Οι πόλεμοι της Μνήμης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
«Οι πόλεμοι της μνήμης» (εκδ. Νεφέλη) είναι το τελευταίο βιβλίο του καταξιωμένου ιστορικού Χάγκεν Φλάϊσερ στο οποίο καταγράφει τους συμβολικούς πολέμους που διεξάγονται στο πεδίο της δημόσιας ιστορίας (ντοκιμαντέρ, ταινίες, αφιερώματα Τύπου, δημόσια μνημεία, μαζικά προσκυνήματα τόπων μνήμης κλπ). Στο βιβλίο αυτό δεν περιγράφονται μόνο οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους διαμορφώνεται η ιστορία στο δημόσιο χώρο (όχι χωρίς συγκρούσεις), αλλά και το πώς αυτή διαμορφώνει με τη σειρά της τις ατομικές και συλλογικές συνειδήσεις.

Εξάλλου, αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι η μνήμη των πολέμων συνεχίζει να είναι επώδυνη και να προκαλεί παθιασμένες συζητήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τεράστια συζήτηση που ξέσπασε σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία σχετικά με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού.
Πέρα από τις όποιες ενστάσεις για το εγχείρημα της συγγραφικής ομάδας, που βεβαίως είχε την πλήρη κάλυψη των αρμόδιων υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων τόσο επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ, όσο και επί της Ν.Δ., μια διατύπωση δημιούργησε σύγκλιση των αντιδράσεων. Και αυτή δεν είναι άλλη από την περιγραφή του τελευταίου σταδίου της αποτυχημένης ελληνικής εισβολής στα Μικρασιατικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο πλαίσιο της κατοχής και διαμελισμού της από τις νικήτριες δυνάμεις της Entente.
Στην σελίδα 100 λοιπόν διατυπώνεται ότι «χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονταν στο λιμάνι – της Σμύρνης – προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα». Αν και πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτοί που συνωστίζονταν ήταν χριστιανοί, συχνά Τουρκόφωνοι, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η επισήμανση μας ήταν λεπτομέρεια μπροστά στο μέγεθος των ιστορικών προκλήσεων των συγγραφέων.
Βλέπεις, η ολοκλήρωση του κύκλου του αίματος, που διεξήχθη για παραπάνω από 10 χρόνια και περιελάμβανε δύο Βαλκανικούς πολέμους, έναν Παγκόσμιο, την συμμετοχή της Ελλάδας στην Ουκρανική Εκστρατεία ενάντια στην επαναστατημένη Ρωσία, την ίδια την εκδήλωση της Οκτωβριανής επανάστασης και την επιρροή που άσκησε, την εκδήλωση και καταρράκωση όλων των βαλκανικών εθνικισμών και μεγαλοϊδεατισμών, με τις κατακτητικές φιλοδοξίες μικρών και μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να δημιουργούν εκατόμβες νεκρών, ποτάμια προσφυγιάς και να κάνουν τις ανταλλαγές πληθυσμών απαραίτητο εργαλείο εθνοκάθαρσης των εθνών-κρατών που διαδέχονται την Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιλέχθηκε να καλυφθεί με λήθη. Ακόμη χειρότερα, πρέπει να εξαφανιστούν από τον μαθησιακό ορίζοντα το γιατί έγιναν όσα έγιναν, πώς φτάσαμε ως εκεί και ποιος ευθύνεται.

Αναπαράγοντας τους γνωστούς μονολόγους για τα «εθνικά ζητήματα», αποκρύπτοντας τον υπαρκτό αντίλογο του ΣΕΚΕ, του νεοϊδρυθέντος Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας, που με προκήρυξη του στις 27 Σεπτεμβρίου 1920 ανέφερε μεταξύ άλλων, πως: «Μπροστά στην πολιτική των αστικών κομμάτων, μπροστά στην πολιτική των πολέμων και της καταστροφής, της βίας και της τρομοκρατίας, της αισχροκέρδειας και της εκμεταλλεύσεως, το Κόμμα μας, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, έρχεται ν’ αντιτάξει το δικό του απελευθερωτικό πρόγραμμα της ειρήνης, της εργασίας, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης των λαών. Κάτω ο πόλεμος! Κάτω η τυραννία! Ζήτω η ελευθερία των εργατών, των χωρικών, των βιοπαλαιστών και όλων των εκμεταλλευόμενων!».
Ο Αναστάσης Γκίκας, σε άρθρο στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ (1/4/2007) επισημαίνει: «Αν λοιπόν απογυμνώσεις το ιστορικό γεγονός από τα γενεσιουργικά του αίτια, τις ιστορικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες αναδείχτηκε, το κοινωνικοπολιτικό του περιεχόμενο, αν δεν το συνδέσεις ως τμήμα της μερικής ιστορίας με τη γενική ιστορία, τι απομένει; Ο συνωστισμός στο λιμάνι…».
Οι αντιδράσεις όχι απλώς προκάλεσαν την αρχική απόσυρση του βιβλίου, το ρετουσάρισμά του από «κοινωνική και πατριωτική σκοπιά», αλλά τελικά το διωγμό και της αναθεωρημένης του έκδοσης από τις αίθουσες διδασκαλίας.
Πολλοί πιστεύουν ότι ο θόρυβος που προκάλεσε το βιβλίο, η αντίδραση των συντηρητικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των ψηφοφόρων της Ν.Δ. επέφερε την αποτυχία επανεκλογής της τότε υπουργού κας. Μ. Γιαννάκου.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η ίδια η υπουργός Παιδείας συναισθανόμενη τις συνέπειες και προκειμένου να μετριάσει τις αντιδράσεις για το βιβλίο της Ιστορίας, υποσχέθηκε τη διανομή του μυθιστορήματος της Διδώς Σωτηρίου ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ.
Νέος γύρος αντιδράσεων προέκυψε αυτή τη φορά σχετικά με τη διανομή του μυθιστορήματος ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ και ο τύπος πρόσφερε βήμα διαλόγου. Ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) κ. Θ. Βερέμης διατύπωσε ενστάσεις καθώς έκρινε ότι «οι σκηνές βίας που περιέχονται στο λογοτεχνικό βιβλίο δεν ενδείκνυνται για μαθητές 12 ετών», για να λάβει την απάντηση των ψυχολόγων που υποστηρίζουν ότι «τα παιδιά έχουν εθιστεί στη βία, όπως είναι η τηλεοπτική, από πολύ μικρή ηλικία ώστε η λογοτεχνική να μη δημιουργεί παιδαγωγικό ζήτημα».
Ποιοι είμαστε εμείς που θα κρίνουμε αν «οι σοφοί» κάνουν λάθη! Όμως ο υπεύθυνος τύπου της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας κ. Πολ. Μπαμπουράς πρόσθεσε «με την πρωτοβουλία της αυτή η υπουργός προφανώς θεώρησε ότι οι εθνικιστικές αιτιάσεις δεν καλύπτονται από τις διορθώσεις της συγγραφικής ομάδας και θέλησε να προβεί στη συγκεκριμένη κίνηση εντυπωσιασμού».
Τέλος, η υπουργός κα. Γιαννάκου δήλωσε «δεν ήταν δυνατόν να αποσυρθεί το νέο βιβλίο, προκειμένου να επανέλθει ένα, κατά γενική ομολογία, πεπαλαιωμένο εγχειρίδιο, το οποίο είχε ήδη αποσυρθεί με τις αποφάσεις του 2003».
Η συνέπεια λόγων και έργων αποκαλύπτεται μέσα από την απόφαση του νέου υπουργού Παιδείας κ. Στυλιανίδη, διαδόχου της κα. Γιαννάκου, που άρον άρον επανέφερε το παλιό βιβλίο.
Όμως υπάρχει μια βασική αντίφαση: το γιατί επέλεξε η κυβέρνηση της Ν.Δ. να απαντήσει στις συντηρητικές κατά βάση και ελληνοκεντρικές ενστάσεις για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού συνοδεύοντάς το με ένα ιστορικό μυθιστόρημα μιας θρυλικής μορφής της αριστεράς, που επιπλέον γράφτηκε σε δύσκολες εποχές για το κίνημα και την Αριστερά;
Τελικά, ούτε τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ εισήλθαν στα δημοτικά μας σχολεία. Ευτύχησαν όμως να γίνουν σήριαλ από τον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA. Το βιβλίο λοιπόν που έτυχε της ενθουσιώδους αποδοχής εκατοντάδων χιλιάδων αναγνωστών, μεταφέρθηκε στην τηλεοπτική οθόνη από τον σκηνοθέτη Κ. Κουτσομύτη.
Η απόπειρα του τηλεοπτικού σταθμού και του σκηνοθέτη να εκμεταλλευτούν τον πρόσφατο ντόρο είναι ολοφάνερη και οι εντυπώσεις επιχειρήθηκε να διασκεδαστούν μέσω τον εξηγήσεων του σκηνοθέτη «από το 1994 συζητούσαμε με τη Διδώ Σωτηρίου το ενδεχόμενο να μεταφερθεί στην τηλεόραση τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ, αλλά για οικονομικούς λόγους, τώρα μπόρεσε να γίνει το παλιό όνειρο πραγματικότητα»
Αξίζει να παρακολουθήσουμε την συζήτηση, όπως την κατέγραψε ο δημοσιογράφος της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, Η. Μαγκλίτης, που διεξήχθη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της «Έκθεσης Βιβλίου 2008», την οποία συντόνισε ο δημοσιογράφος Χ. Βασιλόπουλος και συμμετείχαν δύο γνωστοί (και για τη μεταξύ τους διαμάχη) ιστορικοί, η Μ. Ρεπούση και ο Γ. Μαργαρίτης.
Τον λόγο πήρε πρώτη η Μ. Ρεπούση «το δικό μου ερώτημα απλώς είναι αν η τηλεοπτική εκδοχή θα ενισχύσει τα γνωστά στερεότυπα περί καλού και κακού, τα δίπολα που έχουν επικρατήσει ή θα αποτελέσει αφορμή για αναστοχασμό». Ο Κ. Κουτσομύτης απάντησε «Είναι ένα αντιπολεμικό βιβλίο, μας λέει ότι για όλα αυτά δεν έφταιγαν οι λαοί, αλλά τα μεγάλα συμφέροντα των ξένων, κι αυτή την άποψη ακολουθήσαμε. Οι Έλληνες ήταν φίλοι με τους Τούρκους πριν ξεκινήσει ο πόλεμος». Με τη σειρά του ο Γ. Μαργαρίτης τόνισε «Καλά κάνετε και διασκευάζετε το βιβλίο διότι αυτά είναι θέματα που αφορούν την εθνική και κοινωνική μας υπόσταση. Υπόψη, ο ελληνικός λαός έχει μια παράλληλη ιστορία με τον τουρκικό. Στην ουσία, με το 1922 ξεκίνησε από την αρχή η ελληνική ιστορία διότι για πρώτη φορά ο ελληνισμός ταυτίστηκε με την Ελλάδα, αποκτήσαμε σταθερά σύνορα για πρώτη φορά. Το ίδιο συνέβη και με την Τουρκία. Έπειτα, τέτοιες σειρές δίνουν τη δυνατότητα στον ιστορικό να μιλήσει για τη Ιστορία με τον κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι στο βιβλίο η συγγραφέας περιγράφει τη συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων ειδυλλιακά. Η εθνογένεση όμως απαίτησε πολύ αίμα». Μερίδα του κοινού κατέκρινε εμμέσως τους δυο ιστορικούς για τη νηφάλια ματιά τους στα πράγματα, για να απαντήσει ο Γ. Μαργαρίτης ότι «όταν δαιμονοποιούμε τον άλλο δεν τον μελετούμε, κι αυτό είναι κόστος για την Ιστορία».
Πλέον η τηλεοπτική σειρά έχει δώσει δείγματα γραφής ικανά για την εξαγωγή συμπερασμάτων και θα αποτελέσει αντικείμενο της κριτικής μας στη συνέχεια της εργασίας. Εντύπωση σίγουρα προκαλεί η διαπίστωση της Ο. Σελλά στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (5/1/09) «Κι αν θέλουμε να επισημάνουμε μια αναμφισβήτητη τάση στην ελληνική αγορά, είναι η αύξηση των βιβλίων κάθε είδους, που συνδέονται με τη Μικρασιατική Καταστροφή, είτε ως μαρτυρίες, είτε ως μυθοπλασία, είτε ως αρχεία που δίνονται στη δημοσιότητα, είτε ως ιστορικά και πολιτικά δοκίμια. Η βράβευση από τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία του βιβλίου του Βασίλη Τζανακάρη ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑ (εκδ. Μεταίχμιο) είναι το συμβολικό επιστέγασμα αυτής της τάσης».
Αν συνδυάσουμε όλες αυτές τις διαπιστώσεις με τον πλούτο των τηλεοπτικών ιστορικών αφιερωμάτων, την έκδοση ειδικών μονοθεματικών ιστορικών περιοδικών, τη συνεχή αρθρογραφία επώνυμων ιστορικών στον τύπο και τα εξειδικευμένα ιστορικά ένθετα, την ενασχόληση των τηλεοπτικών αστέρων με ιστορικά θέματα, ιδιαίτερα στα δελτία ειδήσεων, αφορμής «του ποιος θα σηκώσει τη σημαία στην παρέλαση» και «το πόσο απληροφόρητη και ανενημέρωτη είναι η σημερινή νεολαία για το ιστορικό παρελθόν του έθνους», καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Ιστορία «ξανάγινε της μόδας». Ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης, το αστικό μπλοκ εξουσίας θα προβάλλει το εθνικό, αλλά και το ευρωπαϊκά ενοποιημένο υπερεθνικό καταφύγιο. Η προπαγάνδιση των «μεγάλων εθνικών στιγμών, δικαίων και στόχων» είναι το καλύτερο μέσο χειραγώγησης των αναζητήσεων που γεννούν οι σύγχρονοι όροι της ταξικής πάλης.
Επιστρέφουμε στο βιβλίο του Φλάϊσερ όπου επισημαίνεται «το παρελθόν δεν παραμένει αμετάβλητο αλλά αλλάζει με βάση τα νέα ερωτήματα που θέτουμε, τις νέες ερμηνείες που αναζητούμε. Ερωτήματα και ερμηνείες που εκκινούν από το παρόν, από την σημερινή πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Από την άλλη μεριά, καλούμαστε να σκεφτούμε γιατί αυτά τα ερωτήματα τίθενται σήμερα και όχι παλιότερα, ποιες ανάγκες εξυπηρετούν, τι παρελθόν κατασκευάζουν;».
Ακολουθώντας την συμβουλή του συντρόφου και φίλου Τ. Κωστόπουλου, καταχωνιασμένο σε παλαιοπωλείο βρήκαμε το βιβλίο ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ. Συγγραφέας ο Μανώλης Αξιώτης, πρωταγωνιστής του έργου της Δ. Σωτηρίου ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ. Έργο καταλογισμού «ευθυνών των πολιτικών που έπαιξαν και εξακολουθούν να παίζουν την ζωή, την τιμή και την περιουσία των λαών στα χρηματιστήρια! (...) αλλά και των πτωχών διανοούμενων που πωλούν τη δύναμη των γνώσεων των στους πιο στυγνούς και αδίστακτους εχθρούς της προόδου και της ευημερίας των λαών και εισηγηθώ ένα προσχέδιο για το καλό του κόσμου, αλλά κυρίως και πρωτίστως των Βαλκανικών λαών μέσα σε μια οργάνωση τα Ενωμένα Βαλκάνια».
Το 1952 ο Μ. Αξιώτης βγαίνει στη σύνταξη λόγω αναπηρίας. Κάθεται και γράφει ό,τι συγκεντρώνει η μνήμη του, τα δακτυλογραφεί, τα κάνει τεφτέρι «και τράβηξα μια και δυο στο σπίτι της Δ. Σωτηρίου. Συστηθήκαμε και βρεθήκαμε κοντοχωριανοί….Διάβασα το βιβλίο σου ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ και μου άρεσε! Αν θέλεις να γράψεις κάτι καλλίτερο πάρε αυτό το τεφτέρι, διάβασε το και έλα στο γραφείο μου να μου πης τη γνώμη σου, της είπα και την αποχαιρέτησα».
Έτσι αρχίζει η μεταξύ τους συνεργασία «δουλέψαμε κάπου 8 μήνες και βγάλαμε το βιβλίο ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ, που όμοιο του δεν είχε γραφτή ως τότε». Ένα μέρος του έργου προδημοσιεύεται στην εφημερίδα «Αυγή» το 1961, ενώ ως βιβλίο εκδίδεται το 1962 από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.
Επικρατούν οι γνωστές συνθήκες του αστυνομικού μετεμφυλιακού κράτους της ΕΡΕ. Ο Μ. Αξιώτης δηλώνει ανικανοποίητος. Τα επόμενα χρόνια σύμφωνα με άρθρο της δημοσιογραφικής ομάδας του ΙΟΥ της ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ (4/1/09) «Ο ίδιος ο Αξιώτης εξέδωσε δύο βιβλία γύρω από τη ζωή του. Το πρώτο ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ ΚΟΥΒΑΡΙ (1965), υπήρξε μια αμφιλεγόμενη απόπειρα συμπληρώματος, διόρθωσης και διεκδίκησης της πατρότητας των ΜΑΤΩΜΕΝΩΝ ΧΩΜΑΤΩΝ. Το δεύτερο κυκλοφόρησε το 1976 με τον παραπλανητικό τίτλο ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ κι αποτελεί την τελική, αυθεντική αυτοβιογραφία του». Με ακλόνητη πίστη στην αναγκαιότητα της Ελληνοτουρκικής Φιλίας και Συνεργασίας, θα τα μεταφράσει στα Τουρκικά και θα τα τυπώσει στην Πόλη ή στην Άγκυρα.
Αναρωτιέσαι πώς τόσο πολλά χώρεσαν σε μια ζωή: ο νέος από τον Κιρκινζέ «υπηρετεί» στα Οθωμανικά Τάγματα Εργασίας, λιποτακτεί επανειλημμένα, υποχρεωτικά επιστρατεύεται από τον Ελληνικό στρατό κατοχής, διαφεύγει της αιχμαλωσίας και έρχεται πρόσφυγας στην Ελλάδα. Εργάζεται ως λιμενεργάτης, αναπτύσσει πλούσια συνδικαλιστική δράση, διώκεται από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, βγαίνει αντάρτης στον ΕΛΑΣ, αντιμετωπίζει το Γερμανό και Ιταλό κατακτητή, αλλά και τον πρόσφυγα συνεργάτη του, Μιχάλ Αγά.
