Μέχρι να καταλάβει ο αριστερός κοινωνιολόγος τι συνέβαινε, τι είχε
μπροστά του εκείνη τη στιγμή, μέχρι να μπορέσει να αρθρώσει τα πρώτα
σωστά ερωτήματα, να τα βάλει σε μια σειρά που λέμε και να τα
κουβεντιάσει, να τα αναλύσει, τα Κίτρινα Γιλέκα είχαν ήδη επινοήσει και
επιβάλει το δικό τους παράδειγμα ακηδεμόνευτου (ανεξέλεγκτου) κοινωνικού
αγώνα, είχαν καταφέρει να τρομάξουν στ’ αλήθεια την άρχουσα τάξη της
Γαλλίας και να την αναγκάσουν σε μια άνευ προηγουμένου απτή υποχώρηση –
τουλάχιστον στα χρονικά της Ευρωζώνης.
Δηλαδή πιστεύετε ότι τα Κίτρινα Γιλέκα έχουν δίκιο;
– Τα Κίτρινα Γιλέκα είναι ο λαός.
Και λαός δεν έχει
ούτε δίκιο ούτε άδικο.
Ο λαός αποφασίζει. Βενσάν Κασέλ, σε βραδινό τοκ σόου.
Τη στιγμή που πολεμάς, δεν πολεμάς επειδή έχεις δίκιο. Πολεμάς για να νικήσεις.
Μισέλ Φουκώ, 1971.
Συνέχεια εδώ
Δείτε τα περιεχόμενα του 7ου τεύχους του Marginalia εδώ
Δηλαδή πιστεύετε ότι τα Κίτρινα Γιλέκα έχουν δίκιο;
– Τα Κίτρινα Γιλέκα είναι ο λαός.
Και λαός δεν έχει
ούτε δίκιο ούτε άδικο.
Ο λαός αποφασίζει. Βενσάν Κασέλ, σε βραδινό τοκ σόου.
Τη στιγμή που πολεμάς, δεν πολεμάς επειδή έχεις δίκιο. Πολεμάς για να νικήσεις.
Μισέλ Φουκώ, 1971.
Συνέχεια εδώ
του Μάκη Μαλαφέκα, στο 7ο τεύχος του περιοδικού Marginalia
Τα Κίτρινα Γιλέκα νίκησαν. Δεν χρειάζεται να το κουράζουμε άλλο. Αυτό ήταν. Ένα καθαρό κίνημα νίκης, πάνω απ’ όλα. Ούτε καν «κίνημα», στην ουσία. Μια κίνηση νίκης. Ένα ρουά ματ. Μέχρι να καταλάβει ο αριστερός κοινωνιολόγος τι συνέβαινε, τι είχε μπροστά του εκείνη τη στιγμή, μέχρι να μπορέσει να αρθρώσει τα πρώτα σωστά ερωτήματα, να τα βάλει σε μια σειρά που λέμε και να τα κουβεντιάσει, να τα αναλύσει, τα Κίτρινα Γιλέκα είχαν ήδη επινοήσει και επιβάλει το δικό τους παράδειγμα ακηδεμόνευτου (ανεξέλεγκτου) κοινωνικού αγώνα, είχαν καταφέρει να τρομάξουν στ’ αλήθεια την άρχουσα τάξη της Γαλλίας και να την αναγκάσουν σε μια άνευ προηγουμένου απτή υποχώρηση – τουλάχιστον στα χρονικά της Ευρωζώνης. Ο wannabe αρσενικός Θάτσερ συν τη γοητεία, ο φτάνει-πια-με-τους-οπισθοδρομικούς-Γαλάτες και ο θα-τα-βάλω-με-όλους-και-θα-νικήσω, καταγράφεται έτσι ως ο πρώτος ευρωπαίος ηγέτης επί εποχής δόγματος Λιτότητας που τελικά κάνει πίσω, έστω και λίγο, που αποσύρει άδικο φόρο και που επιστρέφει (κάποια) λεφτά στους από κάτω. Και αυτό, όχι μετά από υπόδειξη της Φρανκφούρτης αλλά επειδή τον εξώθησε με τον πιο άμεσο και απειλητικό τρόπο ο ίδιος του ο λαός. Ποιος λαός όμως; Τι «λαός»;
Δεν πρέπει εδώ να το βαρύνουμε το πράγμα με επιστημολογίες, τι σημαίνει λαός, το Υποκείμενο, κ.λπ. Λίγη γεωγραφία μόνο, και λίγη ιστορία. Το κίνημα των γιλέκων ξεκινάει από τη γαλλική επαρχία. Συγκεκριμένα από τα επαρχιακά δίκτυα, εφόσον ο επίμαχος φόρος στα καύσιμα πλήττει καταρχήν όσους δεν μπορούν να μην χρησιμοποιήσουν αμάξι, στη μετακίνηση και στην εργασία τους. Ξεκινάει λοιπόν από τη λεγόμενη «βαθιά Γαλλία» (έκφραση που δεν σχετίζεται με την έννοια του βαθέος κράτους – κάθε άλλο: αναφέρεται ακριβώς στα μέρη εκείνα και στις επικράτειες που το υπερσυγκεντρωτικό γαλλικό κράτος δυσκολεύεται ιστορικά να εκσυγχρονίσει, να κανονικοποιήσει) μπλοκάροντας οδικούς κόμβους αρχικά και σύντομα και διυλιστήρια, για να εξαπλωθεί ήδη από την πρώτη εβδομάδα στα αστικά κέντρα κατορθώνοντας να συγκεράσει και να εκφράσει όλες τις τρέχουσες κοινωνικές διαμαρτυρίες. Διαμαρτυρίες που σχετίζονται μεν με τη φτώχεια, αλλά που βρίσκούν τη μαγική τους στιγμή, τον καίριο κοινό τους παρανομαστή στην πράξη του ντυσίματος στα κίτρινα.
