Η Σμύρνη μάνα καίγεται… (με συγκλονιστικές φωτογραφίες)

Η Σμύρνη μάνα καίγεται..., Γιώργος Τζεδάκις
Για τη Μικρασιατική Καταστροφή, ακόμα και η πλούσια ελληνική γλώσσα αποδεικνύεται φτωχή για να αποδώσει το μέγεθος της ανθρώπινης και εθνικής συμφοράς. Η γενοκτονία και ο ξεριζωμός του Μικρασιατικού Ελληνισμού είναι η μεγαλύτερη τραγωδία που βίωσε ποτέ ο τόπος και οι πληγές της ακόμα δεν έχουν κλείσει. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Τέτοιες μέρες, το 1922, το όνειρο της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», που είχε διαρκέσει μόλις 39 μήνες, θα γινόταν εφιάλτης. Η καταστροφή της Σμύρνης θα σήμαινε και το τέλος του Ελληνισμού της Μικρασίας. Ένα τέλος, που πολλοί το έβλεπαν και ελάχιστοι έκαναν κάτι για να το αποτρέψουν. Ένα τέλος, που ακόμα κι αν δεν μπορούσε να αποφευχθεί, θα μπορούσε να μην σφραγιστεί με τον αφανισμό της Σμύρνης και των κατοίκων της! Ένα τέλος, για το οποίο οι ευθύνες είχαν ονοματεπώνυμα, αλλά δεν αποδόθηκαν σε όλους…

Η ειρωνεία της ιστορίας τα έφερε έτσι, ώστε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που διπλασίασε την Ελλάδα, απελευθέρωσε τη Σμύρνη και θριάμβευσε με τη Συνθήκη των Σεβρών, να είναι και αυτός που άνοιξε το κουτί της Πανδώρας με τις μη αναγκαίες εκλογές του 1920. Τις έχασε από ένα λαό, που ξέχασε σε μια νύχτα τη βενιζέλειο εθνική εποποιία. Αλλά και από ένα λαό εξουθενωμένο, μετά από μία δεκαετία πολέμων, που πίστεψε τις υποσχέσεις των βασιλικών για επιστροφή των στρατευμάτων στην πατρίδα.
Οι υποσχέσεις, όμως, έμειναν στις καλένδες. Η Μικρασιατική Εκστρατεία όχι μόνο συνεχίστηκε, αλλά σχεδιαζόταν μέχρι και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Οι άφρονες αυτές επιλογές, σε συνδυασμό και με την ανερμάτιστη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, έγειραν την πλάστιγγα της ιστορίας εις βάρος της Ελλάδας.
Στο μεταξύ, η επιστροφή τού ανίκανου και επικίνδυνου, όπως αποδείχτηκε, για τη χώρα Βασιλιά Κωνσταντίνου, έδωσε το πρόσχημα στους συμμάχους να επαναχαράξουν τη στρατηγική τους στην ευρύτερη περιοχή (κυρίως λόγω των πετρελαίων της Μοσούλης, όπως και σήμερα) και να στραφούν προς τον Κεμάλ, ο οποίος και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Με αποκομμένο τον ελληνικό στρατό στα βάθη της Μικρασίας και με ανοχύρωτες τις πόλεις, ήταν απλά θέμα χρόνου να μπουν οι Νεότουρκοι και στη Σμύρνη. Και όταν μπήκαν, τα όσα επακολούθησαν δεν μπορούσε να τα χωρέσει ο ανθρώπινος νους…

Η προσφορά των Χόρτον-Πάουελ

Ο τότε Αμερικάνος πρόξενος στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον είχε γράψει: «Αισθάνθηκα μεγάλη ντροπή πως ανήκω στο ανθρώπινο γένος»! Αυτός ο ιδεαλιστής, ουμανιστής και φιλέλληνας διπλωμάτης με άξιους συμπαραστάτες τον πάστορα Έισα Τζένινγκς και τον κυβερνήτη του αμερικανικού αντιτορπιλικού «Έντσαλ» Χάλσεϊ Πάουελ έγραψαν μια φωτεινή σελίδα ανάμεσα σ’ εκείνες τις μαύρες σελίδες της ιστορίας.
Μαζί και με την τρίτη σύζυγο του Χόρτον Κατερίνα Σακοπούλου φυγάδευσαν εκατοντάδες Έλληνες, δίνοντάς τους αμερικανικά διαβατήρια ή πιστοποιητικά πως εργάζονταν στο αμερικανικό προξενείο και ναυλώνοντας πλοία για τη μεταφορά τους στον Πειραιά. Δεν είχαν ακολουθήσει, όμως, τη ρητή συμμαχική εντολή της «αυστηράς ουδετερότητας».
Έτσι, επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, η καριέρα του Χόρτον στο διπλωματικό σώμα έληξε άδοξα, ενώ η συνεισφορά του Πάουελ αναγνωρίστηκε χρόνια αργότερα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η έκθεσή του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις βαρβαρότητες των Τούρκων κατά των χριστιανών δόθηκε στη δημοσιότητα 47 χρόνια μετά, το 1969!

Ο ρόλος των Χρυσόστομου και Στεργιάδη

Δύο, ακόμα, πρόσωπα πρωταγωνίστησαν εκείνα τα ταραγμένα χρόνια στην πολύπαθη Σμύρνη. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος και ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης. Βενιζελικοί και οι δύο, αλλά με εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και συμπεριφορές. Ο Χρυσόστομος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πόλη και το ποίμνιό του και ο φανατισμένος τουρκικός όχλος τον λιντσάρισε, τον σφαγίασε, τον διαμέλισε και στο τέλος κρέμασε ό, τι είχε απομείνει από το άψυχο κορμί του!
Λίγες μέρες πριν, είχε προλάβει να γράψει προς τον Βενιζέλο: «Ο Ελληνισμός τής Μικράς Ασίας, το Ελληνικό Κράτος, αλλά και σύμπαν το Ελληνικό Έθνος κατεβαίνει πλέον εις τον Άδη (…). Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και προσωπικοί σας εχθροί, πλην και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος».
Ο Στεργιάδης υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Αν και έφερε εις πέρας το δύσκολο έργο της διοικητικής και στρατιωτικής οργάνωσης της Σμύρνης, δεν έκανε απολύτως τίποτα για τη θωράκισή της και την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Φέρεται, μάλιστα, να είχε πει στο νεαρό τότε Γεώργιο Παπανδρέου: «Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα»!
Πάντως, πρέπει να του αναγνωριστεί ότι από τις αρχές του 1922 είχε γράψει: «Η Ελλάς δεν δύναται ούτως ή άλλως να συνεχίσει τον αγώνα αυτόν και επομένως είναι υποχρεωμένη να τον εγκαταλείψει». Είναι, λοιπόν, απορίας άξιον γιατί δεν οργάνωσε την έγκαιρη και ασφαλή αποχώρηση των Ελλήνων από τη Σμύρνη. Ο ίδιος, πάντως, έφυγε σαν κύριος με όλα του τα υπάρχοντα, υπό την προστασία βρετανικού αγήματος.