Ο ΙΟΣ σωστά διαπιστώνει ότι «Οι συνήθεις πατριώτες βρίσκουν τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ υπερβολικά διεθνιστικά. Αν διάβαζαν, ωστόσο, τα απομνημονεύματα του μικρασιάτη πρωταγωνιστή τους, μάλλον θα πίστωναν τη Δ. Σωτηρίου με αυξημένη δόση εθνικοφροσύνης».
Εμείς για να μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε πιο αποτελεσματικά τις πολιτικές απόψεις της Δ. Σωτηρίου που καθοδηγούν τη λογοτεχνική της γραφίδα, θα μελετήσουμε το βιβλίο της Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ.
Τέλος, θα παρουσιάσουμε το βιβλίο ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ και θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ των δύο έργων.
H εργασία μας προσπαθεί να ανιχνεύσει τις πολιτικές απόψεις των συγγραφέων ακολουθώντας τα ερωτήματα που αναδεικνύονται στα έργα του. Ξεχωρίζουμε τα εξής:
Ποιες ήταν οι σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Ποιοι ήταν οι παράγοντες που «καθοδηγούν» την σύγκρουση, εσωτερικοί-εξωτερικοί, σε ποιο βαθμό αλληλοδιαπλέκονται και πώς;
Ποια είναι η συγκεκριμένη οπτική των συγγραφέων; Πως αντιλαμβάνονται το παρελθόν, παρόν και μέλλον των κοινοτήτων;
Πώς κρίνουν τα γεγονότα, το ρόλο των πρωταγωνιστών και των κρατών, αλλά και τη στάση των κοινοτήτων;
Πώς τοποθετούνται τελικά στο ερώτημα «ποια πατρίδα υπερασπιζόμαστε» που προέκυψε βίαια και διλημματικά και τι σημαίνει αυτό το ερώτημα;
Πώς καθορίζεται η τοποθέτηση της Αριστεράς απέναντι στο Μικρασιατικό ζήτημα και αν αναπροσαρμόζεται, για ποιους λόγους και πώς;
Πώς ενσωματώνεται η εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής, σε ποια συμπεράσματα ωθεί και πώς αυτά καθοδηγούν τη στάση απέναντι στα νέα «εθνικά επίδικα»;

ΕΝΑΣ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΣΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

Στο πρόλογο της πρώτης έκδοσης (1962) η Δ.Σωτηρίου διατυπώνει τις προθέσεις της καθώς έχουν συμπληρωθεί «σαράντα χρόνια από τότε που ο μικρασιατικός ελληνισμός ξεριζώθηκε από τις προγονικές του εστίες.(... ) Κάτω από τον Μανώλη Αξιώτη, τον κεντρικό αφηγητή του βιβλίου, υπάρχει ο μικρασιάτης αγρότης, που έζησε τα Αμελέ Ταμπούρια του 1914-1918. Που φόρεσε τη στολή του Έλληνα φαντάρου, που είδε την καταστροφή, έζησε την αιχμαλωσία και που πρόσφυγας έφαγε πικρό ψωμί, σαράντα χρόνια λιμενεργάτης συνδικαλιστής, μαχητής της Εθνικής μας Αντίστασης.(…) Μοναδική έγνοια να συμβάλλω στην ανάπλαση ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα. Να μην ξεχνούν οι παλιοί. Να βγάλουν σωστή κρίση οι νέοι»
Στο κεφάλαιο ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΖΩΗ περιγράφεται η δύσκολη ζωή μιας αγροτικής οικογένειας στο πλαίσιο μιας πατριαρχικής κοινωνίας «στο σπίτι δύο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του θεού και του πατέρα, γιατί με αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξη μας».
Μια πρώτη καταγραφή των ακραία αρνητικών συνεπειών των πολέμων στην οθωμανική κοινωνία δίνεται μέσα από την περιγραφή της αδελφής του κεντρικού ήρωα, της Σοφίας, την οποία «Δύο άνδρες την αγαπήσανε με πάθος και της περάσανε αρραβώνα. Κι οι δύο σκοτώθηκαν . Ο ένας στον πόλεμο του 12 κι ο άλλος στον πόλεμο του 14». Είναι βεβαίως ενδεικτικό ότι από τα εφτά παιδιά της οικογένειας Αξιώτη, μέχρι τον τελικό διακανονισμό μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας θα χαθούν εξαιτίας των πολέμων και των επαίσχυντων πράξεων τα τέσσερα.
Η περιγραφή του τόπου δίνει στη συγγραφέα την ευκαιρία να περιγράψει την καθημερινότητα, τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων και τις ταξικές σχέσεις. Ο Κιρκιντζές, η ορεινή Έφεσος, περιγράφεται ως παράδεισος. «Μεγαλοτσιφλικάδες δεν είχαμε στον Κιρκιντζέ να ρουφούν το μεδούλι μας.(…)Ο κάθε χωριανός ήτανε νοικοκύρης στη γη του».
Ζωή που κυλά με επίκεντρο τη γη και με ανάπαυλα τις θρησκευτικές εορτές, στην οποία συμμετέχουν και οι μουσουλμάνοι, αν και η Δ. Σωτηρίου επιλέγει τον εθνικό προσδιορισμό ως κυρίαρχο. Στο μεγάλο πανηγύρι του Αι-Δημητρίου «Τα μαγαζιά, οι καφενέδες, οι δύο μας εκκλησίες και τα τρία μας σχολειά, ως και η μοναδική τουρκική στέγη που είχαμε, το Καρακόλι, όλα στολίζονταν με μυρτιές και δάφνες»…(..)Ίσαμε το 1914 δεν είχε ακουστεί να γίνει φονικό στον τόπο μας», οριοθετώντας και την έναρξη της διεθνοτικής σύγκρουσης.
Είναι ενδεικτικό του ποιοι μηχανισμοί διαμόρφωναν την ταυτότητα των πληθυσμών, η περιγραφή των αρχαίων της Εφέσου, που χρησιμοποιούνταν όπως και σε πολλές άλλες περιοχές ως οικοδομικά υλικά «Κοντά στο χωριό μας είχαμε και τα ξακουστά αρχαία της Έφεσος. Που για να πω την πάσα αλήθεια , δε μας πολυσκοτίζανε. Αγκαλά και τα σπίτια μας – από περβάζι μέχρι κεφαλόσκαλο είχανε στολίδια από τα αρχαία».
Την επανασύνδεση με το αρχαίο μεγαλείο θα κάνει ο νιόφερτος Σαμιώτης δάσκαλος, Πυθαγόρας Λάριος, που θα εμφυσήσει την σχετική περηφάνια και την πεποίθηση της ιστορικής συνέχειας «Μα το πιο σπουδαίο ήτανε που το χωριό μας το γράφανε τα ελληνικά βιβλία, Ορεινή Έφεσο και τούτο, λέει, μαρτυρούσε την πανάρχαια φύτρα μας».
Ευδιάκριτος ο ρόλος της εκκλησίας στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας και στον καθορισμό της εθνικής αποστολής «Το πλήρωμα του χρόνου φτάνει…Κι ο μαρμαρωμένος βασιλιάς θα αναστηθεί μας λέγαν οι παπάδες και τότες φούντωνε πιο πολύ μέσα μας το μεράκι για την ένωση με την Ελλάδα».
Οι αντιφάσεις ευδιάκριτες «Τούρκους δεν είχαμε στο χωριό – και ας ήτανε τα τουρκικά η γλώσσα που μιλούσαμε. Άσβηστη καντήλα έκαιγε στη καρδιά μας η αγάπη για την πατρίδα μας την Ελλάδα»!!!
Το απόσπασμα που περιγράφει τη φιλία του Μ. Αξιώτη με το αρχοντόπουλο Σεφκιέτ αποτελεί πηγή πολύτιμων συμπερασμάτων. Σε αυτό οι μπέηδες παρουσιάζονται ως «καλόκαρδοι και γλεντζέδες που προτιμούσανε τα ξεφαντώματα και το ραχάτι από τις έγνοιες της δουλειάς και της πολιτικής» Όλη τη διαχείριση του τσιφλικιού αναλαμβάνει ο Ανέστης «ένας τετραπέρατος Ρωμιός» που φυσικά θα βάλει τα προσωπικά του συμφέροντα πάνω από κάθε έννοια θρησκευτικής ή εθνικής αλληλεγγύης «Έκλεβε το δίκιο των εργατών, έκλεβε από την τροφή μας, έκοβε βαριά προστίματα με το τίποτα. (…) Είχε ξετρελαθεί να γίνει πλούσιος και να αβγατίσει και τον πλούτο των αφεντάδων, για να τον κρατούνε στη δούλεψη τους και να του δίνουνε όλο και περισσότερες εξουσίες». Ένα πεινασμένο αραπάκι θα κλέψει λίγη τροφή και θα δαρθεί μέχρι θανάτου από τον επιστάτη, για να απαλλαγεί αργότερα από τους μπέηδες «Λάθος έγινε, είπανε οι Τούρκοι τσιφλικάδες και δώσανε συγχωροχάρτι στον Ανέστη».
Ο έρωτας μεταξύ αλλόθρησκων είναι απαγορευμένος και «κρίμα μεγαλύτερο από του να τουρκέψει χριστιανή δε γίνεται...» Βέβαια καμιά φορά μπορεί να είναι χρήσιμος για την χριστιανική κοινότητα, όπως ο έρωτας του Τούρκου μπέη για την Αρτεμίτσα, που διατηρεί το δικαίωμα να κακολογεί «Όλους τους βόλευε τούτος ο έρωτας που μαλάκωνε τον μπέη και τον έκανε σελμπέση και μεγαλόψυχο. Θέλανε όμως και να κακολογούνε το κορίτσι και να προβλέπουνε το χαμό του».
Τα κυρίαρχα εθνικά στερεότυπα για το «ξύπνιο» ελληνισμό της Ανατολής και τους «καθυστερημένους, αγαθούς» Τούρκους αναπαράγονται. Οι Τούρκοι από τα γύρω χωριά, το Κιρετσλί, το Χαβουτσλί, το Μπαλατζίκ, μας τιμούσανε και μας θαυμάζανε. Έκοβε το μυαλό μας κι είμαστε εργατικοί. Και εμείς, είναι αλήθεια, ποτέ δεν τους δίναμε αφορμή να αλλάξουνε γνώμη».
Η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων αλληλοδιαπλέκεται με την καθημερινή ζωή των κοινοτήτων. Στις σελίδες 24-27 περιγράφεται το πώς οι Ρωμιοί αποκτήσανε δικαιώματα ιδιοκτησίας γης σε εκτάσεις που εκχέρσωναν σε ρουμάνια όλο δάση και βράχια, χρησιμοποιώντας ως εργατική δύναμη τους πάμφτωχους Κιρλίδες που ήταν κολίγοι «δίχως πιθαμή δική τους γη, καμένοι και τσιτσιρισμένοι από τον τσιφλικά μπέη. Είπανε να ξενιτευτούν να λευτερωθούν από τον τσιφλικά. Παίρνανε, λοιπόν, γύρα τα χωριά και μισθώνανε τη δύναμη τους. Κάνανε τόση δουλεία, όση και τα σημερινά τρακτέρια».
Το πώς η εκμετάλλευση των μουσουλμάνων εργατών γης αποτελεί το εφαλτήριο για τη βελτίωση της ταξικής θέσης των χριστιανικών πληθυσμών που κατέχουν γη και αποτελεί τον απαραίτητο όρο για την άνοδο του βιοτικού του επιπέδου αποκαλύπτεται από το παρακάτω απόσπασμα: «Έτσι έγινε νοικοκύρης και ο πατέρας μου κι έφτιαξε μπαξέδες να τους λιμπίζεται άνθρωπος. Έβαζε τους Κιρλίδες στη δουλειά κι ελόγου του έπαιρνε το τουφέκι, τις δύο κάμες του, λίγα παξιμάδια κριθαρένια κι έφευγε για κυνήγι, είκοσι τριάντα μέρες. Σκότωνε αγριογούρουνα, τα πουλούσε στα χωριά και πλέρωνε τα μεροκάματα των Τούρκων».
Όμως ακόμη και μεταξύ των εργατών υπάρχει ιεραρχία ανάλογα την εθνικότητα. Όταν αργότερα ο Μ. Αξιώτης θα εργαστεί στην αποθήκη του Ζαχαρία, όπου η δουλειά ήθελε επιδέξια χέρια, «Οι Ρωμιοί εργάτες δουλεύανε το πρώτο πράγμα. Οι Τούρκοι, δουλεύανε το παρακατιανό και τους είχανε και χώρια από εμάς».
Η καλοσύνη των χριστιανών αποκαλύπτεται μέσα από τα τρατάρισμα των Κιρλίδων «την Καθαρή Δευτέρα, που άρχιζε η νηστεία και οι Κιρκιτζιώτισσες τρίβανε τα τσουκάλια μη λάχει και μείνει μέσα μυρουδιά από αρτίσιμο, τότες για τους Κιρλήδες ξημέρωνε η ωραιότερη μέρα της ζωής τους. Κάθε σπίτι τους έδινε ολόκληρα σίνια με τυρόπιτες, αυγόπιτες, μακαρονάδες, γλυκίσματα». Δηλαδή οι φιλεύσπλαχνοι χριστιανοί όχι απλώς τους έδιναν τα αποφάγια, αλλά και ότι περίσσεψε, το οποίο λόγω των απαγορεύσεων της νηστείας είτε θα πεταγόταν, είτε θα δινόταν ως τροφή στα ζώα!
Kαι στους χριστιανούς η βελτίωση της θέσης τους έρχεται μέσω της μεγαλύτερης πρόσδεσης τους στα αστικά κέντρα, της ενασχόλησής τους με αστικά επαγγέλματα «Έμπορα χρειάζομαι, να μάθει τα αλισβερίσι, να νταραβερίζεται στις πολιτείες όπου μας τρώνε το διάφορο οι αγιογδύτες, οι χαραμοφάηδες οι έμποροι». Εξάλλου στη συνομιλία μεταξύ του Αξιώτη και του Τούρκου παιδικού του φίλου, Σεφκιέτ, δίνεται ο ορισμός του εμπόρου «Έμπορας πάει να πει να κλέβεις εσύ, αντί να σε κλέβουνε οι άλλοι…»
Βέβαια σύντομα αυτός ο αφορισμός της Δ. Σωτηρίου θα «τακτοποιηθεί εθνικά», για να χρησιμοποιήσουμε και έναν όρο από τα τηλεοπτικά παράθυρα. Στα 13 του, ο Αξιώτης στάλθηκε από τον πατέρα του στη Σμύρνη ως βοηθός σε εμπορικό κατάστημα. Το πρώτο του αφεντικό, ο Χατζησταυρής Εφέντης, έκλεβε συστηματικά στο ζύγι τους προμηθευτές του Τούρκους χωρικούς. Ακόμη κι εκείνους που βρίσκονταν σε απόλυτη ένδεια ή αυτοθυσιάζονταν για να βοηθήσουν τους καταχρεωμένους συγγενείς τους.
Οι δικαιολογίες προσφέρονται απλόχερα στο παρακάτω απόσπασμα «Η σκλαβιά σε ξυπνάει, σε κάνει πονηρό. Τι είναι το κατιτίς το παραπανήσιο που παίρνω από τούτους δω τους διαβόλους, μπροστά σε κείνο που μου τρώει το τουρκικό κράτος; Είδες ποτέ σου το Σελήμ εφέντη, το συνέταιρο μου; Δεν τον είδες κι ούτε θα τόνε δεις. Κι όμως μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει με αρπάζει τα μισά κέρδη!».
Σύντομα η συγγραφέας προχωρά στην συλλογική αποκατάσταση των Ελλήνων της Σμύρνης «Αργότερα γνώρισα εμπόρους τρανούς, που δεν καταδεχότανε να κάνουνε τις μικροκατεργαριές του Χατζηστευρή», εξυμνώντας το μεγαλέμπορο Σεϊτάνογλου, στο μαγαζί του οποίου «μπαινοβγαίνανε πραγματικοί τσελεμπήδες απ’ αυτουνούς που κρατούσανε στα χέρια τους τον πλούτο της Ανατολής».
Εξυπακούεται ότι η Σμύρνη «είναι Ελληνική». «Οι άνθρωποι στη Σμύρνη μιλούσανε όλοι ελληνικά, ακόμα κι οι Τούρκοι κι οι Λεβαντίνοι κι οι Οβραίοι κι οι Αρμεναίοι». Εδώ θα στηθεί το σκηνικό και των πρώτων εξιστορημένων πατριωτικών πράξεων από τη Δ. Σωτηρίου, μεταμορφώνοντας κοινούς εγκληματίες και λαθρέμπορους σε Ρομπέν των Δασών, παράμετρο που δε την συναντάμε στο βιβλίο του Μ. Αξιώτη ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ.
Η αριστερή εθνικοαπελευθερωτική γραφίδα θα ξεπλύνει στην κολυμπήθρα του εθνικισμού έναν εγκληματία, που θα εκμεταλλευτεί και τον διωκόμενο για να βγάλει κέρδος. Το παρατσούκλι του λαθρέμπορου Γιαννακού ήταν «το κακό σκυλί. Είχε καθαρίσει, σου λέει, κάμποσους και το ‘χε καύχημα» . Δια στόματος της ανύπαντρης αδελφής του, της κοκόνας Μαργίτσας, η συγγραφέας θα γνωρίσει στους αναγνώστες τη συνειδησιακή μάχη του φονιά-λαθρέμπορου: «Όταν χαλνάει Τούρκο (γιατί χριστιανό ποτέ δεν πείραξε) παγαίνει στον Αι-Βούκολα, ανάφτει λαμπάδα του μπογιού του, γονατίζει και λέει στο θεό: Πάτερ μου, γιατί να κριματίζουμαι; Δε σώνονται οι καταραμένοι. Ρίξε ελόγου σου φωτιά και καφ’ τους». Και παρακάτω: «Μέσα στις πατριωτικές πράξεις του ο μπαρμπα-Γιαννακός λογάριαζε και το κοντραμπάντο. Δε δίσταζε να τσουβαλιάσει και να καθαρίσει κολτζή (τελωνοφύλακα) στην ίδια την προκυμαία της Σμύρνης, για να ξεφορτώσει ήσυχο. (…) Σ’ αυτόν τρέχανε οι κυνηγημένοι χριστιανοί να τους περάσει στο Εγγλεζονήσι, στη Σάμο, στη Χίο, στη Μυτιλήνη είτε στα Δωδεκάνησα. Από τους πλούσιους ζήταγε μεγάλη πληρωμή, μα για άνθρωπο αναγκεμένο μπορούσε να θαλασσοπνιγεί δίχως κανένα διάφορο. Όποιος εξασφάλιζε την προστασία του Λουλουδιά, ήτανε σίγουρος πως ποτέ δε θα έπεφτε σε χέρι ζαπτιέ.
