Εισαγωγή.

Φτάσαμε στο τέλος της Μεταψυχροπολεμικής εποχής που συμβολίζεται με τον πόλεμο της Ουκρανίας. Ενώ προχωράμε βαθύτερα στον 21ο αιώνα εύλογα κανείς διερωτάται τι ισχύει. Το τι ισχύει το έχουμε αναλύσει αλλού και θα εξεταστεί εκτενέστερα σε επερχόμενα κείμενα. Στην παρούσα φάση οφείλουμε να πούμε ότι η «απέραντη Τουρκική απειλή» από καιρό ξεπέρασε κάθε όριο και οξύνεται ολοένα περισσότερο. Όπως ιστορικά λειτουργούσε η Άγκυρα, αναμένει παράθυρο ευκαιρίας για «χαριστικό πλήγμα».
Εντός του ημέτερου κράτους, δεν είναι σαφές ποιες θεωρήσεις της διεθνούς πολιτικής κυριαρχούν. Κάτι που δεν αποτελεί μόνο σημερινή διαπίστωση, οι κοινωνικοπολιτικές αποφάσεις και η χάραξη εθνικής στρατηγικής πλήττονται από τα γνωστικά ελλείμματα, τις ιδεολογικές παρωπίδες, τη διαρκή είσοδο σε Συμπληγάδες κομματικών/ιδεολογικών διαιρέσεων και την ελλειμματική γνώση του χαρακτήρα, της δομής και των λειτουργιών του κρατοκεντρισμού. Μεταψυχροπολεμικά όλα απογειώθηκαν, μεταξύ άλλων, με ανυπόστατα ιδεολογήματα περί «παγκοσμιοποίησης», την αμφισβήτηση του ρόλου του κράτους ακόμη και από άτομα που κατέλαβαν υψηλές θέσεις στην πολιτική ιεραρχία, τις παραπλανήσεις περί παγκόσμιας υπερεθνικότητας που θα έφερναν οι «ανθρωπιστικοί βομβαρδισμοί», τα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα, την αμφισβήτηση ακόμη και ύπαρξης εθνικού συμφέροντος και την ενοχοποίηση των Ελλήνων με κατηγορίες περί μη «εξευρωπαϊσμού» τους παρά το ότι η Ευρώπη των απατηλών ονείρων τους ήταν ήδη ενωμένη.
Κατά συνέπεια, δεν εκπλήττει όταν μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας σε όλα τα επίπεδα καταμαρτυρήθηκε επικίνδυνο έλλειμμα γνώσης για τον χαρακτήρα της ηγεμονικής διαπάλης, τις στρατηγικές των ηγεμονικών δυνάμεων, τον τρόπο που το πολυπολικό πλέον διεθνές σύστημα επηρεάζει τις περιφέρειες.
Πάντως, η «μάχη» δόθηκε το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 όταν «κάποιοι» εισήγαγαν τυπολογίες και (Θουκυδίδεια) αξιώματα τόσο της θεωρίας διεθνούς πολιτικής όσο και της άλλης όψης του ίδιου νομίσματος που είναι η στρατηγική θεωρία. Η τελευταία, όταν είναι άξια λόγου είναι εδρασμένη σε θεωρία διεθνών σχέσεων που είναι συμβατή με τα Θουκυδίδεια αξιώματα και εξετάζει τις εθνικές στρατηγικές συνεκτιμώντας με γεωπολιτικούς όρους τους πόλους ισχύος, την κατανομή ισχύος και τις ανακατανομές ισχύος.

Μέσα της δεκαετίας του 1990 προστέθηκε η με κάθε κριτήριο εντυπωσιακή
συνεισφορά του Παναγιώτη Κονδύλη. Οι επιθέσεις εναντίον του Κονδύλη με
αφορμή τα βιβλία του και τις εξαιρετικά σημαντικές παρεμβάσεις του είχε
ως αποτέλεσμα να κορυφωθεί η αντιμαχία μεταξύ όσων έκαναν στρατηγική
ανάλυση με αυτούς οι οποίοι κινούμενοι ιδεολογικά εκτόξευαν ολοφάνερα
ανυπόστατες θέσεις περί «παγκοσμιοποίησης», περί επικείμενης άμεσης
έλευσης της ευρωπαϊκής ένωσης με λειτουργιστικούς-υλιστικούς όρους
(μάλιστα που «θα εγγυηθεί τα Ελληνικά σύνορα») και ακόμη πιο εκτεταμένα
υποστήριξη ενίοτε και φανατικά των επεμβάσεων που κατεδάφισαν κράτη,
αποσταθεροποίησαν ολόκληρες περιφέρειες, έθρεψαν διλήμματα μεταξύ των
ηγεμονικών δυνάμεων του αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος,
προκάλεσαν εκατομμύρια νεκρούς και πρόσφυγες και δυνάμωσαν τα αίτια
αστάθειας. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την διάρκεια των τριών
Μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών κύριο χαρακτηριστικό της Ελληνικής
πολιτικής είναι ο κατευνασμός σε όλο το φάσμα των Τουρκικών απειλών οι
οποίες οξύνονται και βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Σχόλια