Το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς είναι ότι είχε υπακούσει στη συμμαχική εντολή ουδετερότητας. Γι’ αυτό στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου βρέθηκε μετά την καταστροφή, έζησε μισθοδοτούμενος από την Ιντέλιντζες Σέρβις. Κι ενώ στρατιώτες και κρατικοί υπάλληλοι είχαν εγκαταλείψει τη φλεγόμενη Σμύρνη, ο άμαχος πληθυσμός βρισκόταν ανυπεράσπιστος στο έλεος των κεμαλικών στρατευμάτων.

Οι «σύμμαχοι»

Και σε απάντηση των αναθεωρητών της ιστορίας, όπως η κυρία Ρεπούση, η οποία είχε μιλήσει για ανθρώπους που «συνωστίζονταν» στο λιμάνι, παραθέτουμε τη μαρτυρία του Γάλλου συγγραφέα Εντουάρ Ντριό: «Χιλιάδες από δυστυχείς υπάρξεις σωρευμένες κατά μήκος της προκυμαίας ρίχτηκαν στη θάλασσα. Σε μεγάλο μήκος του λιμανιού εκατοντάδες πτωμάτων είχαν γεμίσει τη θάλασσα, ώστε να μπορεί κανείς να βαδίσει πάνω σ’ αυτά. Τους επιπλέοντες αποτελείωναν οι Τούρκοι με σπαθιά και ξύλα. Αναρίθμητες υπάρξεις, προπαντός γυναίκες, παιδιά και γέροντες εσφάγησαν μέσα σε αίσχιστες θηριωδίες»!
Και τους λίγους που κατάφερναν να φτάσουν σε συμμαχικά (λέμε τώρα…) πλοία, τους έκοβαν τα χέρια και τους περιέλουζαν με βραστό νερό Γάλλοι ναύτες. Οι πιο πολιτισμένοι Βρετανοί, απλά, τους άφηναν αβοήθητους να πνιγούν! Μόνο Αμερικάνοι, ένα ιταλικό, ένα γιαπωνέζικο και ένα συριακό στρατιωτικό πλοίο βοήθησαν. Για να μην ξεχνιόμαστε…
Το κεμαλικό σχέδιο για τη γενοκτονία τού Μικρασιατικού Ελληνισμού μαρτυρούν οι θηριωδίες των Τούρκων και οι αριθμοί: 700.000 νεκροί, 300.000 που χάθηκαν στις μαρτυρικές πορείες χωρίς γυρισμό στα βάθη τής Τουρκίας και 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες!

Η «αγέλη των προσφύγων»

Και το δράμα των επιζώντων θα συνεχιζόταν στη Μητέρα Ελλάδα, που, μάλλον, θύμιζε κακιά μητριά! Γι’ αυτούς τους ξεριζωμένους, που έζησαν αναζητώντας επί δεκαετίες τα χαμένα αγαπημένα τους πρόσωπα και πέθαναν με την πίκρα της προσφυγιάς, ο Γεώργιος Βλάχος έγραφε στην «Καθημερινή» πως «η Αθήνα εκπορθείται από αγέλη προσφύγων», ενώ άλλη εφημερίδα ζητούσε να φορούν… κίτρινο περιβραχιόνιο για να ξεχωρίζουν (κάτι που έκαναν, τελικά, μια δεκαετία μετά οι ναζί στους Εβραίους).
Κι όμως, χάρη σε αυτή την «αγέλη προσφύγων» στελεχώθηκαν υπουργεία, σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και η Ελλάδα γνώρισε την άνθηση στα γράμματα, τις τέχνες, τη μουσική, τον αθλητισμό, το εμπόριο, ακόμα και τη μαγειρική! Και η Αθήνα, από επαρχιακή πόλη έγινε πραγματική πρωτεύουσα. Δεν έγινε και Σμύρνη και ούτε θα μπορούσε. Η Σμύρνη θα είναι για πάντα μία και μοναδική! Και μαζί με το Αϊβαλί, την Πέργαμο, το Αϊδίνι, την Αλικαρνασσό είναι όχι οι χαμένες, αλλά οι αλησμόνητες πατρίδες μας…
ΥΓ. Το δράμα των προσφύγων συμπυκνωμένο σ’ένα τετράστιχο από τον σπουδαίο Πυθαγόρα και από το δίσκο «Μικρά Ασία»:
«Πού να βρίσκεται ο πατέρας,
ψάχνει η μάνα για παιδιά.
Μας εσκόρπισε ο αγέρας
σ’ άλλη γη, σ’ άλλη στεριά».
Φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του Γιώργου Τζεδάκι