Η ανάλυση όμως της Δ. Σωτηρίου αρχίζει να προαναγγέλλει τις τεράστιες αντιθέσεις που συγκλονίζουν το «Μεγάλο Ασθενή», κρύβονται ή τροφοδοτούν τις εθνικές συγκρούσεις. «Ο καβγάς είναι τώρα με τους ξένους, τους λεβαντίνους. Καρφί ‘ναι στο μάτι των εδικών μας. Χρυσές κουτάλες, γιε μου, οι διομολόγησες. Ρουφάνε οι βδέλλες τα’ Ευρώπης απευθείας το αίμα τση Τουρκίας. Ήτανε απ’ τσι μακρινές χώρες τους και ηκαθίσανε στο στήθος μας. Έμπυο, σου λέω, κουκούδι, π’ ανάθεμα τους! Να μου το θυμάσαι , απ’ αυτουνούς θα το βρούμε, όχι απ’ τον Τούρκο». Ο Έλληνας αστός, διάδοχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τα ιστορικά δίκαια υπό μάλης και έτοιμος να κυριαρχήσει στον Τούρκο με την αναγνωρισμένη από τον ίδιο εξυπνάδα του, νιώθει να απειλείται από τους ξένους ανταγωνιστές, που θα στρέψουν ενάντιά του τον καλοκάγαθο συντοπίτη του.
Για να δώσουμε ένα μέτρο σύγκρισης του τι διακυβευόταν και μια διάσταση του μεγέθους-ρόλου της ελληνικής αστικής τάξης, θα χρησιμοποιήσουμε το βιβλίο ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ. ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ που αναφέρεται στην αυτοβιογραφία του Γ. Ζαρίφη, τραπεζίτη-δανειστή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο εν λόγω έργο αποκαλύπτεται ότι «Δεν είναι καθόλου υπερβολή αν πούμε πως οι κυριότερες επιχειρήσεις της Πόλης είναι δημιουργήματα του. Παραβλέποντας τις τράπεζες, τους τροχιοδρόμους και τα μεταλλεία που χρεωστάνε τη ζωή τους σ’ αυτόν, θ’ αναφέρω τα δύο κυριότερα έργα του: το Οθωμανικό Χρέος και το Μονοπώλιο των Καπνών».
Ο Γ. Ζαρίφης δάνειζε τεράστια ποσά στον Σουλτάνο και για αντάλλαγμα έπαιρνε εγγυήσεις «τα δέκατα μιας επαρχίας, ο φόρος των προβάτων, των ψαριών, των αλυκών, οι εισπράξεις της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Μαχσουσέ ή απλώς τραβηχτικές επάνω σε τελωνεία». Επειδή όμως με τον καιρό μαζεύτηκε ένα βουνό από εγγυήσεις που ήταν δύσκολο να διαχειριστεί μια ιδιωτική εταιρεία σκέφτηκε τη δημιουργία μιας Διεθνούς εταιρείας «που θα αναλάμβανε από τη μια μεριά όλο το τουρκικό χρέος κι απ’ την άλλη την καλή διαχείρισης και είσπραξη όλων των παραχωρηθέντων αντισταθμισμάτων». Έτσι δημιουργήθηκε ο οργανισμός Οθωμανικό Αυτοκρατορικό Χρέος (που αργότερα ονομάστηκε Οθωμανικό Δημόσιο Χρέος), με παράρτημα τη Διαχείριση των Παραχωρηθέντων Έμμεσων φόρων και απαραίτητο συμπλήρωμα την “Regie Cointeressee des Tabacs de l’ Empire Ottoman”, που ανέλαβε το μονοπώλιο των καπνών.
Παράλληλα, ο Γ. Ζαρίφης επικεφαλής ομάδας Ελλήνων τραπεζιτών καταφέρνει να αποσπάσει από τον Σουλτάνο (10/22 Νοεμβρίου 1879) «ιραδέ» που παραχωρεί τη δυνατότητα ίδρυσης εταιρείας στην οποία παραχωρούνται για μια δεκαετία οι εισπράξεις χαρτοσήμων, αλιείας, μετάξης, προβάτων και η εκμετάλλευση δύο μονοπωλίων καπνού και άλατος. Οι Ευρωπαίοι ανταγωνιστές σοκαρισμένοι από τις ελληνικές «διομολογήσεις», απαιτούν επαναδιαπραγμάτευση και καταλήγουν στην έκδοση του Διατάγματος του Μουχαρέμ (1881) για τη συνολική διεθνή ρύθμιση των χρεών. Η νίκη των Κεμαλιστών και η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) ανέτρεψαν όλες αυτές τις αποικιακές συμβάσεις.
Επιστρέφουμε στα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ και συγκεκριμένα όταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ξεσπούν. Ποια Πατρίδα να υπερασπίσεις; Η Δ. Σωτηρίου απαντά χωρίς ενδοιασμούς. Η προδοσία της Οθωμανικής πατρίδας είναι ιερή πράξη, πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται από την κατάταξη στον στρατό του εχθρού και έχει την αναγνώριση των κεφαλών της κοινότητας. «Στον πόλεμο του 12 επιστρατευτήκανε απ’ τον Τούρκο (και όχι τον Οθωμανό) τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, ο Πανάγος και ο Μιχάλης. Ο Μιχάλης όμως κατάφερε να λιποταχτήσει. Πέρασε στην Ελλάδα και πήγε εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Άγια δουλειά έκανε, είπε ο πατέρας. Και οι παπάδες, οι δάσκαλοι και οι δημογερόντοι το σχολιάζανε κρυφά, σαν ένα παράδειγμα που άξιζε να βρει μιμητές».
Όμως ο εθνικισμός του ενός ξυπνά τον εθνικισμό του Άλλου. «Προαιώνιοι λυτρωτικοί πόθοι ξυπνούσανε στις ψυχές των ραγιάδων. Μα και το κίνημα των Νεότουρκων φούντωνε και αυτό. Όπως φωνάζανε για την Κρήτη, φωνάζανε τώρα και για τη Μακεδονία, Μπιζίμ Μακεντόνια. Και το θέμα αυτό ηλέκτριζε κι εμάς κι αυτούς. Ξύπνα, χαϊβάνι λέγανε οι Νεότουρκοι στο λαό τους. Μα το χαϊβάνι δεν ξυπνούσε με διαταγές. Φόνοι και διωγμοί χριστιανών αρχίσανε δω κι εκεί».
Οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες είναι μια επιπλέον συνιστώσα στο μαχητικό εθνικιστικό μπλοκ που συγκροτούν «Εφέδες, δερβίσηδες, μπέηδες, μαζί με μουατζίρηδες που φτάσανε διωγμένοι από την Ελλάδα, πασχίζανε όλοι μαζί να φανατίσουνε τον αγαθό λαό και να τον στρέψουν ενάντια μας».
Ο ξένος δάκτυλος καταγγέλλεται «Οι Τούρκοι παράγιναν μουφλουζήδες. Τους τρώνε τ’ αφτιά ένα σωρό πράκτορες Γερμανοί, Ταλιάνοι, Φράγκοι. Στο Μπεϋρούτ αντάμωσα το Νουρήμπεη και μου ‘δωσε ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε στη Μέση Ανατολή. (…) Αν πεινούμε και υποφέρουμε μεις οι Τούρκοι – έγραφε το φυλλάδιο - αιτία είναι οι γκιαούρηδες που στα χέρια τους κρατούνε τον πλούτο μας και το εμπόριο μας. Ως πότε όμως θ’ ανεχόμαστε την εκμετάλλευση και τις προκλήσεις τους; Μποϋκοτάρετε τα προϊόντα τους. Σταματήστε κάθε δοσοληψία μαζί τους. Τι τη θέλετε τη φιλία τους; Ποιο τα’ όφελος να συναδελφώνεσθε και να τους προσφέρετε με τόση ειλικρίνεια την αγάπη και τον πλούτο μας…»
Σίγουρα η Δ. Σωτηρίου επιχειρεί να περάσει το αντιιμπεριαλιστικό της μήνυμα, εστιάζοντάς το στις δολοπλοκίες των δυτικοευρωπαίων καπιταλιστών, απευθυνόμενη σε ένα κοινό που είναι σημαδεμένο από τη γερμανική κατοχή, τις αμερικανοβρετανικές ίντριγκες και την αιματηρή κατάπνιξη του εαμικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Εκδότης του προπαγανδιστικού φυλλαδίου που εξάπτει τα εθνικιστικά μίση, ήταν «Η Ντόυτσε Παλαιστίνιεν Μπάνκ! Μάλιστα, η Γερμανική Τράπεζα της Παλαιστίνης το κυκλοφόρησε.(…) ένας λαός, που έμαθε να ζει αδελφικά πλάι σ’ έναν άλλον, χρειάζεται γερές δόσεις μίσους για ν’ αλλάξει αισθήματα. Οι απλοί Τούρκοι, που ζούσανε μακριά απ’ το φαρμάκι της προπαγάνδας, χρόνια συνεχίσανε αδέλφια να μας ανεβάζουνε κι αδέλφια να μας κατεβάζουνε. Το αλισβερίσι δυσκόλεψε, όμως οι Έλληνες εμπόροι, εργοστασιάρχες, χτηματίες, επιστήμονες εξακολουθούσανε να κρατάνε στα χέρια τους τη ζωή του τόπου»
Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ γράφονται σε μια εποχή που τα ελληνικά εθνικιστικά συναισθήματα δονούνται από τις εξελίξεις στο Κυπριακό και τον ανεκπλήρωτο στόχο της «Ένωσης». Και πάλι η πατριωτική ανάγνωση της πραγματικότητας γίνεται με όρους ξένου δάκτυλου (χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζετε ο ρόλος του ξένου παράγοντα), ενώ οι αδελφικές σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων ανατρέπονται όταν η τουρκική μεριά δεν αναγνωρίζει τα ελληνικά ιστορικά εθνικά δίκαια.
Όμως, οι ομοιότητες του περιεχομένου του φυλλαδίου με το «Ολοκαύτωμα» μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η συγγραφέας επιχείρησε μια επικίνδυνη ιστορική ακροβασία, καθώς προσπάθησε να συγκρίνει το δαιμονοποιημένο εβραϊκό πληθυσμό του Τρίτου Ράιχ με τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Α΄Παγκόσμιος πόλεμος ξεσπά και η Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμά στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Στο κεφάλαιο ΑΜΕΛΕ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ η αμηχανία της Δ. Σωτηρίου είναι έκδηλη και οι αποσιωπήσεις ολοφάνερες. Ο τελάλης διαλαλεί «ούλοι οι Οθωμανοί υπήκοοι από είκοσι δύο ίσαμε σαράντα πάνε στρατιώτες!». Όμως «Το Τουρκικό γκουβέρνο δεν είχε μπιστοσύνη – σου λέει στους χριστιανούς. Τους στράτευε όλους, μα όπλο δεν τους έδινε, μ’ ούδε στολή. Σκάρωνε επί τούτο κάτι Τάγματα που τα βάφτισε Αμελέ Ταμπουρού (Τάγματα Εργασίας) μα πιο σωστό θε να’ τανε να τα πει Τάγματα Θανάτου».
Βέβαια οι κακουχίες δεν λογαριάζουν εθνικότητα για τον επιστρατευμένο νεολαίο στον Οθωμανικό στρατό, όπου η αποστολή στο μέτωπο σήμαινε συνήθως βέβαιο θάνατο και η έλλειψη σεβασμού στην ζωή, στην υγεία και στην αξιοπρέπεια των στρατευμένων είναι κοινό γνώρισμα, απόρροια της ανοργανωσιάς και της κατάρρευσης της αυτοκρατορίας, σε μια εποχή που οι μαζικοί στρατοί επιστρατευμένων χωρικών ρίχνονταν στο σφαγείο των χαρακωμάτων. Επιπλέον, η συγγραφέας επιλέγει να θίξει τη μια πλευρά των Ταγμάτων Εργασίας, την ας πούμε επιθετική, παρουσιάζοντας τα ως μέσα εξόντωσης της χριστιανικής νεολαίας. Υποβαθμίζει ότι ταυτόχρονα ο τουρκικός στρατός αντιμετωπίζει το φόβο αυτομόλησης των χριστιανών ένστολων, κάτι που συνέβη κατά κόρον στους Βαλκανικούς Πολέμους. Όμως τώρα, οι Γερμανοί εκπαιδευτές και ουσιαστικοί διοικητές του οθωμανικού στρατού, με την γνωστή οργάνωση τους, πήραν τα μέτρα τους…
Από την άλλη μεριά, η Δ. Σωτηρίου θα καταδείξει τον ψευδεπίγραφο εθνικισμό του Έλληνα αστού που κομπορρημονεί εκ του ασφαλούς. «Παρά να στρέψουμε τα όπλα εναντίον των φίλων μας της Αντάντ, καλύτερα έτσι στα Τάγματα, είπε ένας Σμυρνιός έμπορας που βρέθηκε ένα βράδυ για δουλειές στο χωριό μας.(…) Καλύτερα για σένανε, κυρ Αντωνάκη Μιχελή, όχι για μας, του αποκρίθηκε ο μπαρμπα-Στασινός που είχε μαζί του το θάρρος. Εσύ τα βόλεψες μια χαρά κι έβαλες σε γερμανική εταιρία τον ένα για σου και τον άλλον στους σιδηροδρόμους και τον τρίτον, όπως μαθαίνω, τον έγραψες για παπά».
Και πάλι οι πλούσιοι Έλληνες αστοί θα συνεργαστούν με τους μπέηδες και θα κάνουν χρυσές δουλειές. Όμως πλέον οι Γερμανοί έχουν το πρόσταγμα. Ο Λίμαν φον Στάντερς «ήταν σταλμένος με το ψυχρό σχέδιο να μας εξοντώσει για να μας αρπάξει το χρυσόμαλλο δέρας. Στην ουσία η Τουρκία ήταν τώρα μια γερμανική αποικία».
Οι χριστιανικοί πληθυσμοί που κατοικούν στα παράλια της Μικράς Ασίας λογίζονται ως εσωτερικός εχθρός. «Τ’ άρχισαν οι Λίμαν φον Στάντερς και τα ξεκεφάλωσαν οι φίλοι και οι προστάτες μάς της Αντάντ! Πρόβες θηριωδίας είχανε γίνει πριν κηρυχθεί ο πόλεμος του 14, στις Φώκιες, στ’ Αιβαλί κι αλλού. Μα έτσι και βγήκε η Τουρκία στο πλευρό της Γερμανίας, άρχισε συστηματικό ξεκλήρισμα του ελληνικού στοιχείου που κατοικούσε στα παράλια. Διαταγή είχε δοθεί, μέσα σε ώρες οι χριστιανοί να ξεσηκώνονται, να παίρνουν τις οικογένειες τους και να πορεύονται για το εσωτερικό της Τουρκίας. Ρουθούνι ρωμαίικο δεν έπρεπε να μείνει στα παράλια!».
Ο λόγος κατά τη συγγραφέα; «Φταίτε! Γιατί όταν νικάει η Αντάντ γελούν τα μάτια σας!». Νομίζω ότι μπορούμε να θέσουμε κατά μέρος τις επιφανειακές και μονόπλευρες, κατά τη γνώμη μας, προσεγγίσεις και να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στα βαθύτερα αίτια. Ας προστρέξουμε στο βιβλίο του Γ. Βεντήρη Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1910-1920, θα διαπιστώσουμε ότι τα αίτια των δεινών των Μικρασιατικών πληθυσμών προηγούνται της έναρξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης, πολιτικές εθνοκάθαρσης συναντούμε ταυτόχρονα και σε επόμενες ιστορικές περιόδους, σε όλα τα βαλκανικά κράτη. Τέλος μετακινήσεις πληθυσμών και έκτακτα μέτρα, μεταξύ άλλων εγκλεισμού σε Στρατόπεδα Αιχμαλώτων, για λόγους Εθνικής Ασφάλειας, διαπιστώνουμε και στις ΗΠΑ (εναντίον των υπηκόων τους ιαπωνικής και γερμανικής καταγωγής στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), αλλά ακόμη και στην σημερινή Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικά τα σενάρια πολεμικής ελληνοτουρκικής αναμέτρησης που συμπεριλαμβάνονται στην πανελλαδική άσκηση ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΑΣ, όπου αντιμετωπίζουν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς ως «εσωτερικό εχθρό» και προβλέπουν τη βίαιη μετακίνηση και φυλάκιση του, μακριά από τα πεδία των συγκρούσεων.
Ας επιστρέψουμε όμως στα 1914, μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων και ας θυμηθούμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ παραχωρούσε τις ευρωπαϊκές κτήσεις και ορισμένα νησιά, δε δεχόταν με κανένα τρόπο την αφαίρεση των νησιών του Βορειανατολικού Αιγαίου. «Αι νήσοι του Αιγαίου έφεραν βιαίως και οξύτατα εις το μέσον το μικρασιατικό ζήτημα. Οι Τούρκοι τας χαρακτήριζαν αδιαίρετον τμήμα της Μικρασίας. Χάριν αυτών η επίσημος οθωμανική κυβέρνησις προέβη εις τους ωργανωμένους ανθελληνικούς διωγμούς. Την 14ην Μαΐου 1914, Ο Υπουργός των Εσωτερικών και αρχηγός των Νεότουρκων Ταλάατ βέης έγραφεν εις τον βαλήν Σμύρνης Ραχμή:
Επείγουσα πολιτική ανάγκη επιβάλλει όπως οι Έλληνες, οι κατοικούντες τας ακτάς της Μικρασίας, εξαναγκασθούν να εκκενώσουν τας εστίας των δια να εγκατασταθούν εις τα βιλαέτια Ερζερούμ και Χαλδαίας.
