-κεντρικό και τείνει να μετεξελιχθεί σε μετα-δυτικό, έχει επίσης επαναφέρει την παραδοσιακή πολιτική των ισορροπιών».

Σωστά, επίσης, επισημαίνουν οι τέσσερις ότι «η Τουρκία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη Δύση, ενώ τα όρια στη στρατηγική αυτονομία της τα θέτει η συμμετοχή της στην Ατλαντική Συμμαχία… Η στρατηγική αυτή αντίφαση θέτει και τα όρια στην επιθετικότητα της Άγκυρας προς τη χώρα μας». Και ενώ στην ανάλυση οι “τέσσερις” το πάνε καλά, λες και κάτι τους έλκει και φαλτσάρουν: «Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μετριοπαθείς Τούρκοι αποδίδουν την υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού συμφώνου και την ανάπτυξη του ιδεολογήματος της “Γαλάζιας Πατρίδας” σε αντίδραση στην προσπάθεια αποκλεισμού της χώρας τους από Ελλάδα και Κύπρο, με τα τριμερή σχήματα με Ισραήλ και Αίγυπτο».

Είναι αστείο και να λέμε ότι Ελλάδα και Κύπρος απέκλεισαν την Τουρκία. Ο αποκλεισμός της δεν θα μπορούσε να προκύψει εάν δεν το επιθυμούσαν και το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Επιπροσθέτως, τα τριμερή σχήματα συνεργασίας είναι απολύτως συμβατά με το διεθνές δίκαιο, ενώ το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι απολύτως παράνομο, επειδή αρνείται το κατοχυρωμένο δικαίωμα της Κρήτης και άλλων ελληνικών νησιών σε ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα.

Οι τέσσερις περί ακινησίας

Οι αρθρογράφοι υπογραμμίζουν ότι «η ακινησία διευκολύνει την άλλη πλευρά (Τουρκία) να συντηρεί μια κατάσταση αμφισβητούμενης κυριαρχίας στις περιοχές ζωτικών συμφερόντων μας». Κατηγορούν, μάλιστα, αντιπάλους τους ότι «δημιουργούν ψευδαισθήσεις και καλλιεργούν την πεποίθηση ότι η λύση είναι απλή και αυτό που απουσιάζει είναι η αποφασιστικότητα και η τόλμη». Και πάλι υποπίπτουν στο αμάρτημα να πλήττουν την αντίθετη άποψη, πυροβολώντας γελοιογραφική εκδοχή της.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει και η συνέχεια στο δεύτερο άρθρο των “τεσσάρων”: «…έπειτα από σοβαρή κρίση ή και σύγκρουση, η πιθανότερη κατάληξη είναι να οδηγηθούμε εκόντες άκοντες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όσοι προκρίνουν ενέργειες αμφίβολης διεθνούς νομιμότητας ή χωρίς ευρεία διεθνή υποστήριξη προδιαγράφουν –χωρίς να το συνειδητοποιούν– μια γραμμή δράσεων και αντιδράσεων που στο τέλος της βρίσκεται το τραπέζι των διαπραγματεύσεων (το οποίο αναθεματίζουν) αλλά με πολύ χειρότερους όρους».

Εδώ και δεκαετίες είχε μετατραπεί σε δόγμα ότι η Τουρκία μας ασκεί καταναγκαστική διπλωματία για να μας σύρει στο τραπέζι των διμερών διαπραγματεύσεων σε πολιτικό επίπεδο. Από αυτή τη γραμμή υποχώρησε η κυβέρνηση Σημίτη στις άτυπες διερευνητικές επαφές, όπου διαπραγματεύθηκε και το εύρος των ελληνικών χωρικών υδάτων, που είναι θέμα κυριαρχίας. Αλλά κι αυτή φρόντισε –όπως φαίνεται και από το όνομα που είχαν δώσει σ’ εκείνες τις διαπραγματεύσεις– οι διαπραγματεύσεις να διεξαχθούν ατύπως και σε υπηρεσιακό επίπεδο, από πρέσβεις.

Πολιτική διαπραγμάτευση

Σήμερα, ξεκινάει μία διαπραγμάτευση σε πολιτικό επίπεδο (πρωθυπουργός, υπουργός και υφυπουργός Εξωτερικών) με την Τουρκία. Με άλλα λόγια, αποδεχθήκαμε μία διαδικασία, την οποία απορρίπταμε κατηγορηματικά μέχρι τώρα. Και επειδή μπορεί να σκεφθεί κάποιος ότι πρόκειται για διαδικαστικό ζήτημα και άρα δεν είναι σημαντικό, υπογραμμίζω ότι στη διπλωματία η διαδικασία είναι και ουσία.