==============

Mικρασιατική Καταστροφή: Η καρατόμηση της κοινωνίας από το κράτος

Mικρασιατική Καταστροφή: Η καρατόμηση της ελληνικής κοινωνίας από το εθνικό κράτος
του Νεοκλή Σαρρή από το Άρδην τ. 38 – 39
Ο Douglas Dakin, δια­τυ­πώ­νο­ντας τα συ­μπε­ρά­σμα­τα στα ο­ποί­α κα­τα­λή­γει στο γνω­στό και α­δια­φι­λο­νί­κη­του κύ­ρους έρ­γου του “Η Ε­νο­ποί­η­ση της Ελ­λά­δος 1773-1923”, προ­βαί­νει σε μια σύ­γκρι­ση με την α­ντί­στοι­χη ι­στο­ρι­κή έκ­βα­ση της ε­νο­ποί­η­σης της Ι­τα­λί­ας. Η πα­ραλ­λη­λί­α και σύ­γκρι­ση δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι εί­ναι δή­λη η κε­ντρι­κή ι­δέ­α που κα­θο­δη­γεί τη σκέ­ψη του. Οι δύ­ο ε­θνό­τη­τες, η Ι­τα­λι­κή και η Ελ­λη­νι­κή, εμ­φα­νί­ζουν κοι­νά ή ι­σο­δύ­να­μα στοι­χεί­α ι­στο­ρι­κής, ό­σο και γε­ω­πο­λι­τι­κής και πο­λι­τι­στι­κής δυ­να­μι­κής. Ί­σως, τη σκέ­ψη του συγ­γρα­φέ­α κα­θο­δη­γεί η προ­βο­λή στη σύγ­χρο­νη ε­πο­χή της δι­χο­το­μί­ας του Ρω­μα­ϊ­κού κρά­τους σε Δυ­τι­κό και Α­να­το­λι­κό.
Α­πό την α­νά­γνω­ση και μό­νο του κει­μέ­νου προ­κύ­πτει ό­τι συ­γκρί­νει ι­σο­δύ­να­μα με­γέ­θη. Και η πρώ­τη του πα­ρα­τή­ρη­ση α­να­φέ­ρε­ται στο ό­τι, «ε­νώ η Ρώ­μη πέ­ρα­σε σχε­τι­κά εύ­κο­λα στους Ι­τα­λούς ε­θνι­κι­στές, η νέ­α Ρώ­μη, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, δεν έ­πε­σε πο­τέ στα χέ­ρια των Ελ­λή­νων. Ί­σως οι Έλ­λη­νες να εί­χαν δύ­ο φο­ρές την ευ­και­ρί­α να κα­τα­λά­βουν την Ιε­ρή Πό­λη τους: πρώ­τη φο­ρά, τον Ιού­λιο του 1922, και τη δεύ­τε­ρη φο­ρά, τον Μά­ιο του 1923. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις φά­νη­καν δι­στα­κτι­κοί»1. Η δι­στα­κτι­κό­τη­τα αυ­τή που κα­λύ­πτε­ται α­πό ό­λο το φά­σμα των Ελ­λή­νων ι­στο­ρι­κών α­πο­κα­λύ­πτει τη δο­μι­κή α­νε­πάρ­κεια του σύγ­χρο­νου ελ­λη­νι­κού κρά­τους σε σχέ­ση προς τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α και τις δυ­νά­μεις της.
Η Ελ­λά­δα γεν­νή­θη­κε ως έ­να προ­τε­κτο­ρά­το των “Με­γά­λων Δυ­νά­μων’, ε­κεί­νων που α­πο­κλή­θη­καν και “ευερ­γέ­τι­δες”. Και πα­ρα­μέ­νει προ­τε­κτο­ρά­το, του­λά­χι­στον στη συ­νεί­δη­ση ε­κεί­νων που κα­τά και­ρούς κυ­βέρ­νη­σαν και ε­κεί­νων που φι­λο­δο­ξούν να την κυ­βερ­νή­σουν, υ­πό την έν­νοια της ρι­ζω­μέ­νης βα­θιά πί­στης ό­τι, πριν ε­ξα­σφα­λί­σει κα­νείς την λα­ϊ­κή υ­πο­στή­ρι­ξη, θα πρέ­πει να έ­χει ε­ξα­σφα­λί­σει το χρί­σμα α­πό ξέ­να κέ­ντρα που έ­χουν θέ­σει “υ­πό την προ­στα­σί­α τους” την Ελ­λά­δα.
Η Ελ­λά­δα, ό­ταν ι­δρύ­θη­κε ως κρά­τος, δεν κά­λυ­πτε πα­ρά έ­να μι­κρό τμή­μα της (νέ­ο) ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας. Το πό­σο έ­ντε­χνο ή­ταν το κρα­τι­κό αυ­τό μόρ­φω­μα φαί­νε­ται και α­πό το γε­γο­νός ό­τι η κοι­νω­νί­α α­να­πτυσ­σό­ταν αυ­τό­νο­μα, μη (α­να)γνω­ρί­ζο­ντας τα ε­κά­στο­τε ε­πί­ση­μα σύ­νο­ρα: οι δια­κι­νή­σεις των ελ­λη­νι­κών πλη­θυ­σμών γίνονταν α­νε­ξάρ­τη­τα και πέ­ραν της με­θο­ρί­ου που χα­ρασ­σό­ταν α­πό σχε­τι­κές διε­θνείς συν­θή­κες.
Το γε­γο­νός ό­τι ο ρω­μαί­ι­κος πλη­θυ­σμός της στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, κα­τά την α­να­κή­ρυ­ξη της α­νε­ξαρ­τη­σί­ας, ή­ταν δε­κα­πε­ντα­πλά­σιος α­πό τον πλη­θυ­σμό της Α­θή­νας εί­ναι έ­να σο­βα­ρό ε­πι­χεί­ρη­μα, το ο­ποί­ο ε­νι­σχύ­ε­ται α­πό το ό­τι ο πλη­θυ­σμός αυ­τός αύ­ξα­νε δυ­σα­νά­λο­γα προς την αύ­ξη­ση του πλη­θυ­σμού της Α­θή­νας. Τον Ο­κτώ­βριο του  1922, λί­γες μέ­ρες με­τά την κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης, ό­πως κα­τα­γρά­φε­ται στα πρα­κτι­κά της Συν­διά­σκε­ψης για την Ει­ρή­νη της Λο­ζάν­νης, σε έ­να ε­κα­τομ­μύ­ριο πε­ρί­που πλη­θυ­σμό οι 400.000 ή­ταν Έλ­λη­νες2, δη­λα­δή πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ό­,τι συ­γκέ­ντρω­νε την ε­πο­χή ε­κεί­νη η Α­θή­να.
Η Ελ­λά­δα, πα­ρό­τι με την ί­δρυ­σή της προ­κά­λε­σε μια βα­θύ­τα­τη πα­ρέμ­βα­ση στην ορ­γά­νω­ση της (νέ­ο)ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, τό­σο ε­ντός της δι­κής της ε­πι­κρά­τειας, ό­σο και στην ε­κτός αυ­τής ρω­μιο­σύ­νη (δη­λα­δή το τμή­μα ε­κεί­νο που δια­βιού­σε ε­ντός των κόλ­πων της πο­λυε­θνι­κής Ο­σμα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας), δεν μπό­ρε­σε να α­να­κό­ψει τις κοι­νω­νι­κές και οι­κο­νο­μι­κές διερ­γα­σί­ες στο σύ­νο­λο της γε­ω­πο­λι­τι­κής πε­ριο­χής στην ο­ποί­α οι Έλ­λη­νες, α­νε­ξάρ­τη­τα που δια­βιού­σαν, συ­νέ­χι­ζαν την πο­ρεί­α του κοι­νω­νι­κού των εκ­συγ­χρο­νι­σμού.