Εάν αρνηθούν ν’ αποχωρήσουν εις τα αναφερόμενα μέρη, ευαρεστηθήτε να δώσετε προφορικάς οδηγίας προς τους Μουσουλμάνους αδελφούς μας δια να υποχρεώσουν τους Έλληνας να εκπατρισθούν οικειοθελώς. Οι Μουσουλμάνοι δύνανται να μεταχειρισθούν προς τούτο παντός είδους έκτροπα.
Τι επηκολούθησε ανεφέρθη ήδη.
Η έκρηξις του πανευρωπαϊκού πολέμου επεδείνωσε την κατάστασιν και παρουσίασε την απειλήν της αμέσου εξοντώσεως του μικρασιατικού Ελληνισμού».
Η προσπάθεια μας δεν αποσκοπεί στο να μειώσει τις συνέπειες της πολιτικής των Νεότουρκων που η πραγματική τους επιδίωξη ήταν η συγκρότηση ενός ομογενούς τουρκικού έθνους, μέσω του εκτουρκισμού των μειονοτικών εθνικών ομάδων. Επιδίωξη μας είναι η προβολή των αλληλοσυγκρουόμενων επιδιώξεων, θυμούμενοι πάντα ότι το δέλεαρ της Μικράς Ασίας προσφερόταν στο Βενιζέλο από την Αγγλία για να πολεμήσει η Ελλάδα στο πλευρό της Αντάντ και πιο συγκεκριμένα να συμμετέχει στην εκστρατεία της Καλλίπολης.
Το τηλεγράφημα του υπουργού των Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Γκρεϋ (αριθμός 361 και χρονολογίαν 11/24 Ιανουαρίου 1915) αναφέρει:
«Εάν η Ελλάς ταχθή μετά της Σερβίας ως σύμμαχος αυτής και μετάσχη του πολέμου, ηξεύρω ότι η Γαλλία και η Ρωσία θα αναγνωρίσουν αμφότεραι ευχαρίστως προς την Ελλάδα εδαφικάς παραχωρήσεις πολύ σπουδαίας επί της παραλίας της Μικράς Ασίας. Αν ο κ. Βενιζέλος επιθυμεί τελικήν συνεννόησιν υπό τους όρους τούτους, θα ώφειλεν άνευ βραδύτητος να ανακοινώση τούτο εις τας κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας, είμαι δε βέβαιος ότι πάσα εκ μέρους του γενησομένη πρότασις θα ήτο δεκτή. Κατά τον ευμενέστερον τρόπον».
Παράλληλα, στην ανακοίνωση του συμβούλου της αγγλικής πρεσβείας Πετρούπολης προς τον Ίωνα Δραγούμη και στην απάντηση Βενιζέλου (13/26 Ιανουαρίου 1915, αριθμός 1670) διαβάζουμε:
«Ταυτοχρόνως η Αγγλία, δι’ εμμέσου οδού, εζήτει την γνώμην της Ελλάδος δια την τύχην της Κωσταντινουπόλεως και των Στενών».
Υπάρχει βεβαίως και ο γερμανικός παράγοντας, με τα μακροπρόθεσμα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά και την άμεση στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή. Όσο και αν οι δικαιολογίες του πρέπει να σταθμιστούν, είναι βέβαιο ότι ο χειρισμός των υποθέσεων λογίζεται ως βάρβαρος. «Το θέρος του 1915 ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ηναγκάσθη να διαμαρτυρηθή προς την Γερμανίαν, διότι ο Γερμανός εν Τουρκία στρατάρχης Λίμαν φον Σάνδερς είπε προς τον Έλληνα δήμαρχον Αδραμυτίου:
Όλοι οι Έλληνες πρέπει να πεταχθούν στη θάλασσα».
Το γιατί αποκαλύπτει χωρίς διπλωματική πραότητα ο υπουργός εξωτερικών του Καϊζερ στον Έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο, Ν. Θεοτόκη:
«Μη λησμονήτε όμως ότι οι Έλληνες της Τουρκίας έχουν καταληφθή από αληθή μανίαν προδοσίας εναντίον των Τούρκων και προς όφελος των εχθρών της, δηλαδή της Συνεννοήσεως».
Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, θα συνεχίσουμε την ανάγνωση του έργου της Δ, Σωτηρίου, για να φτάσουμε στο απόσπασμα από τη σελίδα 91-97, όπου περιγράφεται το φαινόμενο της λιποταξίας ως μια πράξη απελπισίας. Καταγράφονται οι μηχανισμοί και πλουτισμού που στήθηκαν σε όλα τα επίπεδα της κρατικής εξουσίας και το εμπόριο ελπίδας. Επίσης τους τρόπους που το Οθωμανικό κράτος χρησιμοποίησε, για να στρέψει τους μουσουλμάνους φυγάδες εναντίον των χριστιανών τάζοντας χάρη για την σύλληψη του άπιστου φυγά.
Παράλληλα η σύγκρουση μεταξύ των κοινοτήτων αυξάνεται και τον τόνο δίνουν Νεότουρκοι μουλάδες και άλλοι σαρικοφόροι, αλλά και οι προσφυγικοί μουσουλμανικοί πληθυσμοί από τις περιοχές που έχει απολέσει η Αυτοκρατορία. Όμως και οι ντόπιοι μουσουλμάνοι «βάλανε στη μέση το συμφέρον. Άμα ξεκάνουμε τους γκιαούρηδες - σου λένε- τη γη κι ούλα τα καλά και τα’ αγαθά τους, εμείς θε να τα πάρουμε».
Επίσης, στο απόσπασμα των σελίδων 97-106 περιγράφεται η ανταρτομάδα του λεβέντη Στρατή του ξένου, που βγαίνει στο βουνό τη μέρα του γάμου του για να εκδικηθεί, τρομοκρατεί τα τουρκικά αποσπάσματα και πεθαίνει ηρωικά, αποσπώντας το θαυμασμό του επικεφαλής Τούρκου αξιωματικού. Αντίστοιχη αναφορά δε συναντάμε στο βιβλίο ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ.
Συμβολή στην στήριξη των λιποτακτών αναλαμβάνει σύμφωνα με τη συγγραφέα και ο Μ. Αξιώτης. Η μητέρα του υποπτεύεται ότι ο φίλος του ο Σεφκιέτ «είχε μυριστεί πως τρεχοβολούσα εδώ και κει κι ανακατευόμουν σε μυστικές οργανώσεις, που τάξανε σκοπό τους να εφοδιάζουνε με όπλα τους κατσάκηδες στα βουνά». Τέλος, βάζει το Μ. Αξιώτη να παραδέχεται ότι «Είχα γίνει τροφοδότης μιανής ομάδας» , κάτι που δεν επαναλαμβάνεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του ίδιου του πρωταγωνιστή μας.
Στο κεφάλαιο που γίνεται η περιγραφή της ζωής στα Τάγματα Εργασίας (σ. 109-138) η Δ. Σωτηρίου περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο την καθημερινότητα των σκλάβων χριστιανών στρατιωτών. Σκληρές συνθήκες, βασανιστήρια, εξευτελισμοί, ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής ως αιτία εξάπλωσης ασθενειών και μαζικών απωλειών. Φωτεινή εξαίρεση ο ανθρωπιστής και φιλόπατρις Οθωμανός αρχίατρος που παρεμβαίνει αποφασιστικά. «Το’ καμα για την πατρίδα μου. Τι σόι έθνος θα γενούμε σα μάθουμε τους πολίτες και τους στρατιώτες μας να’ ναι κτήνη».
Ταυτόχρονα η Δ.Σωτηρίου προχωρά σε μια γενικόλογη καταγγελία του πολέμου «Ο πόλεμος ανοίγει βάραθρα στις ψυχές και στα έθνη». Ας μην ξεχνούμε ότι την εποχή που γράφεται το βιβλίο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται και ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη.
Ακολουθώντας τη διήγηση διαπιστώνουμε ότι πλέον σε όλη την αυτοκρατορία κυριαρχεί το μίσος και η αναρχία. Οι ισορροπίες έχουν ανατραπεί και κυριαρχεί η ανασφάλεια. Μετά από άδεια «κανένας φαντάρος, Τούρκος, Ρωμιός, Αρμένης ή Οβραίος δεν εννοούσε να γυρίσει με τη θέληση του στη βάση του. Η Τουρκία είχε πάψει να’ ναι κράτος. Την κυβερνούσανε καιροσκόποι, ρουσφετολόγοι, κλέφτες και σπεκουλάντες».
Η λιποταξία θα ηρωοποιηθεί από την συγγραφέα «η λιποταξία ήταν ένας πόλεμος στον πόλεμο. Θέλανε οι άνθρωποι να ξεκόψουνε απ’ το μπουλούκι που βάδιζε στο χαμό, ν’ αναλάβουνε μονάχοι την ευθύνη για τα’ άτομο τους».
Ακόμη και στις δύσκολες αυτές συνθήκες ο έρωτας θα βρει τον τρόπο να τρυπώσει στη ζωές των νέων ανθρώπων και να τις φωτίσει. Όμως η Δ. Σωτηρίου θα φανεί ξανά σκληρή και αφοριστική αφού πρόκειται για έναν εθνικά και θρησκευτικά, αντισυμβατικό έρωτα. Ο Αξιώτης θα ερωτευτεί την Ενταβιέ, την 17χρονη κόρη μιας τουρκικής οικογένειας, όπου ο ίδιος είχε αποσπαστεί ως εργάτης από τα Τάγματα Εργασίας. Η «ευθύνη» για τον «παράνομο δεσμό» επιρρίπτεται αποκλειστικά στην προκλητική Τουρκάλα, ο δε Αξιώτης αισθάνεται ότι «μόλυνε την ψυχή του με την πιο αντιχριστιανική πράξη καθώς το κορμί τούτης της κοπέλας συμβόλιζε τον προαιώνιο εχτρό μας» ’Νιώθει, μάλιστα την παρόρμηση να την πνίξει στο ποτάμι, αρκείται όμως σ’ ένα απλό κήρυγμα.
Σοκάρει η αντιδραστικότητα των απόψεων της συγγραφέως που είναι γνωστή η πολιτική ταυτότητα και οι απόψεις της, αλλά κυρίως, όπως θα εκθέσουμε παρακάτω, η γνώση των πραγματικών γεγονότων και του πόσο καθοριστικός ήταν αυτός ο έρωτας για το Μ. Αξιώτη.
Συγκλονιστική η περιγραφή της σφαγής των Αρμενίων. Ενός εγκλήματος που εκτελέστηκε βασικά από ατάκτους, αλλά με σχέδιο και συνεχή αρωγή των επίσημων διοικητικών, αστυνομικών και στρατιωτικών αρχών. Για μια ακόμη φορά η Δ. Σωτηρίου θα δει ενιαία το δράμα των χριστιανικών πληθυσμών και μάλιστα από την οπτική του ξένου παράγοντα «Υπεύθυνοι δεν είναι μονάχα οι Τούρκοι. Οι συμπαγείς χριστιανικοί πληθυσμοί, που κρατούσανε στα χέρια τους τον πλούτο και τα κλειδιά της Ανατολής, έπρεπε να φύγουν από τη μέση, γιατί ‘τανε εμπόδιο για το γερμανικό επεκτατισμό κι αργότερα για τους κεφαλαιούχους που στεκόντανε πίσω από την Αντάντ. Πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή, που ξεκινούσε απ’ τη Βαγδάτη και τη Μοσούλη κι έφτανε ίσαμε το λιμάνι της Σμύρνης, διασχίζοντας τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής και τα μυθικά πλούτη της Μικρασίας, εκεί πάνω κυλούσαν τα πιο άτιμα και πανούργα όνειρα της οικονομικής κυριαρχίας των ξένων μονοπωλίων. Η ιστορία για το χρυσόμαλλο δέρας συνεχιζότανε…
Πρόκειται οπωσδήποτε για μια εθνικιστική, άρα υπερταξική και επί της ουσίας αστική ανάγνωση της ιστορικής κίνησης, με αδιαμφισβήτητα εθνικά δίκαια και υπεραπλουστεύσεις που αποκρύπτουν ταξικούς και ενδοταξικούς ανταγωνισμούς (π.χ. την σύγκρουση Ελληνικών - Αρμένικων αστικών συμφερόντων) και θέτουν στο πεδίο της σύγκρουσης μικρών και μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων τα κατοχυρωμένα από την ιστορία δικαιώματα. Γιατί το χρυσόμαλλο δέρας έπρεπε να ανήκει στους Έλληνες ή άντε στους χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Δικά τους σφάλματα δεν υπήρξαν; Αυτοί δεν συμμάχησαν με εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απειλώντας την ακεραιότητα της; Κάτι έχει να μας πει για όλα αυτά ο Μ. Αξιώτης.
Τελικά ο Μ. Αξιώτης θα αρνηθεί τον έρωτα της Ενταβιέ, παρόλο που η ίδια είναι έτοιμη να αρνηθεί θρησκεία και οικογένεια για χάρη του. Ο ίδιος απολογείται λέγοντας «μου μιλούσες την αληθινή γλώσσα της αγάπης, αμ πως μπορούσα να σε καταλάβω μέσα στο γιαγκίνι του μίσους, που άναφτε κάθε στιγμή ο πόλεμος;».
Η περιπετειώδης επιστροφή του στον Κιρκιντζέ είναι γεμάτη από ακραίες καταστάσεις και στιγμιότυπα ανθρώπινου μεγαλείου και μικροψυχίας. Τελικά τον ξανασυλλαμβάνουν και τον στέλνουν αιχμάλωτο σε ένα στρατόπεδο στην Πάνορμο. Όμως έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση: «Είχανε καταλάβει πως η Τουρκία έχασε τον πόλεμο κι όπου προφτάσει προφτάσει ν’ αρπάξουνε. Όποιος είχε λεφτά αγόραζε και βεζίρη, που λέει ο λόγος, να του λουστράρει τα παπούτσια. Ούτε πατρίδα ούτε τιμή στιμέρνανε».
Την ίδια περίοδο πραγματοποιείται ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Η Οκτωβριανή Επανάσταση των Μπολσεβίκων γίνεται αιτία να σταματήσει ο πόλεμος για τη Ρωσία και στέλνει σαν κεραυνό το απελευθερωτικό και ειρηνικό της μήνυμα σε όλα τα σφαγιαζόμενα νιάτα. «Άκουσα Ρώσους αιχμαλώτους να μιλάνε για ένανε αρχηγό με μούσι, Λένι, κάπως έτσι τα’ όνομα του. Αυτός ήβγαλε το μεγάλο όρντινο να σταματήσει ο πόλεμος και τόντις σταμάτησε. Κι ήβγαλε, σου λέει, κι άλλο μεγάλο όρντινο να μην είναι πλούσιοι και φτωχοί και γένηκε και τούτο. Και μοίρασε τα τσιφλίκια. Και βγήκανε οι πριγκιπάτοι απ’ τα σεράγια και μπήκανε οι φουκαράδες σαν εσένα και σαν εμένα.
Ο Αχμέτ έσκασε στα γέλια. Τι λες, μπρε παραμυθά; Νε ντίορσουν. Γίνονται τούτα, ολούρμι; Αφήνει κειος που κατέχει το βιος να τα’ αρπάξει ο άλλος κι ας είναι και μουσάτος. Άιντε, ζεμβέκη!».
Αργότερα ο Μ. Αξιώτης θα οδηγηθεί στους στρατώνες Σελιμιέ, στην Πόλη. Εκεί θα ζήσει το τέλος του πολέμου, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται το πόσο αναλώσιμους θεωρούσαν τους στρατιώτες οι διοικητές του Οθωμανικού στρατού. Η Αυτοκρατορία ψυχορραγεί και οι υπήκοοί της αναμετριούνται με διλήμματα ακραία, βρίσκονται απέναντι σε πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις χωρίς κανένα κριτήριο και λογική συνέχεια. Ακόμη και οι τυραννισμένοι φαντάροι των Ταγμάτων Εργασίας, έγκλειστοι σε αυτά ακριβώς γιατί εκτιμούνταν ότι θα αυτομολούσαν στις δυνάμεις της Αντάντ, στέλνονται στο μέτωπο να υπερασπίσουν τους δυνάστες και φονιάδες τους. Οι έννοιες πατρίδα, προδοσία σχετικοποιούνται, απογυμνώνονται…
«Κρέας στα κανόνια» για την σωτηρία της καταρρέουσας αυτοκρατορίας. «Ήρθε διαταγή να σηκώσουν τη μεραρχία μας για την Αραπιά. Άσκημα πήγαιναν τα πράγματα για την Τουρκία. Το Επιτελείο έβγαλε φιρμάνι να πιάσουν όπλο οι χριστιανοί απ’ τ’ Αμπελέ Ταμπούρια και οι λιποτάκτες , οι κατάδικοι και κάθε γερός άντρας, ας ήταν και κακούργος απ’ τη φυλακή. Οι Εγγλέζοι είχανε αρχίσει επίθεση κι έπρεπε όπως όπως να τους κρατήσουνε». Ο ήρωας μας λιποτακτεί «προδίδοντας» την Οθωμανική «πατρίδα» για να γλυτώσει. Ο αδελφός του δε θα φανεί το ίδιο τυχερός «Το Γιώργη μας τόνε βρήκε βόλι εγγλέζικο στο Τσανάκ Καλέ!».
