Η αύξηση της μεταποίησης απαραίτητη προϋπόθεση για αλλαγή του υποδείγματος ανάπτυξης

Έχει γίνει πλέον συνήθεια: οι ελληνικές πολιτικές και οικονομικές αρχηγεσίες μετά από κάποιο σοβαρό συμβάν, συνήθως αρνητικό, όπως η κρίση του 2010 αλλά και η κρίση του Covid-19, θυμούνται και επανέρχονται στην ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια η οικονομία της χώρας. Βέβαια και μετά από θεωρούμενες θετικές εξελίξεις, π.χ. η ένταξη της δραχμής στο ευρώ, πάλι υπήρχε η συζήτηση για αλλαγή - εκσυγχρονισμό του παραγωγικού υποδείγματος. Σήμερα η συζήτηση επανέρχεται αφενός λόγω των προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί στον τομέα του τουρισμού και αφετέρου λόγω των πόρων που αναμένονται να εισέλθουν στην ελληνική οικονομία με βάση το σχέδιο «Ταμείου Ανάκαμψης/Next Generation» της ευρωπαϊκής επιτροπής.
Όλο και περισσότεροι ταγοί της πολιτικής ζωής με κυβερνητικές θέσεις τα τελευταία σαράντα χρόνια, και ουσιαστικά υπεύθυνοι για όσα έχουν συμβεί, ανακαλύπτουν ότι απαιτείται απομάκρυνση από τη «μονοκαλλιέργεια του τουρισμού», καλώντας σε «διάσωση και μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου, που έχει στρεβλώσεις». Βεβαίως κανείς δεν τους εμπιστεύεται. Όμως και μόνο η αναφορά τους στην ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης είναι αρκετή να της στερήσει οποιαδήποτε αξιοπιστία και να της μειώσει οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική καθιστώντας την ουσιαστικά ανενεργή.

ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ ότι τίθεται το δίλημμα τουρισμός ή μεταποίηση, με κάθετο τρόπο, όπως επιχειρείται να παρουσιασθεί από διάφορες τοποθετήσεις. Ο τουρισμός αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής οικονομίας. Το πολλαπλασιαστικό του αποτέλεσμα και τη διασύνδεση με τη συνολική οικονομία στην περιφέρεια αλλά και με τη σημασία του για αναζωογόνηση του οικονομικού ιστού στις πόλεις, «κουβάλησε» την οικονομία όλα τα τελευταία χρόνια της μνημονιακής περιόδου.
Καμία χώρα στην ευρωζώνη, εκτός της Κύπρου, δεν εξαρτάται περισσότερο από τον τουρισμό, όσο η Ελλάδα. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις το 2019 διαμορφώθηκαν στα 18.179 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 10,0% του ΑΕΠ, εκ των οποίων από τους κατοίκους των χωρών της Ε.Ε.-28: 12.295 εκατ. ευρώ, και από τους κατοίκους των χωρών εκτός της Ε.Ε.-28: 5.385 εκατ. ευρώ (ΤτΕ). Συνυπολογίζοντας και τα πολλαπλασιαστικά οφέλη του τουρισμού –με πολλαπλασιαστή 2,4– η συνολική συνεισφορά του ανέρχεται περίπου στα 45,0 δισ. ευρώ, ή 24,0% του ΑΕΠ. Επίσης η επίπτωση του τουρισμού υπολογίζεται μεταξύ 20,8% και 36,7% της συνολικής απασχόλησης μέχρι και το 2019.

Το πρόβλημα με την ελληνική οικονομία συνίσταται στο χαμηλό ποσοστό της μεταποίησης στο συνολικό ΑΕΠ, μόλις 9,599% το 2018 σύμφωνα την Παγκόσμια Τράπεζα. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση των χωρών της ευρωζώνης (μέσος όρος 14,719%) και στην προτελευταία αντίστοιχα των χωρών του ΟΟΣΑ (14,118%). Παρά τη μικρή συμμετοχή της, η μεταποίηση, με συνολικό πολλαπλασιαστή 2,8 στο ΑΕΠ και 3,5 στην απασχόληση, καταλήγει να παράγει σχεδόν 1/3 και του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Εκτός του ότι οι αμοιβές των εργαζομένων είναι πολύ υψηλότερες από τις αντίστοιχες του τουρισμού.

Η ΒΑΣΙΚΗ ΣΤΟΧΕΥΣΗ ενός μακροχρόνιου σχεδίου ανάπτυξης δεν μπορεί παρά να έχει δύο βασικούς και συνδεόμενους στόχους: την αύξηση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας (δηλαδή την αύξηση των παραγόμενων τελικών προϊόντων ή ευρισκομένων στο τελικό στάδιο της παραγωγής) κάτι που μπορεί να συμβεί, δεύτερος στόχος, με την αύξηση της προστιθέμενης αξίας του πρωτογενούς τομέα (αγροτική παραγωγή), του δευτερογενούς τομέα (μεταποίηση) με έμφαση στη βιομηχανία, και των υποτομέων του τριτογενούς (υπηρεσίες) που ενσωματώνουν υψηλή και σύγχρονη τεχνολογία. Αυτό προϋποθέτει περιορισμό και αναπροσανατολισμό του τουριστικού κλάδου που τείνει να εξελιχθεί σε μονοκαλλιέργεια.
Η ένταξή μας σε μια αγορά όπως η ευρωπαϊκή (υψηλής τεχνολογίας) χωρίς να έχουν απομακρυνθεί οι αιτίες που προκαλούν αδυναμία στον εγχώριο μεταποιητικό τομέα να τις ανταγωνιστεί (χαμηλή παραγωγικότητα και χαμηλής ενσωμάτωσης τεχνολογίας), απλά θα καταστήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις μη βιώσιμες, καθώς φτηνές εισαγωγές που δεν έχουν ενσωματωμένο το επιπλέον κόστος θα είναι εύκολα προσβάσιμες στους καταναλωτές.

Αντίστοιχα, η επιδιωκόμενη υποκατάσταση της ακριβής εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές θα αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ως βασική συνέπεια της επακόλουθης μείωσης ή και διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπερκαλύψει την οποιαδήποτε μείωση τιμών.

Η χώρα θα χάσει και την παραγωγική βάση που της απομένει, καθώς τα εμπορεύσιμα προϊόντα πλέον θα εισάγονται, υποκαθιστώντας τα μη ανταγωνιστικά εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Όμως η παραγωγική αυτή, κυρίως μεταποιητική, βάση είναι και ο πυρήνας της μηχανής που μπορεί διαχρονικά να εξασφαλίσει την προσέγγιση του επιπέδου διαβίωσης των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς και την ποιοτική απασχόληση.

ΑΛΛΑ ΑΚΟΜΑ και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή. Η παραγωγή προϊόντων (η δημιουργία πραγμάτων) παραμένει αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού οικοσυστήματος. Επομένως ο πρώτος στόχος θα πρέπει να είναι η αύξηση του ποσοστού της μεταποίησης στο ΑΕΠ. Σε μια πενταετία ας τεθεί στόχος π.χ. η συμμετοχή της μεταποίησης να πλησιάσει στο 12,0%. Μαζί με τον στόχο θα πρέπει να υπάρξει ο σχεδιασμός τα μέσα και οι τρόποι για την επίτευξή του.
* Ο Κώστας Μελάς είναι οικονομολόγος και πανεπιστημιακός
Πηγή: edromos.gr

Σχόλια