Με την έκ­φρα­ση “κοι­νω­νι­κός εκ­συγ­χρο­νι­σμός” εν­νο­εί­ται η με­τά­βα­ση της κοι­νω­νί­ας α­πό το πα­ρα­δο­σια­κό της μόρ­φω­μα στον τύ­πο της τε­χνο­κρα­τού­με­νης κοι­νω­νίας δια­μέ­σου της δια­μόρ­φω­σης α­στι­κής και στη συ­νέ­χεια ερ­γα­τι­κής τά­ξης. Μια πα­ρό­μοια πα­ρέμ­βα­ση του Ελ­λη­νι­κού κρά­τους για τις πε­ριο­χές στις ο­ποί­ες ε­κτει­νό­ταν το ί­διο υ­πήρ­ξε και για α­ντι­κει­με­νι­κούς λό­γους πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Έ­τσι, α­νά­πτυ­ξη α­στι­κής τά­ξης (με την ε­πι­στη­μο­νι­κή ση­μα­σί­α της λέ­ξης) δεν ση­μειώ­θη­κε σε υ­πο­λο­γί­σι­μη κλί­μα­κα. Οι πε­ρι­πτώ­σεις της Σύ­ρας (με την οι­κο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή συ­γκρό­τη­ση που ορ­γά­νω­σαν οι  πρό­σφυ­γες Χιώ­τες) και της Πά­τρας εί­ναι οι πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές. Πα­ράλ­λη­λα, το Ελ­λη­νι­κό κρά­τος, δια­μέ­σου των Ι­δε­ο­λο­γι­κών του Μη­χα­νι­σμών, ε­πε­ξερ­γά­στη­κε τα πλαί­σια της ταυ­τό­τη­τας ό­χι μό­νο των δι­κών του «πο­λι­τών» αλ­λά και της ρω­μιο­σύ­νης. Συ­να­κό­λου­θη υ­πήρ­ξε η δια­μόρ­φω­ση μιας τά­ξης γρα­φειο­κρα­τών, στην ο­ποί­α υ­πά­γο­νται και οι έ­νο­πλες δυ­νά­μεις, με δά­νεια α­στι­κή συ­νεί­δη­ση.
Ω­στό­σο, προ­κει­μέ­νου να α­ντι­λη­φθεί κα­νείς το μέ­γε­θος της ε­ξέ­λι­ξης που εί­χε ο ελ­λη­νι­σμός (υ­πό τη μορ­φή της “ρω­μιο­σύ­νης”) υ­πό τη σκέ­πη του Ο­σμα­νι­κού κρά­τους, θα πρέ­πει να λά­βου­με υπό­ψη μας ό­τι το 1914 (δη­λα­δή με­τά δύ­ο του­λά­χι­στον χρό­νια σκλη­ρών διωγ­μών α­πό το νε­ο­τουρ­κι­κό κα­θε­στώς), η ει­κό­να της βιο­μη­χα­νί­ας στο σύ­νο­λο της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας εμ­φά­νι­ζε την α­κό­λου­θη ει­κό­να α­πό πλευ­ράς κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας3.
Λαμ­βά­νο­ντας υπό­ψη τα με­γέ­θη της Ελ­λά­δας και της Ο­σμα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας το 1914, η α­νά­γνω­ση του πί­να­κα α­φή­νει να εν­νο­η­θεί ό­τι, την ί­δια ε­πο­χή, η ελ­λη­νι­κή α­στι­κή τά­ξη ε­κτει­νό­ταν ε­κτός του ελ­λη­νι­κού κρά­τους (έ­στω και δι­πλά­σιου σε έ­κτα­ση α­πό ε­κεί­νο που εί­χε κα­τά την ί­δρυ­σή του). Το ί­διο μπο­ρεί κα­νείς να συ­μπε­ρά­νει και για την ερ­γα­τι­κή τά­ξη. Η ει­κό­να ό­μως εί­ναι α­τε­λής, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι χρι­στια­νι­κοί πλη­θυ­σμοί εί­χαν κά­τω α­πό τον έ­λεγ­χό τους τις ει­σα­γω­γές και τις ε­ξα­γω­γές, αλ­λά και το τρα­πε­ζι­τι­κό κε­φά­λαιο κα­τά τα τέσ­σε­ρα πέ­μπτα. Αυ­τό το συσ­σω­ρευ­μέ­νο τρα­πε­ζι­τι­κό κε­φά­λαιο σε με­γά­λο πο­σο­στό δεν εί­χε ε­πεν­δυ­θεί στη βιο­μη­χα­νί­α, αλ­λά κι­νού­νταν μέ­σα στα πλαί­σια της οι­κο­νο­μί­ας της χώ­ρας, με το­κο­γλυ­φι­κούς ό­ρους. Ε­πει­δή μά­λι­στα δεν εί­χε κα­μιά ε­μπι­στο­σύ­νη στο δε­σπο­τι­κό κα­θε­στώς, α­νέ­με­νε εύ­κρα­τες πο­λι­τι­κές συν­θή­κες προ­κει­μέ­νου να ε­πεν­δυ­θεί. Αυ­τός εί­ναι και ο ου­σια­στι­κός λό­γος για τον ο­ποί­ο η ρω­μιο­σύ­νη στο σύ­νο­λό της, με πρώ­τους τους α­στούς και ι­διαί­τε­ρα ε­κεί­νους που διέ­θε­ταν κε­φά­λαια, βρή­καν στο πρό­σω­πο του Ε­λευ­θέ­ριου Βε­νι­ζέ­λου τον άν­θρω­πο που μπο­ρού­σε, ε­πω­φε­λού­με­νος α­πό τις διε­θνείς συ­γκυ­ρί­ες, να δώ­σει την ευ­και­ρί­α προ­κει­μέ­νου να πραγ­μα­τω­θεί η «α­νά­στα­ση του Γέ­νους».
Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση η «α­νά­στα­ση» ή­ταν ταυ­τό­ση­μη προς τη φά­ση της οι­κο­νο­μι­κής α­πο­γεί­ω­σης. Φρο­νώ ό­τι έ­νας πρό­σθε­τος λό­γος για τον ο­ποί­ο ο Dakin προ­βαί­νει σε σύ­γκρι­ση της Ι­τα­λί­ας με την Ελ­λά­δα εί­ναι αυ­τός. Ε­πη­ρε­α­σμέ­νος προ­φα­νώς α­πό τους ο­ρα­μα­τι­σμούς του Λλό­υ­ντ Τζώρ­τζ, κα­τά τους ο­ποί­ους η Ελ­λά­δα προ­ο­ρι­ζό­ταν για μια δύ­να­μη στην πε­ριο­χή ι­σό­τι­μη με την Ι­τα­λί­α, ο συγ­γρα­φέ­ας υ­πο­γραμ­μί­ζει την α­ντι­πα­λό­τη­τα Α­θη­νών/Κων­στα­ντι­νού­πο­λης α­πό μια άλ­λη πλευ­ρά που έ­χει ά­με­ση σχέ­ση με το ό­λο θέ­μα. Η α­ντι­πα­λό­τη­τα συν­δέ­ε­ται με τις α­ντι­κει­με­νι­κές α­δυ­να­μί­ες που α­ντι­με­τώ­πι­ζε μια ε­πε­κτα­τι­κή πο­λι­τι­κή της Α­θή­νας, αλ­λά και με τη μη δυ­να­τό­τη­τα με­τε­ξέ­λι­ξης του Ο­σμα­νι­κού δε­σπο­τι­σμού στον ο­ποί­ο η ρω­μιο­σύ­νη πα­ρέ­με­νε δέ­σμια ε­νός θε­ο­κρα­τι­κού κα­θε­στώ­τος που α­φο­ρού­σε την ί­δια. Α­να­φέ­ρο­μαι στο Πα­τριαρ­χεί­ο Κων­στα­ντι­νού­πο­λης το ο­ποί­ο εί­χε ε­πω­μι­στεί την πο­λι­τι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση ε­νώ­πιον της Πύ­λης των «ρω­μαί­ων ορ­θο­δό­ξων χρι­στια­νών». Εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον το γε­γο­νός ό­τι το Κόμ­μα Έ­νω­ση και Πρό­ο­δος των νε­ό­τουρ­κων ε­πί­ση­μα δι­καιο­λο­γού­σε τον ε­αυ­τό του ως το α­νά­λο­γο του Πα­τριαρ­χεί­ου για το «τουρ­κι­κό έ­θνος».
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εί­χαν πε­τύ­χει τον κοι­νω­νι­κό εκ­συγ­χρο­νι­σμό τους οι χρι­στια­νι­κοί πλη­θυ­σμοί (και ό­χι οι μη μου­σουλ­μά­νοι γε­νι­κώς, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι ε­βραί­οι εί­χαν κα­θυ­στε­ρή­σει εμ­φα­νώς) με τη μορ­φή του «εκ­δυ­τι­κι­σμού» (west­erni­zation) , ή α­πλώς του «ε­ξευ­ρω­πα­ϊ­σμού». Πρα­κτι­κά αυ­τό σή­μαι­νε βαθ­μιαί­α ε­γκα­τά­λει­ψη του πα­ρα­δο­σια­κού μορ­φώ­μα­τος της κοι­νω­νί­ας και υ­ιο­θέ­τη­ση του τε­χνο­κα­τι­κού μορ­φώ­μα­τος, στο ο­ποί­ο ο τρι­το­γε­νής το­μέ­ας αυ­ξά­νε­ται σε βά­ρος του πρω­το­γε­νούς, με α­πο­τέ­λε­σμα τη γε­νί­κευ­ση της εκ­παί­δευ­σης. Έ­τσι ερ­μη­νεύ­ε­ται και η έ­κρη­ξη που ση­μειώ­θη­κε τέ­λος 19ου και αρ­χές 20ού αιώ­να στην εκ­παί­δευ­ση του ελ­λη­νι­σμού της καθ’ η­μάς Α­να­το­λής.
Έ­τσι, το 1895, σ ό­λη την έ­κτα­ση της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, υ­πήρ­χαν 33.469 μου­σουλ­μά­νοι μα­θη­τές που φοι­τού­σαν σε 426 γυ­μνά­σια. Τον ί­διο χρό­νο οι μη μου­σουλ­μά­νοι μα­θη­τές (στην πλειο­νό­τη­τα Έλ­λη­νες) ή­ταν 76.359 που φοι­τού­σαν σε 687 σχο­λεί­α δευ­τε­ρο­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης. Ε­κτός αυ­τού λει­τουρ­γού­σαν 76 ξέ­να σχο­λεί­α με 6.557 μα­θη­τές που και αυ­τοί ή­ταν μη μου­σουλ­μά­νοι. Υ­πήρ­χαν ό­μως και 8.247 μα­θη­τές των στρα­τιω­τι­κών γυ­μνα­σί­ων που ή­ταν μου­σουλ­μά­νοι. Συ­νο­λι­κά δη­λα­δή, στη δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση υ­πήρ­χαν 41.716 μου­σουλ­μά­νοι μα­θη­τές έ­να­ντι 82.916 μη μου­σουλ­μά­νων. Δη­λα­δή οι δεύ­τε­ροι ή­ταν δι­πλά­σιοι των πρώ­των. Αν ό­μως λά­βου­με υ­πό­ψη μας ό­τι, με βά­ση τις ε­πί­ση­μες α­πο­γρα­φές, σε ό­λη την έ­κτα­ση του Ο­σμα­νι­κού κρά­τους το 1897 υ­πήρ­χαν 14.212.000 μου­σουλ­μά­νοι έ­να­ντι 4.838.000 μη μου­σουλ­μά­νων, η πα­ρα­πά­νω α­να­λο­γί­α γί­νε­ται έ­νας προς έ­ξι4.
Η βά­ση ό­μως του εκ­συγ­χρο­νι­σμού ή­ταν ο ρό­λος που α­νέ­λα­βαν στην οι­κο­νο­μί­α της χώ­ρας. Και αυ­τό διότι οι κρα­τού­σες δυ­νά­μεις της ο­σμα­νι­κής στρα­το­γρα­φειο­κρα­τί­ας ε­λά­χι­στα εν­δια­φέρονταν για την οι­κο­νο­μί­α (ό­πως δεν εν­δια­φε­ρό­ταν και για την κοι­νω­νί­α), αλ­λά συ­γκέ­ντρω­ναν την προ­σο­χή τους στα δη­μό­σια οι­κο­νο­μι­κά (δη­λα­δή την ά­ντλη­ση πό­ρων για τις δα­πά­νες του κρά­τους, το μέ­γι­στο των ο­ποί­ων α­φιε­ρω­νό­ταν σε στρα­τιω­τι­κούς ή πο­λε­μι­κούς σκο­πούς). Και αυ­τούς τους πό­ρους ε­ξα­σφά­λι­ζαν κα­τά βά­ση οι μη μου­σουλ­μά­νοι μέ­σω της εμ­φα­νούς ή α­φα­νούς φο­ρο­λο­γί­ας. Πο­λύ αρ­γά δια­πί­στω­σαν πως το κρα­τι­κό μόρ­φω­μα που θα έ­πρε­πε να ε­φαρ­μό­σουν, προ­κει­μέ­νου να “ε­ξευ­ρω­πα­ϊ­σθεί” η χώ­ρα τους, η ε­ξου­σί­α πη­γά­ζει α­πό την οι­κο­νο­μί­α και κατ’ ε­πέ­κτα­ση α­πό την κοι­νω­νί­α.