Τα Κίτρινα Γιλέκα νίκησαν. Δεν χρειάζεται να το κουράζουμε άλλο. Αυτό ήταν. Ένα καθαρό κίνημα νίκης, πάνω απ’ όλα. Ούτε καν «κίνημα», στην ουσία. Μια κίνηση νίκης. Ένα ρουά ματ. Μέχρι να καταλάβει ο αριστερός κοινωνιολόγος τι συνέβαινε, τι είχε μπροστά του εκείνη τη στιγμή, μέχρι να μπορέσει να αρθρώσει τα πρώτα σωστά ερωτήματα, να τα βάλει σε μια σειρά που λέμε και να τα κουβεντιάσει, να τα αναλύσει, τα Κίτρινα Γιλέκα είχαν ήδη επινοήσει και επιβάλει το δικό τους παράδειγμα ακηδεμόνευτου (ανεξέλεγκτου) κοινωνικού αγώνα, είχαν καταφέρει να τρομάξουν στ’ αλήθεια την άρχουσα τάξη της Γαλλίας και να την αναγκάσουν σε μια άνευ προηγουμένου απτή υποχώρηση – τουλάχιστον στα χρονικά της Ευρωζώνης. Ο wannabe αρσενικός Θάτσερ συν τη γοητεία, ο φτάνει-πια-με-τους-οπισθοδρομικούς-Γαλάτες και ο θα-τα-βάλω-με-όλους-και-θα-νικήσω, καταγράφεται έτσι ως ο πρώτος ευρωπαίος ηγέτης επί εποχής δόγματος Λιτότητας που τελικά κάνει πίσω, έστω και λίγο, που αποσύρει άδικο φόρο και που επιστρέφει (κάποια) λεφτά στους από κάτω. Και αυτό, όχι μετά από υπόδειξη της Φρανκφούρτης αλλά επειδή τον εξώθησε με τον πιο άμεσο και απειλητικό τρόπο ο ίδιος του ο λαός. Ποιος λαός όμως; Τι «λαός»;
Δεν πρέπει εδώ να το βαρύνουμε το πράγμα με επιστημολογίες, τι σημαίνει λαός, το Υποκείμενο, κ.λπ. Λίγη γεωγραφία μόνο, και λίγη ιστορία. Το κίνημα των γιλέκων ξεκινάει από τη γαλλική επαρχία. Συγκεκριμένα από τα επαρχιακά δίκτυα, εφόσον ο επίμαχος φόρος στα καύσιμα πλήττει καταρχήν όσους δεν μπορούν να μην χρησιμοποιήσουν αμάξι, στη μετακίνηση και στην εργασία τους. Ξεκινάει λοιπόν από τη λεγόμενη «βαθιά Γαλλία» (έκφραση που δεν σχετίζεται με την έννοια του βαθέος κράτους – κάθε άλλο: αναφέρεται ακριβώς στα μέρη εκείνα και στις επικράτειες που το υπερσυγκεντρωτικό γαλλικό κράτος δυσκολεύεται ιστορικά να εκσυγχρονίσει, να κανονικοποιήσει) μπλοκάροντας οδικούς κόμβους αρχικά και σύντομα και διυλιστήρια, για να εξαπλωθεί ήδη από την πρώτη εβδομάδα στα αστικά κέντρα κατορθώνοντας να συγκεράσει και να εκφράσει όλες τις τρέχουσες κοινωνικές διαμαρτυρίες. Διαμαρτυρίες που σχετίζονται μεν με τη φτώχεια, αλλά που βρίσκούν τη μαγική τους στιγμή, τον καίριο κοινό τους παρανομαστή στην πράξη του ντυσίματος στα κίτρινα.
- Ξέρω ότι πολλοί αριστεροί φίλοι μου συγχύστηκαν μ’ αυτήν την κακογουστιά, ότι θα είχαν προτιμήσει ένα κίνημα με κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο, κατά προτίμηση και με τραγιάσκες τύπου gavroche λίγο λοξοβαλμένες στο μέτωπο, ένα κίνημα ιδεολογικά καθαρό, αψεγάδιαστο, πειθαρχημένο, δασκαλεμένο, έτοιμο για χρήση, ετοιμοπαράδοτο κατ’ οίκον ίσως μαζί με μια πίτσα ζαμπόν μανιτάρια κι ένα Gauloises άφιλτρο παρακαλώ, μόνο που εδώ οι κοινωνικά αποκλεισμένοι προτίμησαν τη σημειολογία της κοινωνικής ορατότητας (αυτό που τους λείπει δηλαδή) και όχι αυτήν του χυδαίου πολιτικού καμουφλάζ. Ναι. Και έδωσαν τη μάχη, έτσι, μόνοι τους. Με ένα φωσφοριζέ γιλέκο του ενός ευρώ περασμένο στην πλάτη και την απελπισία τους ανά χείρας.
Δείτε τα περιεχόμενα του 7ου τεύχους του Marginalia εδώ

Σχόλια