Την ίδια στιγμή που οι φτωχοί χριστιανοί και ιδιαίτερα τα στρατευμένα παιδιά τους βλέπουν την ζωή τους να παρασύρεται ως καρυδότσουφλο στα κύματα της ιστορίας, οι πλούσιοι αστοί της Πόλης «κάνουν δουλειές» με τον τουρκικό στρατό και αβγατίζουν τα πλούτη τους. «Που να δεις εσύ Ρωμιούς πλούσιους στην Πόλη, να σαστίσει το μυαλό σου. Κάμαρες το χρυσάφι! Αλλά , γι’ άκου: Περί πατριωτισμό τίποτες. Περί τσέπη τα πάντα! Να δεις εσύ τον Μπολάκη! Τροφοδόταρος του τουρκικού ασκεριού. Ξεχειλίζει το χρυσάφι απ’ τα μπατζάκια του! Μίδας, ο κερατάς!».
Ο πόλεμος γρήγορα θα τερματιστεί. Όλοι είναι χαρούμενοι και προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. «Οι Τούρκοι ήτανε κι αυτοί χαρούμενοι κι ας χάσανε τον πόλεμο. Οι εφημερίδες τους αλλάξανε χαβά. Εχθροί γενήκαν τώρα οι Γερμανοί. Προδότες οι Ταλάτ και Εμβέρ, που συνεργάστηκαν μαζί τους και σπρώξανε την Τουρκία στον όλεθρο. Φίλοι ανακηρυχθήκανε – ποιοι άλλοι; - οι Αγγλογάλλοι και ιδιαίτερα οι Αμερικάνοι». Νέοι πολιτικοί κάνουν αισθητή την παρουσία τους. «Τον λέγανε Μουσταφά Κεμάλ. Τέτοιο γιο είχε χρόνια και χρόνια να γεννήσει Τούρκισσα μάνα».
Στις 15 Μαΐου 1919 αποβιβάζεται στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός κατοχής. Είμαστε πλέον στο κεφάλαιο ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και διαπιστώνουμε ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί εξοπλίζονται με τον εγκαταλειμμένο τουρκικό οπλισμό. Ο τροχός γυρίζει. «Το αίμα κι ο τρόμος φέρνει τρόμο. Τα γυρίσματα σαν έρθουν ξαφνικά, φέρνουνε καινούργιες συμφορές».
Οι Τούρκοι φεύγουν φοβισμένοι από τους εξοπλισμένους χριστιανούς, όχι αναίτια, αν αναλογιστούμε ότι «μόλις μαθεύτηκε πως στη Σμύρνη ξεμπάρκαρε ο ελληνικός στρατός και τα πέντε γειτονικά τουρκοχώρια γίνηκαν στάχτη!» Το ρήγμα ανάμεσα στις δύο κοινότητες βαθαίνει και είναι αδύνατον να γεφυρωθεί. Οι χριστιανοί χάνουν «το νου τους» στη θέα του ελληνικού στρατού που τον θεωρούν απελευθερωτή «νομίσαμε πως ήμασταν η ευτυχισμένη γενιά των ραγιάδων που θα εισπράξει την πλερωμή για πέντε αιώνες αίμα και δάκρυ», καθώς «όλη τούτη η γης ήτανε τσιφλίκι των αρχαίων ημών προγόνων». Ταυτόχρονα στον προσδιορισμό της ταυτότητας τους κυρίαρχο στοιχείο είναι το εθνικό-Ελληνικό, υπερκεράζοντας το θρησκευτικό-ορθόδοξο.
Πάνω που οι δοκιμασμένοι από τον πόλεμο κάτοικοι της Μικρασίας ηρεμούν και αρχίζουν δειλά να σχεδιάζουν το μέλλον τους έρχεται το απροσδόκητο μαντάτο της επιστράτευσης (15) κλάσεων χριστιανών. Τα ερωτήματα προκύπτουν αβίαστα: «Ακόμη τα μέρη μας δεν έχουνε προσαρτηθεί στην Ελλάδα. Εμείς περνούμε για Οθωμανοί υπήκοοι. Πως γίνεται, λοιπόν, να μας πάρουνε στρατιώτες; Αν το καλεί η ανάγκη, θα πάμε, δε λέω. Όμως…».
Τα διλήμματα σκληρά: οι κορυφές της τοπικής κοινωνίας, παπάδες και δημογερόντοι προπαγανδίζουν την άρνηση της Οθωμανικής ταυτότητας. Για τους νέους που έχουν καλεστεί στα «ελληνικά όπλα» κάθε επιλογή δείχνει συνυφασμένη με το θάνατο: «Όποιος δεν παρουσιαστεί θα ‘χει βαριά ποινή.(…) Οι Τούρκοι όπου τσακώσουνε Μικρασιάτη στρατιώτη, τον κρεμνούνε απ’ τη γλώσσα. Με τα μας, σου λέει, δεν πιάνουνε οι νόμοι του στρατού γιατί είμαστε εθελοντές».
Για μια ακόμη φορά οι νέοι της Μικρασίας θα γίνουν πιόνια στα χέρια της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η οποία προκειμένου να εφαρμόσει τα κατακτητικά της σχέδια («να διώξουμε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά» ) προχωρά σε πολιτικούς ακροβατισμούς (παράνομη υποχρεωτική στρατολογία των χριστιανών νέων Οθωμανών), αφήνοντάς τους έκθετους στην εκδικητική μανία του στρατού του Κεμάλ, αλλά και απέναντι στις διεθνείς συνθήκες που καθορίζουν τους όρους των πολεμικών αναμετρήσεων.
Ένα από τα πιο δυνατά σημεία της διήγησης, αλλά και ένα περιστατικό που καθόρισε την προσωπικότητα του Μ. Αξιώτη είναι η σύλληψη, τα βασανιστήρια και η δολοφονία ενός συγγενή του ξακουστού τσέτη Κιόρ Μεμέτ. Ακολουθεί η συγκάλυψη «Στο μέλλον να είστε προσεκτικότεροι….Ούτε γάτα ούτε ζημιά! Στον πόλεμο δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις τη δολοφονία από την πατριωτική πράξη».
Η Αντίσταση στην προέλαση του ελληνικού στρατού θεριεύει. Οι θηριωδίες των τσετών και συγκεκριμένα του Γιουρούκ αλή, του θεριού, μένουν χαραγμένες στην μνήμη. Η απογοήτευση του Ελλήνων στρατιωτικών είναι έκδηλη καθώς συνειδητοποιούν ότι «Κι οι σκοτωμένοι τους τώρα θα μας πολεμούν!».
Τον Οχτώβρη του 1921 ο Μ. Αξιώτης παίρνει φύλλο πορείας για την πρώτη γραμμή, που από χώρος «δόξας των όπλων» έχει μετατραπεί σε τόπο τιμωρίας των ανεπιθυμήτων για το Λαϊκό Κόμμα. Ταυτόχρονα ενώ κυριαρχεί η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ βενιζελικών-αντιβενιζελικών, μια νέα πολιτική δύναμη εισβάλει στο προσκήνιο και διεξάγει με μεγάλους κινδύνους αντιπολεμική προπαγάνδα στο μέτωπο, η αριστερά.
Οι αριστεροί φαντάροι στο μέτωπο αποκαλύπτουν τις αντιθέσεις μεταξύ των νικητών του πολέμου για το μοίρασμα της λείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την αποστολή που αναθέσανε οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικανοί στο Βενιζέλο: «Τι λες , βαστούν τα κότσια της Ελλάδας ν’ αναλάβει την εντολή στη Μικρασία; Είχαν ανάγκη βλέπεις, κείνη τη στιγμή, είχαν ανάγκη, οι μπαγάσηδες, να τους καλύψει ο ελληνικός στρατός. Ο Βενιζέλος παραφουσκωμένος με μεγαλοϊδεατικά όνειρα, μας ξαμόλυσε στη Μικρασία και τρώμε το κεφάλι μας!».
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Δ. Σωτηρίου στο εν λόγω έργο δεν αναφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο στα ελληνικά επεκτατικά σχέδια και στους συγκεκριμένους δρόμους υλοποίησης των. Έτσι θα αφήσει έξω από ΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ τον Διχασμό και την σύγκρουση για την στάση της Ελλάδας στο ‘Α Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την Ουκρανική Εκστρατεία. Η επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας και της ιστορίας κινείται με βάση τα ιδεολογικά σχήματα της Αριστεράς περί «της Ελλάδας που ήταν είναι και θα είναι εξαρτημένη από τις Μεγάλες Δυνάμεις».
Ως αντίλογο θα χρησιμοποιήσουμε ένα απόσπασμα της συνομιλίας του Ν. Πλαστήρα με τον συνταγματάρχη Οθωναίο, λίγο πριν ο ελληνικός στρατός φύγει για την Ουκρανία «Οραματιζόμεθα και οι δύο μιαν μεγάλην και ευτυχή Πατρίδα, η οποία σύντομα θα αντικαταστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Εστηρίζαμε όλα αυτά αφ’ ενός μεν εις την πλήρη αποσύνθεσιν και διάλυσιν του τουρκικού κράτους, αφ’ ετέρου δε εις την υποστήριξιν των συμμάχων, προς τους οποίους η συμμετοχή μας εις την εκστρατεία της Ουκρανίας θα δημιουργήσει υποχρεώσεις δια τη θράκην και την Μικράν Ασίαν».
Η αλλαγή του διεθνούς κλίματος και των νέων επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων παρουσιάζεται μέσα από το διάλογο των φαντάρων: «Ο Φραντσέζος κλείνει συμφωνίες με τον Κεμάλ για ενενήντα χρόνια! Ο Εγγλέζος μας παζάρεψε για τα πετρέλαια της Μοσούλης. Οι απαιτήσεις των Τούρκων γίνονται πια περισσότερες ανεκτές. Στη Διάσκεψη του Λονδίνου «δεχτήκανε τον Μπεκίρ, σαν άσωτο υιό, που γυρίζει στους δικούς του, και τους Έλληνες τους δεχτήκανε σαν φτωχούς συγγενείς, που κοιτάς πώς να τους ξεφορτωθείς. Η Ιωνία, τους είπανε, και η Ανατολική Θράκη νομίζαμε πως είχανε καταφανή πλειοψηφία ελληνικού πληθυσμού, μα φαίνεται πως γελαστήκαμε! Πρέπει να επανεξεταστεί το ζήτημα. Να γίνουν νέες διεθνείς επιτροπές, επίσημες στατιστικές και γνωματεύσεις. Βρε, όταν γυρεύατε το αίμα μας, δεν ξέρατε τότες τη σύνθεση του λαού της Μικρασίας και της Θράκης».
Η Δ. Σωτηρίου χρησιμοποιεί τα ιστορικά διδάγματα για να διατρανώσει την αναγκαιότητα μιας ανεξάρτητης, αδέσμευτης Ελλάδας. Ένας αστός πολιτικός ηγέτης, κάποια χρόνια αργότερα, εγκολπώθηκε τα κυρίαρχα συνθήματα αυτής της πολιτικής αντίληψης: «Εθνική Ανεξαρτησία-Λαϊκή Κυριαρχία». Ποιο μπροστά, στα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ συμπεραίνεται «Αχ μωρέ, όταν νταραβερίζεσαι με μεγάλους, εσύ ο μικρός πρέπει να μην μπιστεύεσαι στιγμή. Τα συμφέροντα τους δεν ταιριάζουνε με τα δικά μας. Μας θέλουνε του χεριού τους».
Γιατί, «το ξένο κεφάλαιο κοιτάζει τα συμφέροντα του. Μην περιμένεις καρδιά και δικαιοσύνη από δαύτο. Οι εκπρόσωποι του κάθονται στα γραφεία τους στις Λόντρες, στα Παρίσια κι όπου αλλού, έχουν μπροστά τους χάρτες, κι όταν τους συμφέρει θυμούνται την αυτοδιάθεση των λαών, τις ελευθερίες και την ανεξαρτησία τους, κι όταν δεν τους συμφέρει πατούν μια κόκκινη μολυβιά και διαγράφουν χώρες και λαούς». Σκληρές αλήθειες που δεν εντάσσονται σε μια πιο βαθιά και ουσιαστική ανάλυση.
Και πάλι ο Ν. Πλαστήρας με την γνωστή μιλιταριστική του ιδεολογία μπορεί να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε την αδικία που νιώθει η Δ.Σωτηρίου και να έχουμε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν και χαράζουν πολιτική και συμμαχίες τα αστικά κράτη. Εκτιμώντας την σημασία της Ελλάδας στο παγκόσμιο μακελειό του 1914-18, έστω και στην τελευταία φάση, επισημαίνει: «Πρέπει όμως να ξέρετε ότι όπως σε κάθε εταιρεία μοιράζονται οι συνέταιροι τα κέρδη ανάλογα με τα κεφάλαια που διαθέτει ο καθένας, έτσι και κάθε χώρα που έλαβε μέρος στον πόλεμο αυτό θα πάρη μερίδιο ανάλογο με τη δύναμι που διέθετε και τας θυσίας που υπέστη».
Και η εκστρατεία της Αντάντ εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν μια επιχείρηση με χασούρα που κανείς δεν ήθελε να μοιραστεί!!!
Η συγγραφέας υιοθετεί το αντιιμπεριαλιστικό σχήμα της αριστεράς στη βενιζελογενή εκδοχή του και το συνεπικουρεί από τη θεωρία του «ξένου δάκτυλου». Ας της δώσουμε το λόγο: «Βρε Αξιώτη, δεν πέρασε ποτέ απ’ το ξεροκέφαλο σου, πως οι εκλογές του Νοέμβρη κι ο διχασμός, όλα είναι έργο των ξένων; Δεν το’ χεις ακουστά μωρέ, το διαίρει και βασίλευε; Αυτοί μας βάλανε να φαγωθούμε . Αυτοί».
Εμμέσως πλην σαφώς, η Δ. Σωτηρίου καταδικάζει την στάση της Αριστεράς της εποχής που στάθηκε απέναντι στο Βενιζέλο και στο καθεστώς κατοχής που επέβαλε η Αντάντ το 1917. Στρέφεται ενάντια στην Αριστερά που αγωνιζόταν ενάντια στο καθεστώς αυταρχισμού, εκκαθαρίσεων και πρόσδεσης της Ελλάδας στο άρμα ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, με αποτέλεσμα να εμπλακεί σε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς. Στρέφεται ενάντια στην Αριστερά της εποχής που καταψήφισε το Βενιζέλο και απαίτησε Ειρήνη.
Όμως με πολύ περίεργο και αναθεωρημένο τρόπο παρουσιάζεται και η δράση της αριστεράς στο μέτωπο. Ο κομμουνιστής φαντάρος μοιάζει με ένα χριστιανό που τραβά αγόγγυστα «τον σταυρό του μαρτυρίου». Ένας τίμιος πατριώτης που μοχθεί δίπλα στον απλό φαντάρο και δεν αποδέχεται την πρόταση του πλούσιου φίλου του, να τον απαλλάξει από την πρώτη γραμμή, μέσω των γνωριμιών. Νομίζουμε ότι κάποιος θα μπορούσε να βρει αναλογίες με την στάση της αριστεράς κατά τη διάρκεια της κατοχής, ενώ η άρχουσα τάξη λούφαξε, συνεργάστηκε με τους κατακτητές ή απλώς ακολούθησε το δικτάτορα βασιλιά στο εξωτερικό, πριμοδοτώντας τα αντεπαναστατικά μεταπολεμικά σχέδια μαζί με τους Άγγλους.
Εκεί όμως που η πατριωτική αριστερά του Μεσοπολέμου και ιδιαίτερα από το 1932 και μετά έρχεται να αναθεωρήσει τη διεθνιστική αριστερά, που ιδιαίτερα στο Μικρασιατικό μέτωπο έδωσε μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες της δράσης της, είναι το ακόλουθο απόσπασμα. Σε αυτό ο αριστερός φαντάρος παρουσιάζεται απογοητευμένος από την κατάσταση του στρατού και υποδεικνύει τους υπεύθυνους: «Άμα κάνεις το φαντάρο να βαριεστήσει και να πει: Για ποιο λόγο να πεθάνω; Τότε μούντζω’ τα ! έλεγε ο Δροσάκης. Αμ’ τι, με μια χούφτα αραποσίτι θέλεις να σου φτάσει ο στρατός στην Κόκκινη Μηλιά;».
Άρα, η «πατριωτικώς» ορθή κριτική της Δ. Σωτηρίου, μέλος της «γενιάς της ήττας», που διεκδίκησε στα δύσκολα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια μέσω του αριστερού εθνικισμού (π.χ. Κυπριακό) την αστική νομιμοποίηση-επανένταξη, αρκείται στους όρους διεξαγωγής του πολέμου και αρνείται το δικαίωμα στο φαντάρο να αναρωτηθεί το «γιατί πολεμά» και στην αριστερά την αναγκαιότητα της αντιπολεμικής δράσης στο μέτωπο, ενάντια στη δική της κυβέρνηση και στον επεκτατισμό της.
Εξάλλου η ίδια έχει καθορίσει και τα όρια του πολιτικώς ορθού εθνικού στόχου και για το αστικό κατεστημένο μέσα από το διάλογο των φαντάρων: «Τι’ θελες, μωρέ, να κάνει ο Βενιζέλος; Ε; Τι’ θελες; Φώναξα κι ήμουνα έτοιμος να χιμήσω πάνω του να τον πνίξω. Να ‘ναι νικήτρια η Ελλάδα και λείψανο η Τουρκία και να μην αρπάξει την περίσταση; Να μην έρθει να μας λευτερώσει, όπου αιώνες στενάζαμε στη σκλαβιά; Όπου τούτα τα εδάφη κρατούνε το ψωμί και το μεγαλείο της φυλής κι ήτανε δικά μας, κατά δικά μας από τα πανάρχαια χρόνια; Ο Δροσάκης χαμογέλασε. Να σας λευτερώσει, Μανωλάκη μου, να σας λευτερώσει, όχι όμως και να σας καταστρέψει!».
Τι απόσταση χωρίζει τις απόψεις αυτές από τις εκτιμήσεις στις «Γενικές προγραμματικές θέσεις ψηφισμένες από το Συνέδριο την 6η Μαϊου 1924 και με τίτλο ΤΙ ΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΟΥ». Ας τους δώσουμε το λόγο: «Και επί τέλους με τα μάτια μας είδαμε, ότι ο πόλεμος εκείνος ο απελευθερωτικός, αφού πολλές χιλιάδες ελευθέρωσε στέλνοντας τες στον άλλο κόσμο, ερήμωσε όλη τη Μικρασιατική χώρα από το Εσκή-Σεχήρ, Αφιόν Καραχισσάρ και Αϊδίνι έως τα παράλια, υπέβαλε σε ανεκδιήγητα μαρτύρια όλους τους πληθυσμούς της χώρας αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος, ξεσπίτωσε και μετέβαλε σε αξιοθρήνητα ανδράποδα, επάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους και έφερε μια γενική εξάρθρωση και ένα οικονομικό αδιέξοδο στη χώρα και στο κράτος».