Στην ί­δια ευ­θεί­α οι χρι­στια­νι­κές ε­θνό­τη­τες ή­ταν ε­πό­με­νο, εφ’ ό­σον κα­τεί­χαν τα σκή­πτρα στην οι­κο­νο­μί­α, να ζη­τή­σουν ου­σια­στι­κό με­ρί­διο στην ά­σκη­ση της πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας. Σύντομα δια­πιστώθη ό­τι κά­τι πα­ρό­μοιο δεν ή­ταν ε­φι­κτό – η διά­λυ­ση των φα­ντα­σιώ­σε­ων ή­ταν πο­λύ σύ­ντο­μη, κρά­τη­σε τρεις πε­ρί­που μή­νες, α­πό τον Αύ­γου­στο μέ­χρι τον Ο­κτώ­βριο του 1908, ό­σο α­κό­μη διαρ­κού­σε η πο­μπω­δώς δια­κη­ρυ­χθεί­σα ι­σο­νο­μί­α και δι­καιο­κρα­τί­α που ε­παγ­γέλονταν με την πρα­ξι­κο­πη­μα­τι­κή ε­πα­να­φο­ρά του Συ­ντάγ­μα­τος του 1876 οι νε­ό­τουρ­κοι, κά­τω α­πό το ψευ­δε­πί­γρα­φο τρί­πτυ­χο «δι­καιο­σύτ­νη, ι­σό­τη­τα, α­δελ­φο­σύ­νη» (adalet, musavat, uhuvet). Το ι­δα­νι­κό των νε­τούρ­κων καθίσταται πλέον απροκάλυπτα η συ­γκρό­τη­ση ε­νός κοι­νο­βου­λί­ου δί­χως τις λοι­πές ε­θνό­τη­τες και κυ­ρί­ως την ελ­λη­νι­κή. Ου­σια­στι­κά η ε­θνο­κά­θαρ­ση προ­σλαμ­βά­νει πο­λι­τι­κή μορ­φή πριν ε­ξε­λι­χθεί σε γε­νο­κτο­νί­α:
Ο θε­ω­ρη­τι­κός της νε­ο­τουρ­κι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας (του λε­γό­με­νου “τουρ­κι­σμού”) Ζι­γιά Γκιο­κάλ­π, στο ποί­η­μά του “Πα­τρί­δα” ο­ρα­μα­τί­ζε­ται μια Τουρ­κί­α στην ο­ποί­α:
Στο κά­θε ά­το­μο έ­να θα  εί­ναι το ι­δα­νι­κό, η γλώσ­σα, τα  έ­θι­μα, η θρη­σκεί­α θα εί­ναι έ­να…
Οι βου­λευ­τές της θα εί­ναι κα­θα­ροί, κι’  οι Μπού­σιοι δεν έ­χουν λό­γο…
Ο Γε­ώρ­γιος Μπού­σιος υ­πήρ­ξε βου­λευ­τής Σερ­βί­ων στην Ο­θω­μα­νι­κή Βου­λή και μα­χη­τι­κός υ­πέρ­μα­χος των δι­καί­ων των ρω­μιών συ­μπα­τριω­τών του. Ο α­πο­κλει­σμός, λοι­πόν, των μη Τούρ­κων α­πό το κοι­νο­βού­λιο και γε­νι­κά α­πό τον πο­λι­τι­κό βί­ο ή­ταν το ζη­τού­με­νο (το ο­ποί­ο πραγ­μα­το­ποί­η­σε σε υ­περ­θε­τι­κό βαθ­μό ο Μου­στα­φά Κε­μάλ, με τα συ­νέ­δρια Σε­βά­στειας και Ερ­ζου­ρού­μης το 1919 και με τη συ­γκρό­τη­ση της “Με­γά­λης Τουρ­κι­κής Ε­θνο­συ­νέ­λευ­σης” το 1920. Η πρα­κτι­κή δεν ή­ταν και­νο­φα­νής, για­τί οι Έλ­λη­νες και οι μη μου­σουλ­μά­νοι, γε­νι­κώς, μό­νο δια­κο­σμη­τι­κό ή βο­η­θη­τι­κό ρό­λο έ­παι­ζαν στο ο­σμα­νι­κό σύ­στη­μα, τε­λού­ντες πά­ντα σε υ­πο­τέ­λεια.
Άλ­λω­στε, έ­να α­πό τα ά­με­σα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της δη­μιουρ­γί­ας του  Ελ­λη­νι­κού κρά­τους σε έ­να τμή­μα μό­νο α­πό τις πε­ριο­χές στις ο­ποί­ες κα­τοι­κού­σαν οι ελ­λη­νι­κοί πλη­θυ­σμοί, εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα, ό­σοι πε­ρι­λαμ­βάνονταν στο ο­σμα­νι­κό κρά­τος, ε­πει­δή δεν μπο­ρού­σαν να έ­χουν την αί­σθη­ση πο­λι­τι­κής συμ­με­το­χής, να ζουν και να α­να­πνέ­ουν με δά­νειους πο­λι­τι­κούς πνεύ­μο­νες. Ο έ­νας ή­ταν, ό­πως α­να­φέρ­θη­κε, το Πα­τριαρ­χεί­ο, ο δεύ­τε­ρος το Ελ­λη­νι­κό κρά­τος. Τε­λι­κά αμ­φό­τε­ροι οι “πνεύ­μο­νες” υ­πέ­στη­σαν “πνευ­μο­θώ­ρα­κα” και ο ελ­λη­νι­σμός της καθ’ η­μάς Α­να­το­λής την α­πο­κα­λού­με­νη «Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή». Η στε­ρού­με­νη τουρ­κι­κή στρα­το­γρα­φειο­κρα­τί­α, ο­λο­κλή­ρω­σε  την ε­θνο­κά­θαρ­ση των χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών κά­τω α­πό την ψευ­δε­πί­γρα­φη ο­νο­μα­σί­α της «α­να­γκα­στι­κής α­νταλ­λα­γής» (πρώ­τα εκ­διώ­χθη­καν βί­αια και με­τά κα­λύ­φθη­κε α­πό τις σχε­τι­κές δια­τά­ξεις της Συν­θή­κης της Λο­ζάν­νης). Ε­θνο­κά­θαρ­ση α­νά­μι­χτη με γε­νο­κτο­νί­α ( για τους Αρ­με­νί­ους δεν υ­πάρ­χει ού­τε το α­πα­τη­λό άλ­λο­θι της “α­νταλ­λα­γής”). Και έ­χο­ντας τη στρα­τιω­τι­κή/ πο­λι­τι­κή ι­σχύ, υ­πο­κα­τέ­στη­σε τους εκ­διω­χθέ­ντες στην Οι­κο­νο­μία, λε­η­λα­τώ­ντας τις ε­πι­χει­ρή­σεις και τον πλού­το τους.
Με τα πα­ρα­πά­νω δε­δο­μέ­να θα πρέ­πει να α­ξιο­λο­γή­σει κα­νείς τα α­κό­λου­θα, ε­πα­κό­λου­θα της α­πο­κα­λού­με­νης «Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής»:
Πρώ­τον: Συ­γκλί­νου­σες οι α­πό­ψεις Ελ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­της ι­δε­ο­λο­γί­ας φέ­ρουν ως «πε­ρι­πέ­τεια» κα­τα­δι­κα­σμέ­νη α­πό την αρ­χή, την προ­θυ­μί­α με την ο­ποί­α η Ελ­λά­δα εί­χε α­να­δε­χτεί την ε­ντο­λή των συμ­μά­χων, με­τά το πέ­ρας του Πρώ­του Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, να προ­α­σπί­σει τους ο­μο­γε­νείς της που εί­χαν δει­νο­πα­θή­σει και ε­ξα­κο­λου­θού­σαν να δει­νο­πα­θούν α­πό τα α­πο­μει­νά­ρια των ε­γκλη­μα­τιών πο­λέ­μου του “Έ­νω­ση και Πρό­ο­δος”. Προ­θυ­μί­α που έ­φτα­νε μέ­χρι του ση­μεί­ου να κα­τα­στεί­λει την “α­νταρ­σί­α του Κε­μάλ” προ­κει­μέ­νου να ε­φαρ­μο­στούν οι δια­τά­ξεις της Συν­θή­κης των Σε­βρών. Ό­λες οι υ­πάρ­χου­σες ει­δή­σεις που α­να­φέ­ρο­νται στο α­ντί­πα­λο στρα­τό­πε­δο, και εί­ναι στη διά­θε­ση των ε­ρευ­νη­τών στις μέ­ρες μας, συ­νη­γο­ρούν ό­τι η ε­πι­τυ­χί­α ή­ταν πλέ­ον ή βέ­βαι­η, στην πε­ρί­πτω­ση που θα υ­πήρ­χε μια έλ­λο­γη και νου­νε­χής η­γε­σί­α του πο­λι­τι­κού κό­σμου στο σύ­νο­λό του.
