Είναι εξαιρετικά παράδοξο να ανοίγει η συζήτηση για την διαγραφή του χρέους σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, επιδιώκοντας την μερική διαγραφή του και στην Ελλάδα, όπου το χρέος υπερβαίνει το 210% του ΑΕΠ, όχι μόνο αν μην πραγματοποιείται καμία συζήτηση αλλά και να εκφράζεται αισιοδοξία για την βιωσιμότητα του! Πολλοί αναλυτές και δημοσιογράφοι μας προτρέπουν να μην ασχολούμαστε με το θέμα του χρέους, διότι το πρόβλημα έχει λυθεί μιας και η Ελληνική Δημοκρατία δανείζεται με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια! ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Ωστόσο φαίνεται να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η Ελληνική Δημοκρατία δανείζεται στα πλαίσια της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (Pandemic Emergency Purchase Programme). Σύμφωνα με αυτό, τα ομόλογα τα οποία εκδίδει η Ελληνική Δημοκρατία για την κάλυψη του προγράμματος δανεισμού της, αγοράζονται από χρηματοοικονομικούς φορείς στην τιμή π.χ. του 100% της ονομαστικής τους αξίας και την επόμενη στιγμή πωλούνται στην ΕΚΤ σε υψηλότερη τιμή, για παράδειγμα 102%, δηλαδή αποφέρουν στους αγοραστές ένα ποσοστό κέρδους 2% για μια ημέρα.
Έχει σημασία και πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές οι εκδόσεις είναι συγκεκριμένες και δεν μπορούν να επεκταθούν πέραν ενός προκαθορισμένου ποσοτικού και χρονικού πλαισίου. Η ΕΚΤ έχει καθορίσει ένα σχετικά μικρό μέρος του συνολικού προγράμματος για την Ελλάδα και δεν μπορούν να ξεπεραστούν αυτά τα όρια. Γίνεται αντιληπτό ότι το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης δεν μπορεί να συνεχιστεί και στην περίπτωση που η Ελληνική Δημοκρατία δανειστεί εκτός προγράμματος, τα επιτόκια και οι αποδόσεις που θα πετύχαινε θα ήταν υπερπολλαπλάσια.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ότι το χρέος παραμένει μη βιώσιμο, τόσο ως ποσό σε σχέση με το ΑΕΠ, όσο και ως προς τις δυνατότητες του προϋπολογισμού να εξυπηρετεί τα τοκοχρεολύσια του. Αν σε αυτά προσθέσουμε και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τότε έχουμε ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα.
Αποκαλυπτική έκθεση
Όλα τα παραπάνω γίνονται αντιληπτά αν διαβάσει κανείς προσεκτικά την έκθεση με τίτλο “Debt Sustainability Monitor” της ΕΕ (Φεβρουάριος 2021), όπου αναλύεται η βιωσιμότητα του χρέους όλων των χωρών μελών της ΟΝΕ. Για την Ελλάδα όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά (και εξαιρείται από την συνολική προσέγγιση) επισημαίνονται τα ακόλουθα:
Έχει ενδιαφέρον ότι ακόμα και αυτή η επιφυλακτικότητα της έκθεσης της ΕΕ βασίζεται σε υπεραισιόδοξες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η ανάπτυξη θα ανέλθει το 2021 στο 5,5% και θα συνεχίσει με 3,5% το 2022, ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα ανέλθει στο 3,5% για το 2020 και το 2021 και τέλος, σημειώνει ότι η αναχρηματοδότηση του χρέους για τα επόμενα δέκα χρόνια θα πραγματοποιείται με ευκολία, διότι τα επιτόκια θα συνεχίσουν να κινούνται στην περιοχή του μηδενός. Πριν περάσουν λίγες μέρες από την δημοσιοποίηση της έκθεσης, η οικονομική πραγματικότητα και οι προβλέψεις ακυρώνουν τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Σχόλια