Για να έχουμε μια πιο συνολική εικόνα της εποχής αξίζει, πιστεύουμε, να παρουσιάσουμε τα γεγονότα που σημάδεψαν το 1921, όπως αυτά καταγράφονται από τον Σεραφείμ Μάξιμο στο βιβλίο του ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ή ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ; «ο Κεμάλ Αττατούρκ ανακόπτει την προέλαση των Ελληνικών στρατευμένων στη Μ. Ασία. Η μάχη του Εσκή Σεχήρ. Η μάχη του Σαγγάριου. Οι ανυπότακτοι και λιποτάκτες του Ελληνικού στρατού πλησιάζουν τις 90000. Συγκροτείται στο μέτωπο Κεντρική Επιτροπή Πολεμιστών. Οξύτατη οικονομικοπολιτική κρίση στην Ελλάδα. Πανεργατική απεργία στο Βόλο. Η κυβέρνηση συλλαμβάνει 1500 και στέλνει 580 από αυτούς στο μέτωπο και 38 σε καταναγκαστικά έργα. Έντονη αντιπολεμική δράση των αριστερών στρατιωτών του μετώπου. Μαζικό συλλαλητήριο στη Δράμα με σύνθημα Κάτω ο Πόλεμος. Κυκλοφορεί το Γενάρη το πρώτο φύλλο της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης. Ίδρυση από το Δ. Γληνό της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής Δ. Γληνού: Γυναικείος Ανθρωπισμός».
Οι αντιφάσεις επανακάμπτουν δια στόματος Δροσάκη «Κείνο που με τρομάζει είναι να μην γίνω συνένοχος σε κάτι στραβό που θα βλάψει το λαό και την πατρίδα». Και αν η έννοια το λαού είναι αδύνατο ταξικά να προσδιοριστεί, η έννοια της πατρίδας περιγράφεται δια του αποκλεισμού «Εγώ την πατρίδα δεν την μπερδεύω με την κυβέρνηση και με το κράτος».
Για αυτό ο αριστερός φαντάρος αναρωτιέται « Δεν ξέρω αν είναι τώρα δα ώρα να πιάσω νυστέρι, να φτάσω πέρα από τα σημερινά, στη ρίζα της κακομοιριάς μας, να βάλω μπροστά σου το ερώτημα που καίει. Έπρεπε να γίνει η Μικρασιατική εκστρατεία; Καταλαβαίνεις. Δε μπορώ. Τ’ αφήνω. Δεν είμαστε σε θέση τώρα για μια τέτοια συζήτηση. Τούτη τη στιγμή, καλά ή κακά, τα νιάτα μας βρίσκονται παγιδευμένα δω, στα βάθη της Ανατολής».
Η ήττα πλησιάζει. Η προβαλλόμενη αιτία: «Από παντού μας κυκλώνει η προδοσία. Όλοι κοιτούνε πως θα ξεμπλέξουνε. Ο ένας ρίχνει στον άλλον τις ευθύνες».(…) Αυτοί που μας στείλανε στη Μικρασία αυτοί τώρα μας λένε ουστ κιοπέκ!».
Οι Ξένοι λοιπόν και η προδοσία αποτελούν τα ερμηνευτικά εργαλεία για την ήττα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ας δώσουμε όμως λόγο στο Σ. Μάξιμο και τις απόψεις του όπως παρατίθενται στο έργο ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ή ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ; «Δεν υπάρχει μεγαλείτερος μύθος απ’ αυτόν που διαδόσανε οι φιλελεύθεροι, πως η Αντάντ έπαυσε να ενισχύη την Ελλάδα και την ελληνική πολιτική στη Μικρά Ασία, γιατί επανήλθε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος». Αφού αναφερθεί στον ενδοιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό μεταξύ Αγγλίας-Γαλλίας που έφτασαν να βοηθούν «κεκαλυμμένα ή και φανερά ακόμα τον εχθρό», ιδίως όταν γίνεται φανερό «πως η επαναστατική Τουρκία περιέκλειε ζωντανές δυνάμεις που μπορούσανε να θέσουν σε κίνδυνο την εντολή της Συρίας και τα κουπόνια των Γάλλων πιστωτών, ενώ μια τελειωτική νίκη των Ελλήνων θα στερέωνε οριστικά την αγγλική επιρροή, άλλαξε στάσι».
Ξεκαθαρίζει ότι «την εποχή της μικρασιατικής εκστρατείας δεν υπήρχανε σύμμαχοι, υπήρχανε πρώην σύμμαχοι». Το αποφασιστικό στοιχείο είναι «Η κρατερή αντίσταση του τουρκικού λαού, αμυνόμενου για την εθνική του αυτοτέλεια, έφερε την οριστική διάρρηξι των δεσμών της τέως Αντάντ και την ανάγκασε σε χωριστή συνθηκολόγησι».
Υπάρχει όμως και μια άλλη σημαντική παράμετρος. Το ελληνικό κεφάλαιο «εμπορικό κυρίως και χρηματιστικό, πήρε μια τεράστια ανάπτυξι μετά την ανακωχή του Μούνδρου του 1918. Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στο ότι η Κωνσταντινούπολις, κέντρον εφοδιασμού της Ανατολής (Μικράς Ασίας), Ρουμανίας, Καυκασίας, Ρωσσίας, είδε, ευθύς μετά την ανακωχή, ν’ αναπτύσσεται σε απίστευτο βαθμό το διαμετακομιστικό εμπόριο και γενικά οι συναλλαγές, με όλες τις χώρες, των οποίων οι αγορές ήτανε κλειστές, λόγω του αποκλεισμού. Η ισχυρή θέσι του ελληνικού πληθυσμού στα αστικά κέντρα, που έγινε ισχυρότερη με την είσοδο των συμμάχων και την κατάληψη της Σμύρνης από την Ελλάδα, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την οικονομική ανάπτυξι των αστικών στοιχείων του. Της κινήσεως αυτής επωφελήθηκε το εν Ελλάδι κεφάλαιο με τα τραπεζικά πρακτορεία του, με τις ατμοπλοϊκές συγκοινωνίες κλπ. Πως ήτανε λοιπόν δυνατό να ενισχύεται μια εκστρατεία και μια πολιτική που συντελούσε στο να αναπτύσσεται ένας οικονομικός ανταγωνιστής; Συμφέρον της Γαλλίας ήτανε να εκμηδενισθή ο ελληνισμός της Τουρκίας, ως αστικός οικονομικός παράγων».
Ο άλλος μεγάλος ανταγωνιστής είναι η Ιταλία. Ενώ τα δύο κράτη θα αλληλοεπηρεαστούν κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού τους αγώνα, στη συνέχεια και σε όλα τα μέτωπα της Βαλκανικής και συνολικά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα έχουν συγκρουόμενους στόχους. Κρήτη, Ιόνια νησιά, Μακεδονία, Αλβανία, Κύπρος, παράλια Βόρειας Αφρικής και κυρίως Μικράς Ασίας αποτελούν ανταγωνιστικά επίδικα. Σύμφωνα με την ελληνοκεντρική άποψη του Γ. Αλεξιάδου, όπως αναπτύσσεται στο έργο του ΤΑ ΑΠΩΤΕΡΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-1941 «Η Ιταλία, ιδιαιτέρως έβλεπε την Ελλάδα ως εμπόδιον εις την μεσογειακήν της πολιτικήν και εζήτει να την υποκαταστήση εις τα δικαιώματα της ως κληρονόμου της Τουρκίας».
Ήδη κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης, ο Ε. Βενιζέλος στις 10 Ιουλίου 1919 κατήγγειλε τις ιταλικές υπονομευτικές ενέργειες στον πρόεδρο της Διάσκεψης. Ο Λουντ Τζωρτζ δημοσιεύει ορισμένες από τις διαμαρτυρίες. Για να διαπιστώσουμε το μέγεθος της σύγκρουσης ας διαβάσουμε τα γραφτά του Γ. Αλεξιάδου : «Εκτός από την ενίσχυσιν προς την Τουρκία, η Ιταλία ενεφανίζετο και ως προστάτης των Βουλγάρων. Πρώτη αυτή είχεν αποστείλει εκπρόσωπον εις Βουλγαρίαν, ενώ οι αντιπρόσωποι της εις την Διάσκεψιν υπεστήριζον τα βουλγαρικά συμφέροντα εις βάρος των αντιστοίχων ελληνικών. Κατήγγειλε, συγχρόνως, ο Έλλην πρωθυπουργός ιταλικάς μηχανορραφίας εις την Ρουμανίαν, με σκοπόν την ανακίνησις κουτσοβλάχικου ζητήματος, την δημιουργίαν αλβανικών συμμοριών υπό Ιταλούς αξιωματικούς εις την Βόρειαν Ήπειρον δια να εμποδίσουν ενδεχόμενη κατάληψιν αυτής υπό των Ελλήνων, επιθέσεις εις τα Δωδεκάνησα και στενήν συνεργασία Τούρκων και Ιταλών εις την Σμύρνην δια την προπαρασκευήν ενόπλου αντιστάσεως κατά της ελληνικής κατοχής. Ο ίδιος ο Κεμάλ είχε καυχηθή ότι του χορηγήθησαν όπλα υπό της Ιταλίας, το τίμημα των οποίων κατεβλήθη με χρήματα προερχόμενα εκ Μόσχας. (…) Η υπό των Ιταλών υπονόμευσις της ελληνικής κατοχής εις Μ. Ασίαν δεν έπαυσεν, ακόμη και κατά την περίοδον καθ’ ην αι μεταξύ των δύο χωρών διαφοραί εφαίνοντο διευθετηθείσαι με την συμφωνίαν Βενιζέλου-Τιττόνι».
Και ο Έλληνας στρατιώτης; Τι κάνει ο απλός άνθρωπος της πόλης και της υπαίθρου που βρίσκεται ντυμένος στο χακί και πολεμά από το 1912; Τα σκληρά, αλλά αληθινά λόγια του Σ. Μάξιμου απηχούν την πραγματικότητα. «Η Οργανωμένη Αντιπολίτευση (Εθνική Άμυνα Κων/πόλεως) μεγάλωνε τη δυσφορία. Τα άρθρα του ξένου τύπου, γαλλικού, που διαβεβαίωναν κατηγορηματικά πως η Ελλάδα θα φύγη από τη Μικρά Ασία, ξυπνήσανε πια μέσα του όχι τον επαναστάτη, μα τον άνθρωπο που ήθελε να ζήση. Δεν είναι ταπεινό αυτό, δεν είναι δειλία. Ο στρατιώτης υπεχώρησε στον άνθρωπο, που δεν πιστεύει στο σκοπό για τον οποίο έγινε στρατιώτης. Κι ο άνθρωπος αυτός καταδίκασε μέσα του το πόλεμο. Τώρα δεν μπορεί να τον συγκρατήσει κανείς. Μήτε ο βασιλιάς, μήτε ο Βενιζέλος. Προτιμά μιαν αποφασιστική ήττα, παρά μια νίκη που θα τον καθηλώση στο μέτωπο. Γι’ αυτό δέχθηκε τη κατάρρευσι με ευχαρίστησι. Ήτανε μια λύσι. Ένας τρόπος να γυρίση στη πατρίδα του. Καμμιά τάσι, καμμιά ταπείνωσι δεν αισθάνθηκε για την ήττα. Ο εθνισμός είχε σβύσει μέσα του. Κέρδος θετικό που έμεινε χωρίς σπουδαίο αποτέλεσμα».
Στην πρωτότυπη εργασία του Τ. Κωστόπουλο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ. Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΜΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΞΟΡΜΗΣΗΣ 1912-1922 αποδεικνύεται ότι οι βιαιότητες του ελληνικού σχεδίου δεν ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών μόνο, αλλά κυρίως εντάσσονταν από ένα σημείο και έπειτα σε ένα σχέδιο διαπραγμάτευσης και εθνοκάθαρσης του ελληνικού στρατού μπροστά στα αδιέξοδα που αντιμετώπιζε η Μικρασιατική Εκστρατεία.
Στην πρώτη φάση του πολέμου «το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα απλώς συμμετέχει σ’ έναν ευρύτερο φαύλο κύκλο αλληλοσφαγής, πρωταγωνιστές του οποίου είναι όχι συντεταγμένες στρατιωτικές μονάδες αλλά ομάδες ένοπλων γηγενών, χριστιανών και μουσουλμάνων, που συχνά ξεκαθαρίζουν εκκρεμείς λογαριασμούς των προηγούμενων χρόνων. Κύρια αποστολή του ελληνικού στρατού παραμένει η καταστολή του κεμαλικού αντάρτικου κι όχι η γενικευμένη εθνοκάθαρση».
«Η αποφασιστική τομή θα έρθει με την εξόρμηση για την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, του Αφιόν Καραχισάρ και της Άγκυρας, το Μάρτιο του 1921, που εγκαινιάζει και τη δεύτερη φάση του πολέμου». Ο ελληνικός στρατός πολεμά σε περιοχές ολότελα εχθρικές, με ανυπαρξία ελληνικής πληθυσμιακής παρουσίας, ενώ οι φαντάροι υποδέχονται στις 18 Ιουλίου 1921 το βασιλιά με την ιαχή «Απόλυσιν! Απόλυσιν!». Αντιμέτωπος με τις πρώτες πολύνεκρες μάχες με τον καλά οργανωμένο πλέον κεμαλικό στρατό, ο ελληνικός στρατός ηττάται και ακολουθεί πολιτική καμένης γης.
Οι διαθέσιμες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ωστόσο ότι το 1921 ήταν η ηγεσία του στρατού αυτή που προέκρινε μια στρατηγική ολοκληρωτικού πολέμου και καταστροφής της μικρασιατικής ενδοχώρας ως μέσο άσκησης πίεσης στους κεμαλικούς, προκειμένου αυτοί να δεχτούν ένα διακανονισμό ευνοϊκό για τα ελληνικά συμφέροντα. «Η διαρπαγή και καταστροφή απάσης της χώρας του εχθρού μέχρι της Άγκυρας συμπεριλαμβανομένης, ώστε ο εχθρός να καταστή ακίνδυνος εις το μέλλον, υποχρεωθή δε να ζητήση επέμβασιν των συμμάχων, ων τα συμφέροντα παρεβλάπτοντο δια της καταστροφής της Ανατολής, και ούτω δια συμμαχικής μεσολαβήσεως επιτευχθή η ειρήνη, αναγνωρισθή δε συγχρόνως ο Βασιλεύς παρά των Δυνάμεων».
Η Δ. Σωτηρίου δεν αποκρύπτει τις βιαιότητες, αλλά κινείται σε μια γραμμή «εθνικώς» ορθή ή έστω ανεκτή. «Η γκρίνια, που από καιρό άρχισε σ’ ολόκληρο το στρατό, έγινε μουγκρητό. Οι φαντάροι δε μετρούσανε πια τα λόγια τους. Φωνάζανε: Βαρεθήκαμε να πολεμούμε! Άλλοι σκεφτόντανε τη λιποταξία, άλλοι τον αυτοτραυματισμό. Μάθαμε πως ένα σύνταγμα στασίασε. Όλο το χειμώνα μας λείψανε τα στέγαστρα, ο ρουχισμός, το φαί. Κοπήκανε οι μισθοδοσίες. Ο νους τριγύριζε στο πλιάτσικο. Οι φαντάροι τάραζαν τα τουρκοχώρια. Ο Κεμάλ μηνούσε: Ντρέπομαι να έχω τέτοιους αντιπάλους».
Βέβαια, μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών βιαιοτήτων υπήρχε μια πολιτισμική διαφορά. «Για λέγε, Κιρμιτζίδη, πως τα ξεπαρθενεύουν τα κορίτσια οι άτιμοι. Εμείς άμα πέσουμε σε τουρκοχώρι τις γλεντούμε με το μαλακό τις χανουμίτσες, δεν τις σφάζουμε».
Στο κεφάλαιο Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ περιγράφεται ο αιφνιδιασμός από την κεμαλική επίθεση και η κατάρρευση του μετώπου. «Έσπασε το μέτωπο! Χαθήκαμε! Τα συντάγματα διαλύονται! Ο στρατός, δίχως κεφάλι, κάνει ότι του καπνίσει! Άλλοι παίρνουν τα βουνά, άλλοι τις χαράδρες. Μαχαιρώνονται για μια θέση σε όχημα! Πολλοί αυτοκτονούνε!».
Ο Μ. Αξιώτης παρουσιάζεται από τη συγγραφέα να προσπαθεί να συγκρατήσει την άτακτη φυγή και απειλείται από τους συναδέλφους του
«Που πάτε αδέλφια: Που τα αφήνετε όλα; Σταθείτε.
Τσάκωσα κάνα δύο Μικρασιάτες και τους μιλούσα για άμυνα.
Ανάφτε του μια του κερατά, φώναξε ένας λοχίας».
Οι φαντάροι σκυλεύουν τους νεκρούς συναδέλφους τους, λεηλατούν τα τουρκοχώρια, καταστρέφουν, καίνε τα πάντα και δολοφονούν άμαχους μουσουλμάνους. «Όπου περνούσαμε, κοσμοχαλασιά. Στα τουρκοχώρια φωτιές, σκοτωμοί, βιασμοί, λεηλασίες. Πλήρωνε ο άμαχος τουρκικός πληθυσμός. Χιλιάδες άντρες, τρομαγμένοι, αγριεμένοι, πληγωμένοι ίσαμε τα κατάβαθα τους, χάσανε μεμιάς την ψυχή τους και κάθε μπέσα».
Ο στρατός τρέχει να σωθεί και εγκαταλείπει απροστάτευτο τον ντόπιο στην εκδικητική μανία του κεμαλικού στρατού, που έχει πυροδοτηθεί από τα τεράστια εγκλήματα του. «Άτιμοι που μας αφήνετε; Σταθείτε!». Η φήμη ότι οι Τσέτες πλησιάζουν τρομοκρατεί.