Δεύ­τε­ρον: Η δε­σπό­ζου­σα ι­δε­ο­λο­γί­α στην Ελ­λά­δα α­ξιο­λό­γη­σε α­πό την αρ­χή μο­νο­διά­στα­τα τη Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεί­α και την ήτ­τα. Η α­ρι­στε­ρά α­να­φέρ­θη­κε και α­να­φέ­ρε­ται σε «ι­μπε­ρια­λι­στι­κή» ε­πι­χεί­ρη­ση, η δε­ξιά σε α­να­ζή­τη­ση «α­ποι­κιών». Η Ελ­λά­δα των δύ­ο η­πεί­ρων και των πέ­ντε θα­λασ­σών, α­κό­μη και α­πό με­τριο­πα­θείς συγ­γρα­φείς θε­ω­ρεί­ται ως η κο­ρω­νί­δα του ελ­λη­νι­κού ε­θνι­κι­στι­κού τυ­χο­διω­κτι­σμού, λη­σμο­νώ­ντας ό­τι, σε πο­σο­στά, με τη Συν­θή­κη των Σε­βρών κα­το­χυ­ρω­νό­ταν στην Ελ­λά­δα (Α­να­το­λι­κή Θρά­κη και πε­ριο­χή της Ιω­νί­ας) το 4,8% των ε­δα­φών της ση­με­ρι­νής Τουρ­κί­ας, ε­νώ σε πο­σο­στό του πλη­θυ­σμού οι Έλ­λη­νες συ­γκέ­ντρω­ναν, με τους τουρ­κι­κούς υ­πο­λο­γι­σμούς, το 16 % του συ­νο­λι­κού. (Έ­χο­ντας υπ’ ό­ψη τις προ­τά­σεις του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέ­α του Ο­Η­Ε για την ε­πί­λυ­ση του Κυ­πρια­κού, οι προ­νο­μί­ες που α­πο­κτά το 18 % του πλη­θυ­σμού της Με­γα­λο­νή­σου και σε ε­δα­φι­κή έ­κτα­ση και σε έ­λεγ­χο του πε­ρί­ερ­γου κρα­τι­κού μορ­φώ­μα­τος που προ­τεί­νε­ται, οι διεκ­δι­κή­σεις της Ελ­λά­δας το 1920 φα­ντά­ζουν ως α­στεί­ες. Ω­στό­σο κα­νείς απ’ αυ­τούς που κα­τη­γο­ρεί ως “ι­μπε­ρια­λι­στι­κή” τη Μι­κρα­σια­τι­κή Εκ­στρα­τεία δεν σκέ­πτε­ται να χα­ρα­κτη­ρί­σει πα­ρό­μοια την προ­τει­νό­με­νη λύ­ση στην Κύ­προ).
Α­ντι­κει­με­νι­κά ε­ξε­τα­ζό­με­νη, η έ­κτα­ση δεν υ­περ­βαί­νει το 14 % της ση­με­ρι­νής έ­κτα­σης της Ελ­λά­δας. Ω­στό­σο ή­ταν α­κρι­βώς ε­κεί­νο το μι­κρό τμή­μα που έ­κρι­νε στη γε­ω­πο­λι­τι­κή και γε­ω­στρα­τη­γι­κή ζυ­γα­ριά την Ελ­λά­δα ως μια χώ­ρα ι­κα­νή να α­πο­βάλει το σύν­δρο­μο της ε­ξαρ­τη­μέ­νης χώ­ρας, και α­πο­κτώ­ντας αυ­το­πε­ποί­θη­ση, να α­πο­τι­νά­ξει τη μεμ­ψι­μοι­ρί­α που συ­νε­πά­γε­ται η “προ­στα­σί­α” των ξέ­νων δυ­νά­με­ων.
Τρί­τον: Η υ­πο­χρε­ω­τι­κή και με βί­αιο τρό­πο με­τα­φο­ρά στην Ελ­λά­δα των ελ­λη­νι­κών πλη­θυ­σμών εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα πε­ρισ­σό­τε­ρο να αλ­λά­ξει ο ε­κλο­γι­κός χάρ­της της χώ­ρας και λι­γό­τε­ρο η πλη­θυ­σμια­κή ή ε­θνο­λο­γι­κή σύν­θε­ση. Η ε­γκα­τά­στα­ση των προ­σφύ­γων συ­νή­θως α­κο­λού­θη­σε τη κομ­μα­τι­κή λο­γι­κή, εφ’ ό­σον στην μέ­γι­στή τους πλειο­ψη­φί­α ή­ταν προσ­δε­μέ­νοι στο άρ­μα του Βε­νι­ζε­λι­σμού. Αυ­τό φαί­νε­ται κα­τά κύ­ριο λό­γο με τους συ­νοι­κι­σμούς που ι­δρύ­θη­καν στην Α­θή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη, αλ­λά και σε άλ­λες πό­λεις. Πα­ράλ­λη­λα, εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι η ε­γκα­τά­στα­ση των προ­σφύ­γων συ­νο­δεύ­τη­κε και α­πό την ου­σια­στι­κή διά­λυ­ση συ­μπα­γών ε­θνι­κο­το­πι­κών κοι­νο­τή­των, ό­πως η δι­χο­το­μί­α μι­κρα­σια­τι­κών χω­ριών και η α­πο­στο­λή του κα­θε­νός τμή­μα­τος σε δια­φο­ρε­τι­κό ση­μεί­ο της ε­πι­κρά­τειας, με δή­λο ή λαν­θά­νο­ντα σκο­πό την α­πώ­λεια της ει­δι­κής ταυ­τό­τη­τας και της δυ­να­τό­τη­τας που θα εί­χε στην τε­λι­κή δια­μόρ­φω­ση της συ­νο­λι­κής ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας. Ου­σια­στι­κά ε­πρό­κει­το για το έ­να τρί­το του συ­νο­λι­κού πλη­θυ­σμού, το ο­ποί­ο κυ­ριο­λε­κτι­κά έ­μει­νε ε­κτός των πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών δρώ­με­νων, λει­τουρ­γώ­ντας μό­νο ως ου­ρα­γός. Ο Γε­ώρ­γιος Μπού­σιος, τον ο­ποί­ο ή­θε­λε να α­πο­βάλ­ει α­πό την Ο­θω­μα­νι­κή Βου­λή ο Ζι­γιά Γκιο­κάλ­π, τε­λι­κά έ­μει­νε ε­κτός του ελ­λη­νι­κού κοι­νο­βου­λί­ου ή α­πέ­τυ­χε στην πο­λι­τι­κή.