Οι αρθρογράφοι ξορκίζουν οτιδήποτε παραπέμπει σε ελληνική δυναμική αντίδραση. Προφανώς, η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να στρατιωτικοποιήσει η ίδια μία κρίση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να δέχεται παθητικά τουρκικές προκλήσεις που θίγουν ευθέως την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία, και τα κυριαρχικά δικαιώματά της. Και κάκιστα αναφέρονται απαξιωτικά στην κρίση του 1987, δεδομένου ότι σ’ εκείνη την περίπτωση η κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και η διπλωματική διαχείριση (αποστολή Παπούλια στη Σόφια) υποχρέωσαν την Άγκυρα να υποχωρήσει.

Το Νταβός ήταν μία προσπάθεια για να κατοχυρωθεί το “μη πόλεμος”, δηλαδή να αποφευχθεί μία ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Δεν ήταν διαπραγμάτευση εφ’ όλης της ύλης. Είχα και προσωπικά ασκήσει κριτική στον τότε διπλωματικό χειρισμό, αλλά εκείνος ήταν πταίσμα μπροστά σ’ αυτά που ακολούθησαν με κορύφωση αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Φαίνεται, όμως, πως οι “τέσσερις” νοιώθουν την ανάγκη να βρουν κάτι αρνητικό και έτσι αναφέρουν ότι “επαναβεβαιώθηκε” τότε το Πρακτικό της Βέρνης (το είχε υπογράψει η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1976). Είναι μάλλον υποκρισία, όμως, να μην ασκείς κριτική σ’ αυτόν που το υπέγραψε και εμμέσως πλην σαφώς να θεωρείς υπεύθυνος αυτόν που δεν το κατήργησε μονομερώς και μάλιστα σε μία στιγμή που προσπαθούσε να κατοχυρώσει το “μη πόλεμος”.

Οι τρεις τουρκικοί όροι

Το συμπέρασμα των αρθρογράφων είναι ότι «η παρούσα κατάσταση (στα ελληνοτουρκικά) είναι αδιέξοδη, δεν μας συμφέρει, δεν διασφαλίζει τα δικαιώματά μας και το μέλλον δεν προδιαγράφεται καλύτερο από το παρόν». Προσθέτουν, μάλιστα, ότι με την πάροδο του χρόνου αυξάνει τις διεκδικήσεις της και προσπαθεί να διαβρώσει την ελληνική κυριαρχία και να σφετεριστεί κυριαρχικά μας δικαιώματα. Θα συμφωνήσω απολύτως μαζί τους. Αλλά τί σημαίνει αυτό στην πράξη;

Αν εννοούν ότι πρέπει να διερευνήσουμε τη δυνατότητα για παραπομπή στη Χάγη αποκλειστικά και μόνο της οριοθέτησης ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας με βάση το διεθνές δίκαιο συμφωνώ απολύτως μαζί τους, έστω κι αν η εκτίμησή μου είναι ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να συμφωνήσει σε κάτι τέτοιο. Αν, όμως, εννοούν ότι η Ελλάδα πρέπει να προβεί σε υποχωρήσεις και να προσφέρει ανταλλάγματα στην Άγκυρα με σκοπό να την δελεάσει για να υπογράψει το συνυποσχετικό για τη Χάγη, διαφωνώ απολύτως.

Και για να εξηγήσω την απαισιόδοξη εκτίμησή μου, επικαλούμαι τα πρακτικά των διερευνητικών επαφών του 2002-03. Από αυτά προκύπτει ότι οι Τούρκοι είχαν ξεκαθαρίσει πως θέτουν τρεις όρους:

  • Πρώτον, το συνυποσχετικό να υπαγορεύει στο Διεθνές Δικαστήριο τη μορφή οριοθέτησης, έτσι ώστε να παρακάμπτεται το διεθνές δίκαιο.
  • Δεύτερον, να παραπεμφθούν στη Χάγη και η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και οι “γκρίζες ζώνες”.
  • Τρίτον, εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν φθάσουν στο Δικαστήριο τα δύο αυτά ζητήματα, η Τουρκία θα διατηρήσει ακέραιες τις αξιώσεις της. Είχαν, μάλιστα, αφήσει να εννοηθεί πως εάν γινόταν δεκτή η πρότασή τους για τον τρόπο οριοθέτησης στο Αιγαίο (“συνεκτική εκμετάλλευση” ήταν ο όρος που είχαν χρησιμοποιήσει) θα μπορούσαν προς το παρόν να βάλουν στο ράφι, αλλά επουδενί να εγκαταλείψουν τις άλλες διεκδικήσεις τους (αποστρατιωτικοποίηση, “γκρίζες ζώνες”).

Με άλλα λόγια, η προσδοκία των “τεσσάρων” ότι μπορεί με ενδεχόμενη παραπομπή στη Χάγη να κλείσει οριστικά το ελληνοτουρκικό μέτωπο μοιάζει όνειρο θερινής νυκτός…

Σχόλια