Η Σμύρνη είναι μια νεκρή πόλη. Οι κάτοικοι της και οι πρόσφυγες που ολοένα συρρέουν τρέφουν κάποιες απελπισμένες ελπίδες για προστασία από τον ελληνικό στρατό, τη Μικρασιατική Άμυνα και την Αγγλία. Όμως γρήγορα έρχεται η μοιραία διάψευση «Ο Τρικούπης πιάστηκε αιχμάλωτος με τον στρατό του. Οι τρανοί τσ’ Αθήνας μας παρατήσανε σύξυλους κι ένας θεός ξέρει τι θ’ απογίνουμε. Όσο για τα’ Εγγλέζους, μη γελιέσαι. Ούτ’ αυτοί ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Αμερικάνοι ούτε διάολος στη φύτρα τους, κανείς, μωρέ, κανείς πια δε σκοτίζεται για τα μας. Αυτοί μας άνοιξαν τον τάφο, παρ’ το χαμπάρι».
Σύντομα ο ελληνικός στόλος φεύγει υπό την υποκριτική απόδοση τιμών των ξένων στόλων. Οι Μικρασιάτες νιώθουν απελπισμένοι. Ζητούν όπλα, κινούνται προς την κατοικία του ύπατου Αρμοστή Στεργιάδη, που έχει προλάβει και φυγαδεύσει ο αγγλικός στόλος. Ξεσπούν «Π’ αναθεματισμένοι, που να μην ησώνατε να’ ρχετε! Γιατί; Γιατί δε μας ημπαρκάρανε κι εμάς; Τι θα γενούμε; Η φοβηθήκανε μπα και πάμε στην Αθήνα και καθαρίσουμε την πατρίδα από την κοπριά τση προδοσίας».
Περιμένουν προστασία από τους ξένους στόλους και όντως χιλιάδες βρίσκουν καταφύγιο σε αγγλικές μαούνες. Η αρχική, ήρεμη και συντεταγμένη είσοδος του κεμαλικού ιππικού καθησυχάζει. Γρήγορα όμως αποκαλύπτονται τα πραγματικά σχέδια των νέων κυρίαρχων «Φωτιά: Φωτιά! Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη! Πεταχτήκαμε όρθιοι. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηκτές. Είναι κατά την Αρμενογειτονιά. Κατά κει φαίνεται να’ ναι. Πάλι οι Αρμένιοι θα τα πλερώσουνε! Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη».
Γρήγορα ξεσπά η σφαγή. Οι περιγραφές κόβουν την ανάσα. Πρωταγωνιστούν οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν. Οι ξένοι στόλοι μένουν απαθείς. Κινηματογραφούν τις βιαιότητες και με τις μπάντες καλύπτουν τις κραυγές και τα καλέσματα σε βοήθεια. Παραδίδουν στη σφαγή ακόμη και όσους είχαν αρχικά προφυλάξει στις μαούνες. Όσοι κατευθύνονται στα ξένα πλοία και προσπαθούν να σκαρφαλώσουν σε αυτά καταβρέχονται με ζεματιστό νερό. Βλέπεις η παθητικότητα των ξένων στόλων, η αδιαφορία τους μπροστά στο διεξαγόμενο τεραστίων διαστάσεων έγκλημα κατά της ανθρωπότητας θα είναι τα απαραίτητα διαπιστευτήρια των κυβερνήσεων τους, αργότερα, στις διαπραγματεύσεις με το Κεμαλικό καθεστώς.
Η Δ. Σωτηρίου θα προβεί σε περιγραφή των τρομερών εγκλημάτων πριν περάσει στην επόμενη διάσταση της εξαφάνισης του χριστιανικού στοιχείου της Μικράς Ασίας. «Όλοι οι άνδρες από 18 χρονώ μέχρι 45, θα μείνουν αιχμάλωτοι, να ξαναχτίσουνε ότι χαλάσανε».
Η εκδοχή της εξοντωτικής μεταχείρισης των Ελλήνων εμπλουτίζεται με πολλές δευτερεύουσες διηγήσεις και προβάλλει υπέρμετρα τις τουρκικές αγριότητες. Στα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ η συμπεριφορά των Τούρκων παρουσιάζεται καθολικά σαδιστική. Σε όλη τη μαρτυρική πορεία κάτοικοι από τα τουρκοχώρια ζητούν εκδίκηση και αποκαλυπτική είναι η διήγηση των συνθηκών κράτησης στη Μαγνησία. «μας βάλανε με άλλους πεντακόσιους αιχμαλώτους σ’ ένα στρατόπεδο με συρματόπλεγμα. Όξω από το συρματόπλεγμα ήτανε μια μεγάλη βρύση με τρεις κάνουλες και τρεις γούρνες. Στεκόντανε Τούρκοι, ποτίζανε τα ζωντανά τους. Πίνανε κι ατοί τους, δροσιζόντανε και μας περιπαίζανε. Τους παρακολουθούσαμε μ΄ άγριο μάτι. Ύστερα – πως έγινε – δίχως συνεννόηση, χυμήξαμε όλοι μαζί, αρπάξαμε τα συρματοπλέγματα και με μια μόνη κίνηση τα ξεριζώσαμε! Τρέξαμε στη βρύση μ’ αλαλαγμούς και μουγκρητά. Αρχίσαμε ν’ αρπαζόμαστε στα χέρια, ποιος πρώτος θα πιει. Όλα γίνηκαν τόσο γρήγορα! Κανένας φρουρός δεν πυροβόλησε. Μας κοιτούσαν που δερνόμαστε και δαγκωνόμαστε αναμεταξύ μας».
Οι αιχμάλωτοι καταρρέουν ψυχολογικά και ηθικά. Είναι πλέον έτοιμοι να κάνουν τα πάντα.
«Πολλοί δικοί μας απ’ την τρομάρα τους αρχίσανε να φωνάζουνε.
Γιασασίν Κεμάλ! (Ζήτω ο Κεμάλ).
Κάχρ ολσούν Γιουνάν (Ανάθεμα στην Ελλάδα!)
Τούρκ ολατζάιμ! (Τούρκοι θα γενούμε!).
Ο Μ. Αξιώτης θα καταφέρει για μια ακόμη φορά να δραπετεύσει και μετά από περιπετειώδη διαδρομή να φτάσει στη Σάμο.
Μέσω ενός διαλόγου στρατιωτών η Δ, Σωτηρίου φωτίζει μια ακόμη πτυχή του δράματος: «Ενενήντα δύο μεγάλα καράβια, σου λέει, μαζευτήκανε στον Πειραιά, για να πάνε στις θάλασσες της Μικρασίας, να πάρουνε κόσμο. Όμως καθώς ανοιχτήκανε στο πέλαγος , πήρανε μυστικό τηλεγράφημα απ’ την κυβέρνηση: Δεν είναι υποχρεωτική η μετάβασις, αλλά προαιρετική. Από τα ενενήντα δύο καράβια πήγανε μόνο τα δεκαεφτά! Δε θα ξεχάσω, στο Ακ Τσάι περιμένανε βαπόρι τριάντα πέντε χιλιάδες γυναικόπαιδα».
Η καταγγελία είναι σοβαρή αλλά μένει αστήρικτη. Αφενός μεν η ελληνική κυβέρνηση όχι μόνο δεν προνόησε να οργανώσει την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τους πρόσφυγες, αλλά κυρίως δεν θέλησε να το κάνει. Από την άλλη μεριά οι εφοπλιστές δεν πήγαν να μεταφέρουν τους απελπισμένους άμαχους γιατί δεν υπήρχε δέσμευση και σχέδιο για στρατιωτική συνοδεία, η οποία κρινόταν απαραίτητη αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν στα παράλια και το γεγονός ότι είχαν κατασχεθεί όλα τα πλοία του οθωμανικού εμπορικού στόλου από τους φυγάδες του ελληνικού στρατού.
Τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ τελειώνουν με έναν απελπισμένο χαιρετισμό «Αντάρτη του Κιορ Μεμέτ, χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελάμ σοϊλέ…Ας μη μας κρατάει κακία που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!».


Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΙΜΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ
ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Το 1975 η Δ. Σωτηρίου θα γράψει το συγκεκριμένο βιβλίο που «δεν έχει την αξίωση ιστορικής μελέτης ή ντοκουμέντου». Πληγωμένη από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, γεμάτη οργή και θλίψη για την τραγωδία του Κυπριακού λαού, που ερμηνεύεται όμως με όρους «εθνικής, ελληνικής τραγωδίας», αναφέρεται ξανά στον «συμμαχικό εμπαιγμό», καθώς «Οιμωγές, αίμα, φλόγες, τρόμος, αβεβαιότητα, τριγμοί και σεισμοί σήμερα στην Κύπρο. Μια εφιαλτική επανάληψη του ’22 σε μικρότερη κλίμακα. Ο Προκρούστης πετσοκόβει το κορμί του Ελληνικού Έθνους. Χτες λεγόταν Αντάντ, σήμερα ΝΑΤΟ! Οι διάφοροι Κίσιγκερ και Λουνς ορκίστηκαν, φαίνεται, στο όνομα του Αλλάχ να μην αφήσουν από το γένος των Ελλήνων, παρά μερικά γραφικά τουριστικά κάρτ-ποστάλ που να θυμίζουν το πέρασμα τους. Όπως συνέβηκε με τους Ερυθρόδερμους».
Θέλοντας να δείξει «τους αληθινούς εχθρούς της ρωμιοσύνης» παραχωρεί το λόγο στο Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών «Μέσα στους αιώνες, στους πολέμους και στις αντάρες κανένας εισβολέας, κανένας κατακτητής, καμμιά δύναμη δεν μπόρεσε να ξεριζώσει το σπόρο του ελληνισμού από τα Χώματα της Ανατολής. Το κατόρθωμα αυτό το χρωστάμε στις σύμμαχες δυνάμεις, στην Αντάντ!».
Νομίζουμε ότι είναι ευδιάκριτη η αντίληψη της τρισχιλιετούς ιστορίας του ελληνισμού, η ιστορική νομιμοποίηση των «εθνικών διεκδικήσεων» και της επιτυχίας του ανομολόγητου στόχου των «εχθρών» του έθνους.
Ο αρχιστράτηγος Λ. Παρασκευόπουλος θα περιγράψει το ρόλο που οι σύμμαχοι ανέθεσαν στον ελληνικό στρατό «Οι διάφοροι Αμερικάνοι και Άγγλοι στρατιωτικοί, οι Μίλνς και οι ανώτεροι τους πολιτικοί, όπως ο Κώρζον, που ήταν και μέτοχος σε μεγάλες Εταιρείες Πετρελαίων, έβλεπαν τον ελληνικό στρατό σαν σώμα αποικιακό μισθοφόρων που έπρεπε να δρα ανάλογα με τα δικά τους εθνικά και ατομικά συμφέροντα. Με διάφορα προσχήματα είχαν καταδικάσει σε αδράνεια και άβουλη υποτακτικότητα το στρατό μας που δεν τολμούσε, ούτε καν να αμυνθεί, όταν δεχόταν επιθέσεις! «Στρατό μισθοφόρων δίχως μισθούς» τον είχε χαρακτηρίσει και ο άλλος μέγας φιλέλλην ο Λόυδ Τζώρτζ».
Είναι η γνωστή πρακτική των απόστρατων αξιωματικών που θα πουν μισές αλήθειες, θα αφήσουν στο απυρόβλητο τον προσωπικό τους ρόλο και θα αφορίσουν γενικόλογα τους «ξένους» αποκρύπτοντας τα πώς και τα γιατί των επιλογών της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Του ελληνικού στρατού που εκστράτευσε έως στην Άγκυρα και είχε σταθερή συνεργασία με τη Βρετανική αυτοκρατορία, έως το βαθμό που τσακισμένος και σε μια απέλπιδα προσπάθεια θέλησε να καταλάβει την Πόλη: «η κατάληψη της Πόλης θα ήταν μια νίκη που θα προσπόριζε αρκετό γόητρο ώστε να καμουφλάρει την εκκαθάριση του πολέμου στη Μικρά Ασία και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού με τους επακόλουθους κινδύνους για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Θα ήταν επίσης μια εγγύηση στα χέρια των Ελλήνων κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Τούρκους και τους Συμμάχους». Ο ρόλος του «μισθοφόρου δίχως μισθούς» ήταν το τίμημα της επέκτασης του ελληνικού κράτους, ενώ τους μισθούς κατάβαλλε κανονικά σε «χρήμα και αίμα» ελληνικός λαός.
Εξάλλου, υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι που καθορίζουν την σχετικά σταθερή συμμαχία μεταξύ Ελλάδας-Μ. Βρετανίας. Όπως γράφει ο Ν. Ψυρούκης «οι αγγλικές επιδιώξεις ήσαν σε αρμονία με τις αντίστοιχες του ελληνικού κεφαλαίου. Τόσο το εφοπλιστικό, όσο και το παροικιακό και το ελλαδικό διαμετακομιστικό κεφάλαιο είχαν μεγάλα συμφέροντα στην Εγγύς Ανατολή και τον Εύξεινο Πόντο. Κυρίως εκεί εκδηλωνόταν η δραστηριότητα τους. Η επαναστατική αλλαγή στη Ρωσία και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Εγγύς Ανατολής, δημιουργούσαν πραγματικά οξύτατα προβλήματα για το ελληνικό κεφάλαιο. Έπρεπε να βρει τρόπους να κατοχυρώσει τις θέσεις του στις αγορές της περιοχής».
Ο ελληνικός αστικός κόσμος θα εκμεταλλευτεί επομένως το «εθνικό ζήτημα του ελληνισμού» στη Μικρά Ασία. Σύμφωνα με την παραδοσιακή αριστερή αντίληψη (που επικράτησε στο μεσοπόλεμο) «το πρόβλημα του μικρασιατικού ελληνισμού ήταν πρόβλημα ολόκληρου του ελληνικού λαού. Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ελλάδας αποτελούσαν ένα και το αυτό έθνος».
Ποιος ήταν όμως ο χαρακτήρας της επέμβασης της Αντάντ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία; «Η εκστρατεία στη Μ. Ασία ήταν μια παγίδα κι η συμφορά που ακλούθησε μια συνέπεια του ανταγωνισμού των Μεγάλων Συμμάχων Δυνάμεων για την παγκόσμια ηγεμονία, το ξαναμοίρασμα του αποικιακού πλούτου και κυρίως μια φάση της διαμάχης στο στρατόπεδο των μονοπωλιακών συγκροτημάτων για την εξασφάλιση των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής».
Σωστά εκτιμά η συγγραφέας ότι «με ασυνειδησία μοιράζανε εδάφη που δεν τους ανήκαν δίχως να νοιάζονται για τις αρχές της αυτοδιάθεσης, της εθνικής ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας των μικρών λαών για τις οποίες, όπως έλεγαν είχαν αποδυθεί σε αγώνα ζωής και θανάτου».
Και συμπληρώνει για το ρόλο της ελληνικής άρχουσας τάξης: «Μα αν οι ξένοι κατάφεραν να ρίξουν σε τέτοιες συμφορές και εξευτελισμούς το Έθνος μας, ήταν γιατί βρήκαν στήριξη στην υποτέλεια, την εθελοδουλεία της ελληνικής ολιγαρχίας, τις φιλοδοξίες του εφοπλιστικού και παροικιακού κεφαλαίου που προσδοκούσε να βγάλει οφέλη υπηρετώντας τυφλά τον ιμπεριαλισμό. Η ελληνική ολιγαρχία μπέρδεψε τον πόλεμο των πετρελαίων με τις εθνικές διεκδικήσεις του μικρασιατικού ελληνισμού και τον παρουσίασε σαν ιερό εθνικό πόλεμο σκεπάζοντας τον με το μανδύα της Μεγάλης Ιδέας».
Η ίδια εκτίμηση αλλά με διαφορετικό τρόπο παρουσιάζεται μέσα από το έργο του Α. Ρήγου για την «κατώτερη ποιότητα της ελληνικής άρχουσας τάξης (…) Και δεν εννοώ φυσικά μόνο τους πολιτικούς, εννοώ ολόκληρη την ψυχοσύνθεση, τη νοοτροπία, τον ιδεολογικό κόσμο και τις ηθικές ροπές της άρχουσας τάξης. Ιδιομορφίες οι οποίες έχουν για αιτίες την ιστορική διαμόρφωση και οργάνωση της οικονομίας που δεν επιτρέπουν την αναγωγή της αστικής τάξης σε εθνική τάξη, ικανή να εκφράσει – όπως δυναμικά επιχείρησαν τη δεκαετία του ’10 κάποια τμήματα της που μπήκαν επικεφαλής των μικροαστικών στρωμάτων – τα συνολικότερα αιτήματα του ελληνισμού, για τα επόμενα σαράντα χρόνια, τουλάχιστον, με μόνιμες σταθερές της την αδιαφορία για κάθε προσπάθεια αυτόνομης ανάπτυξης και την οικονομική, πολιτική και πολιτιστική της εξάρτηση».
Ο Α. Ρήγος αναπαράγει την άποψη του Δ. Γληνού, όπως αυτή παρουσιάστηκε σε συνέντευξή του τον Οκτώβριο του 1926 στην αθηναϊκή εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, αλλά το 1946, ο Ν. Ζαχαριάδης, σε άρθρο του στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ (10/09/1946) εμβαθύνει «την όλη παρασιτική τακτική του ελληνικού κεφαλαίου που αναζητούσε πάντα τις σίγουρες, μικρής πνοής και μονοπωλιακού χαρακτήρα, τοποθετήσεις να αποφύγει την αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου. Η λογική των εμπορικών κατάστιχων και το μπαράζ του ξένου κεφαλαίου υπαγόρευσαν στο ελληνικό ,κεφάλαιο να κινηθή μονάχα σε μια περιορισμένη σφαίρα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το κεφάλαιο αυτό στάθηκε σε τέτοιο βαθμό αντιδραστικότητας δένοντας την τύχη του με το ξένο κεφάλαιο και με τις πιο αντιπροοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις και παράγοντες (τσιφλικάδες, ξένη υπαλληλία, μοναρχία κλπ.) ώστε και το ίδιο κατάντησε να μη μπορέσει να δημιουργήσει τους όρους μιας πλατιάς καπιταλιστικής αναπαραγωγής και συσσώρευσης με βάση την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε μεγάλη κλίμακα. Δε μπόρεσε δηλ. να γίνει ότι έγινε στις άλλες χώρες που η αστική τάξη έπαιξε τον ιστορικά προοδευτικό της ρόλο».