Τέ­ταρ­τον: Το τι­μο­λό­γιο της πε­ρι­λά­λη­της “ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής φι­λί­ας” του 1930 κα­τέ­βα­λαν κυ­ριο­λε­κτι­κά οι πρό­σφυ­γες. Και αυ­τό εφ’ ό­σον το κύ­ριο σκέ­λος της συμ­φω­νί­ας τό­τε α­να­φε­ρό­ταν στον δια­κα­νο­νι­σμό των α­πο­ζη­μιώ­σε­ων για τις ε­γκα­τα­λει­φθεί­σες α­πό τους πρό­σφυ­γες πε­ριου­σί­ες, ό­πως προ­έ­βλε­πε η Συν­θή­κη της Λο­ζάν­νης. Ε­νώ η Ελ­λά­δα σε μέ­γι­στο βαθ­μό εί­χε κα­τα­βά­λει τις α­πο­ζη­μιώ­σεις για τους μου­σουλ­μά­νους που α­νταλ­λά­χτη­καν, η Τουρ­κί­α εί­χε αρ­νη­θεί πει­σμα­τι­κά να πρά­ξει το α­ντί­στοι­χο. Ο Βε­νι­ζέ­λος κυ­ριο­λε­κτι­κά χά­ρι­σε στην Τουρ­κί­α τις ο­φει­λές της (έ­να­ντι αυ­τού έ­λα­βε την πλή­ρη κυ­ριαρ­χί­α του Αι­γαί­ου) και τό­τε οι πρό­σφυ­γες, για πρώ­τη φο­ρά, α­ντι­λή­φθη­καν ό­τι δεν θα ε­πέ­στρε­φαν πο­τέ στις πα­τρί­δες τους. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά αυ­τή του Βε­νι­ζέ­λου τον α­πο­ξέ­νω­σε α­πό έ­να πο­λύ με­γά­λο τμή­μα των προ­σφύ­γων που, ξε­ρι­ζω­μέ­νοι και α­πό­τα­κτοι, έ­σπευ­σαν να στε­λε­χώ­σουν την Α­ρι­στε­ρά. Ω­στό­σο και αυ­τή δεν ή­ταν η Α­ρι­στε­ρά που εί­χαν θε­με­λιώ­σει στο­χα­στές και α­γω­νι­στές ό­πως οι Σκλη­ρός, Γιαν­νιός, Δ. Γλυ­νός, Σ. Μά­ξι­μος, Θ. Πα­πα­δη­τρί­ου κ.ά. ού­τε οι α­νώ­νυ­μοι συν­δι­κα­λι­στές στη Σμύρ­νη και την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Άλ­λο δρό­μο έ­μελ­λε να α­κο­λου­θή­σει η Α­ρι­στε­ρά. Άλ­λω­στε ο εν­θου­σια­σμός που ξε­σή­κω­σε η Ο­κτω­βρια­νή ε­πα­νά­στα­ση ή­ταν τέ­τοιος που α­πορ­ρό­φη­σε τις τα­κτι­κές τις ο­ποί­ες  α­κο­λού­θη­σε ο Λέ­νιν, για την ε­δραί­ω­ση του κα­θε­στώ­τος των μπολ­σε­βί­κων. Τα­κτι­κές ερ­χό­με­νες σε με­γά­λο βαθ­μό σε α­ντί­θε­ση προς το κοι­νό συμ­φέ­ρον (και ό­χι α­πλώς ε­θνι­κό) των Ελ­λή­νων πέ­ρα­σαν α­πα­ρα­τή­ρη­τες και με­τα­βλή­θη­καν, στα στε­νό­καρ­δα πλαί­σια της ελ­λα­δι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, σε θέ­σφα­τα που ως κα­τά­ρα α­κο­λου­θούν τη δια­νό­η­ση και το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα ως τις μέ­ρες μας.
Πέ­μπτον: Το συσ­σω­ρευ­μέ­νο τρα­πε­ζι­τι­κό κε­φά­λαιο της Σμύρ­νης και ι­δί­ως του Χα­βια­ρό­χα­νου της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, με το ο­ποί­ο θα μπο­ρού­σε να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί η α­πο­γεί­ω­ση της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας, δεν ε­πεν­δύ­θη­κε πο­τέ τη βιο­μη­χα­νί­α (πα­ρά έ­να μι­κρό του τμή­μα) .Ό­,τι πε­ρι­σώ­θη­κε, πα­ρέ­με­νε σε θυ­ρί­δες ή σε κα­τα­θέ­σεις τρα­πε­ζών στην Ελ­βε­τί­α και την Αγ­γλί­α ή με­τα­τρά­πη­κε σε α­κί­νη­τα στο Μό­ντε Κάρ­λο, τη Νί­καια, το Πα­ρί­σι και το Λον­δί­νο, και στην καλ­λί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στην Α­θή­να. Η α­στι­κή τά­ξη της Σμύρ­νης, αλ­λά και της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ξε­κομ­μέ­νη α­πό τους συ­μπα­τριώ­τες τους των “κα­τω­τέ­ρων” τά­ξε­ων, που σε τα­πει­νές συν­θή­κες συ­ντρί­βο­νταν στις ά­θλιες συν­θή­κες κά­ποιων συ­νοι­κι­σμών, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε στην ψευ­τί­ζου­σα α­θη­να­ϊ­κή α­στο­κρα­τί­α. Πα­ρό­μοια ή­ταν και η τύ­χη των προ­σφύ­γων που α­νή­καν στην ερ­γα­τι­κή τά­ξη που δεν κα­τόρ­θω­σαν να εν­στα­λά­ξουν ορ­θο­λο­γι­κά την πί­κρα και την ορ­γή τους, σαν μια συ­νέ­χεια των πο­λύ­φη­μων τα­ξι­κών α­γώ­νων τους σε πά­τρια ε­δά­φη. Η ι­στο­ρι­κή συ­νέ­χεια βί­αια δια­κό­πη­κε. Ί­σως κά­ποια α­πό τα ρε­μπέ­τι­κα να τρα­γου­δούν την κα­ρα­τό­μη­ση μιας κοι­νω­νί­ας που έ­γι­νε αν ό­χι συ­νει­δη­τά, πά­ντως α­συ­νεί­δη­τα, πε­ριο­ρί­ζο­ντάς της τους ή­δη γι’ αυ­τήν κλει­στούς ο­ρί­ζο­ντες. Και, με­τά το έ­πος του 40, την με­γά­λη α­ντί­στα­ση και τον εμ­φύ­λιο, μα­κρο­πρό­θε­σμα, ε­ξα­φα­νί­ζο­ντας γι’ αυ­τήν μια με­γα­λό­πνο­η ελ­πί­δα.
Διαβάστε ακόμα για την Μικρασιατική Καταστροφή:
  1. Μαρτυρία από την φλεγόμενη Σμύρνη

  2. Καταστροφή ή γενοκτονία

  3. Η Μικρασιατική εκστρατεία

  4. Mικρασιατικά επίκαιρα

  5. Αριστερά και Mικρά Ασία

  6. Η τομή

  7. Το χαμένο μυθιστόρημα

  8. Από την εθνοκάθαρση στη γενοκτονία της μνήμης

  9. Η κατάσταση στην Εγγύς Ανατολή πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο*

 

Σχόλια