Οι τεράστιες αντιφάσεις και ιδεολογικές ταλαντεύσεις της Δ. Σωτηρίου, αλλά θα τολμούσαμε να πούμε και του συνόλου της «πατριωτικής αριστεράς» αποκαλύπτονται μέσα από το ακόλουθο απόσπασμα: «Η Μεγάλη Ιδέα μπορεί στο 21 και ίσαμε τους Βαλκανικούς πολέμους να συνταυτίστηκε με τους εθνικοαπελευθερωτικούς ξεσηκωμούς. Αργότερα όμως έγινε μια καθαρά αντιδραστική κρατική ιδεολογία των πιο συνθηκολόγων τσιφλικάδικων στοιχείων που στηρίζονταν στο ξένο κεφάλαιο. Ένας στείρος σωβινισμός κι ένας επικίνδυνος, ανέφικτος επεκτατισμός».
Να σημειώσουμε ότι πνευματικός πατέρας της Μ. Ιδέας ήταν ο Κωλέττης το 1843. Ότι τσιφλικάδες δεν υπήρχαν στη Ελλάδα στη διάσταση που τους δίνει η Δ. Σωτηρίου, ενώ η παρουσία τους στη Θεσσαλία συνδέεται με τα εμπορικά-χρηματιστικά κεφάλαια της Πόλης (πχ. Γ. Ζερίφης)
Επίσης, στο απόσπασμα «σέρνεται» η ανομολόγητη συμφωνία της αριστεράς πλέον στους Βαλκανικούς πολέμους και την κατάκτηση της Μακεδονίας-Θράκης. Η αριστερά έχει υποστεί στο Μεσοπόλεμο σκληρές διώξεις λόγω της πολιτικής της θέσης για τα Βαλκάνια (Μακεδονικό) και πολύ περισσότερο, η γενιά της Δ. Σωτηρίου έχει απονομιμοποιηθεί εθνικά με την γνωστή ρετσινιά του «Εαμοβούλγαρου». Τέλος, η ίδια σε προηγούμενο απόσπασμα συνδέει τα αστικά στοιχεία με τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, θίγει το ζήτημα της ενότητας του ελληνισμού. Διαπιστώνει ο πρέσβης Σακελλαρόπουλος: «Και αν οργίασαν οι ξένοι εις βάρος της μήπως δεν έγινε τούτο δυνατό διότι Έλληνες επροθυμοποιήθησαν να γίνουν όργανα, εις βάρος Ελλήνων;».
Ας αφήσουμε στην άκρη τις επιφανειακές προσεγγίσεις και ας προσεγγίσουμε τα ιστορικά γεγονότα. Ουσιαστικά υπήρξε μια σταθερή πολιτική σε αστικό επίπεδο και όσον αφορά τη συμμαχία με την Αντάντ που με συνέπεια άσκησαν βενιζελικοί-αντιβενιζελικοί έως το 1921. Η «εθνική ενότητα», διασπάται μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από τον Σαγγάριο και όταν πλέον διαπιστώνεται ότι οι Έλληνες δε μπορούν να επιβάλλουν στον Κεμάλ έναν διακανονισμό με τη δύναμη των όπλων και πια αναζητείται επίλυση μέσω της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ο Γούναρης στρέφεται στον Κώρζον και ο Βενιζέλος με δύο γράμματά του προς το Δαγκλή εκτιμά πως «η άρνηση της κυβέρνησης να δεχτεί τη διαμεσολάβηση των Δυνάμεων ήταν το τελευταίο της έγκλημα κατά της Ελλάδος» (σ. 414 ΙΩΝΙΑ) καθώς δεν πιστεύει στην στρατιωτική νίκη και θέτει ως στόχο τον τερματισμό του πολέμου «για να σωθεί ότι μπορεί να σωθεί». Στο δεύτερο γράμμα καταδικάζει την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού και εκτιμά ότι μόνο η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης θα ήταν αποφασιστική, κι αυτό απαγορευόταν από τους Συμμάχους.
Μετά τη δημοσίευση των δύο αυτών επιστολών «το τελικό ρήγμα στην εθνική ενότητα φάνηκε στη Βουλή στις 2/15 Οκτωβρίου 1921, όταν ο Γούναρης αναγγέλλοντας την αναχώρηση του την επομένη με τον Μπαλτατζή για το Παρίσι και το Λονδίνο, ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης. Οι Φιλελεύθεροι βγήκαν από τη Βουλή εν σώματι, αρνούμενοι να επωμιστούν την ευθύνη για το χειρισμό του εθνικού ζητήματος από την κυβέρνηση. Από τότε και ύστερα, το σχίσμα απλώθηκε στην εξωτερική όπως και στην εσωτερική πολιτική και οι βενιζελικοί άρχισαν να κατηγορούν την κυβέρνηση για προδοσία, όσο και για ανικανότητα».
Η διάσπαση της «εθνικής ενότητας» στο αστικό επίπεδο εξουσίας και με το βλέμμα στην επόμενη μέρα δεν είναι η μόνη. Υπάρχει ένα βαθύτερο ρήγμα που χωρίζει το λαό από τα πολεμοκάπηλα σχέδια. Οι φτωχοί χωρικοί, ο κόσμος της εργασίας στις πόλεις, οι γυναίκες που έχουν τους συζύγους και τους γιους τους στο μέτωπο περίπου 10 χρόνια, πεινούν, δυστυχούν και απαιτούν ΕΙΡΗΝΗ.
Στο Στρατό σημειώνονται δεκάδες χιλιάδες λιποταξίες, αυτοτραυματισμοί και «Οι κομμουνιστές είχαν επωφεληθεί από τα τρία χρόνια του πολέμου για να δημιουργήσουν εχθρικούς θυλάκους ανάμεσα στους άνδρες». (…) Μερικοί ενεργητικοί οργανωτές του κόμματος από την Παλαιά Ελλάδα κατόρθωσαν να εγκαταστήσουν σ’ όλο το Νότιο Συγκρότημα του στρατού ένα δίκτυο συμπαθούντων που ήταν έτοιμοι να ενθαρρύνουν τάσεις ηττοπάθειας. Γιατί οι κομμουνιστές ήταν σταθερά αντίθετοι σ’ αυτόν τον αποικιακό πόλεμο. Ιδιαίτερα δικτυωμένοι ήταν στον τομέα των επικοινωνιών – στα τηλεγραφεία και στις σιδηροδρομικές γραμμές. Από αυτές τις θέσεις μπορούσαν να διασπείρουν κομμουνιστικές μπροσούρες και την εφημερίδα του κόμματος, το ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, σε όλα τα σημεία του μετώπου και να βοηθήσουν στη διακίνηση των λιποτακτών που προσπαθούσαν να γυρίσουν στην Παλαιά Ελλάδα. Οι κομμουνιστές δεν μπορούσαν μόνοι τους να απεργαστούν την κατάρρευση του μετώπου ή τον κλονισμό του ηθικού. Αλλά μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να ενθαρρύνουν τους άνδρες να ρωτήσουν: Γιατί βρισκόμαστε εδώ και για ποιο σκοπό πολεμούμε; (…) Τα παράπονα των ανδρών ήταν αληθινά, δεν τα ονειρεύονταν οι ταραχοποιοί».
Αλήθεια, τι απόσταση χωρίζει αυτή την αντιπολεμική δράση της αριστεράς από το ακόλουθο απολογητικό απόσπασμα της Δ. Σωτηρίου «ο στρατός, αν και κουρασμένος, διαιρεμένος, καταπροδομένος και δίχως εφόδια έκανε στο ακέραιο το χρέος του, όσο πίστευε πως πολεμάει για μια δίκαιη ελληνική υπόθεση».
Ιδιαίτερη σημασία έχει η περιγραφή του ανταγωνισμού του ελληνισμού με την Ιταλία και τη Γαλλία. Η οσμή του πετρελαίου είναι έντονη. Στο κονταροχτύπημα μεταξύ Στάνταρ Οιλ και Ρόγιαλ Ντατς Σέλλ υπάρχει η συνδρομή των αντίστοιχων κυβερνήσεων, χωρίς η Γαλλία να μένει αδιάφορη. Όπως διαπιστώνει ο Ν. Ψυρούκης «ο λαβύρινθος των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, έπαιξε σοβαρό και αποφασιστικό ρόλο, στις εξελίξεις της Εγγύς Ανατολής, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Κοινός σκοπός όλων των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων υπήρξε τότε η συντριβή του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην Εγγύς Ανατολή, η εδραίωση του αποικιακού καθεστώτος, η μετατροπή της περιοχής σε ισχυρό αντισοβιετικό προγεφύρωμα. Όμως ο κοινός σκοπός στάθηκε ανήμπορος να διατηρήσει την ενότητα τους».
Η αδυναμία της ελληνικής εκστρατείας να επιβάλει την κατοχή της Αντάντ και να καταστείλει το κεμαλικό κίνημα, η ίδια η ανάπτυξη της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης, η παρέμβαση της ΕΣΣΔ, σε συνδυασμό με τα συγκρουόμενα ιμπεριαλιστικά σχέδια έφεραν πιο κοντά την κατάρρευση του κοινού μετώπου, άνοιξαν το δρόμο στις ξεχωριστές προσεγγίσεις, που ερμηνεύονται από το παραδοσιακό σχήμα της «προδοσίας».
Όσον αφορά τις σφαγές και τις βιαιοπραγίες, η εκτίμηση δεν συνδέεται με κανένα πολιτικό πλαίσιο και απλώς η έναρξη των αντεκδικήσεων χρεώνεται στους Τούρκους μετά την ανακατάληψη του Αϊδινίου στις 16 Ιουνίου 1919. «Πώς να το χωρέσει ανθρώπινο μυαλό πως οι χθεσινοί καλοκάγαθοι ευγενικοί φίλοι μας, που η αγάπη της κοινής γης και η κοινή ζωή τους είχε δέσει τόσο ζεστά μαζί μας. Είχαν μεταβληθεί σε άγρια θηρία! Κίρκη είναι ο πόλεμος. Αβυσσαλέα πρωτόγονα ξέσπασαν τα μίση. Τα συνθήματα του Νουρεντίν είχαν βρει το κατάλληλο έδαφος: Θάνατο στους Έλληνες! Σφάζετε, εξοντώνετε τους! Κατά των γυναικών πράξετε ότι βούλεσθε. Περιφρονήστε την τιμή τους. Η ώρα για εκδίκηση ήρθε! Εμπρός, παιδιά!».
Αναγνωρίζει η συγγραφέας ότι η ξένη κατοχή ένωσε του Τούρκους που αρνήθηκαν τον περιορισμό του κράτους τους στο βιλαέτι του Ικονίου και σε μικρά τμήμα της περιοχής ης Προύσας. Αναφέρεται στο κίνημα του Νουρεντίν, που από την πρώτη στιγμή της Ανακωχής προσπαθεί να ξεσηκώσει το λαό σε αντίσταση κατά της Αντάντ. Αργότερα η Αντίσταση θα ευτυχήσει να εκπροσωπηθεί από τον Κεμάλ, ένα πολιτικό ανάλογου πολιτικού διαμετρήματος με αυτό του Βενιζέλου της εποχής των εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων.
Εντύπωση προκαλεί η θεώρηση της Δ. Σωτηρίου για τις εκλογές του 1920. Θα επαναλάβει τις εκτιμήσεις του Ψυρούκη που κάνουν λόγο για εσωτερική λαϊκή πίεση και εξωτερική αγγλική παρέμβαση. Οι Άγγλοι είναι σίγουροι για τη βενιζελική ήττα και επιθυμούν εκλογές, γιατί του καταλογίζουν πρόσδεση στο γαλλικό άρμα. Οι συνθήκες που θα επικρατήσουν μετά την ήττα Βενιζέλου θα επιφέρουν μια πιο υποταγμένη στους Άγγλους αντιβενιζελική πολιτική διακυβέρνηση. Αστυνομικό σενάριο που ταιριάζει στις αριστερές ερμηνείες των ξένων συνωμοσιών κατά της χώρας μας!
Αφού η συγγραφέας αναλύσει τα αίτια, προβάλει τα βαθύτερα αίτια της καταστροφής και αναδείξει το μέγεθος του ανθρώπινου δράματος, θα προσπαθήσει να προσεγγίσει μια διαφορετική λύση του υπαρκτού μικρασιατικού προβλήματος. Επιχειρώντας να βρει ένα παράδειγμα θα στρέψει τη ματιά της στον Πόντο: «Κατά τον διετή περίπου χρόνον της υπό των ρωσικών στρατευμάτων κατοχής της Τραπεζούντας χώρας, συνεχίζει ο Χρύσανθος, εμερίμνησεν η εκκλησία ίνα η χώρα συνταχθή βαθμηδόν εις είδος αυτονόμου κράτους, συνδιοικούμενου υπό των Ελλήνων και Μουσουλμάνων».
Έτσι λοιπόν «εάν γινόταν αυτονομία και στα παράλια της Μ. Ασίας, αν οι Έλληνες ασκούσαν την ίδια ρεαλιστική και έξυπνη πολιτική, αν είχε επιχειρηθεί κατευνασμός των παθών, ο ελληνισμός της Μ. Ασίας δε θα είχε ξεσπιτωθεί, δε θα είχε σφαγεί, δε θα είχε ολοκληρωτικά ξεριζωθεί από τις προγονικές εστίες του».
Ουσιαστικά αποδέχεται και προβάλλει ως λύση το σχέδιο απελπισίας που παρουσίασε το ελληνικό κράτος «για να σώσει οτιδήποτε και αν σώζετε», ξεχνώντας τη δυναμική των εξελίξεων, του αίματος και του μίσους…
Πριν όμως φτάσουμε στο χείλος του γκρεμού «η μόνη σωτήρια λύση θα ήταν η απ’ ευθείας συνεννόηση με την Τουρκία για την κατοχύρωση των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολή. Ακόμα και μετά την τρέλλα της μικρασιατικής εκστρατείας, και έως το 1920, υπήρχε κάποιο έδαφος για μια άμεση συνεννόηση».
Ιδιαίτερη θέση στα συμπεράσματά της έχει ο ανώτερος κληρικός της Τραπεζούντας, Χρύσανθος. Οπωσδήποτε είναι ένα αξιοπρόσεκτο ιστορικό πρόσωπο. Το γεγονός όμως ότι προβάλλεται τόσο πολύ από την αριστερή συγγραφέα μας και μάλιστα σε ένα έργο της φορτισμένο από το Κυπριακό, θέτει ερωτήματα για τους συνειρμούς που εν δυνάμει διασταυρώνονται με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, που όσο σημαντικά και ενδιαφέροντα και αν είναι, τα αφήνουμε για περαιτέρω ιστορική έρευνα…
Στο κεφάλαιο ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΗΣΙΜΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ θα υπερασπιστεί ξανά τον ελληνικό στρατό «ο ελληνικός στρατός πολέμησε γενναία και πολλοί αξιωματικοί του μετώπου έβλεπαν τους κινδύνους και προειδοποιούσαν – αλλά ποιος τους άκουγε».
Αναπαράγει την άποψη του Καρολίδη «Στο οροπέδιο του Αφιόν Καραχισάρ ηττήθηκε ο ελληνικός στρατός όχι από τον Κεμάλ, μα από τη γαλλική πολιτική, που ασυναισθήτως συνέχιζε τον στανικό ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μ. Ασίας, ξεριζωμό που είχαν αρχίσει οι Γερμανοί με τον Λίμαν φον Σάντερς».
Τα συμπεράσματά της έχουν έντονο το άρωμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, καθώς ο ρόλος των ξένων είναι κεντρικός και ο Διχασμός προκρίνεται ως η μεγάλη κατάρα του έθνους , που μεθοδικά όμως προκαλούν οι Μεγάλες Δυνάμεις για ίδια συμφέροντα: «Από τις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου οι Γερμανοί με τον Κωνσταντίνο, οι Αγγλογάλλοι με το Βενιζέλο, δίχασαν την Ελλάδα, πυράκτωσαν πάθη και πλάνες για να κάνουν καλύτερα τις δουλειές τους, να μεταβάλουν την Ελλάδα σε ξέφραγο αμπέλι, ν’ απαλλοτριώσουν την εθνική μας ανεξαρτησία, να εμπορευθούν το αίμα του στρατού μας, να χρησιμοποιήσουν σαν βάσεις τα εδάφη μας, ν’ αποσπάσουν ακόμα και εδάφη της ελληνικής επικράτειας και να τα χαρίζουν ή να τα διαθέσουν σε τρίτους και τελικά να μας στείλουν να φάμε το κεφάλι μας στη Μ. Ασία».
Τη λύση για το έθνος θα την προτείνει η Δ. Σωτηρίου δια στόματος του συντηρητικού πρέσβη Κ. Σακελλαρόπουλου «Αλλά δεν είναι και τώρα πολύ αργά δια να αντλήσουμε μαθήματα από τα παλαιά εκείνα παθήματα. Νέοι κίνδυνοι απειλούν και σήμερα την Ελλάδα και είναι σκληρόταται αι δυσκολίαι κατά των οποίων και πάλιν παλαίει. Ας αντιμετωπίση και ταύτας και εκείνους το έθνος ηνωμένον. Μόνον εις την ένωσιν θα εύρη την δύναμιν ν’ αποφύγη τα οδυνηρά λάθη του παρελθόντος και να κινηθή έξω, όχι βέβαια από τα φώτα, αλλ’ από την σκιάν της Δύσεως – και από κάθε σκιάν».

ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ…
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

Στο βιβλίο του ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ο Μ. Αξιώτης πραγματικό πρόσωπο και πρωταγωνιστής του έργου που ουσιαστικά συνέγραψε με τη Δ. Σωτηρίου ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ αρχικά περιγράφει την ζωή του έως τα 28 του χρόνια στο Κιρκινζέ ως τμήμα των καλόκαρδων σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Όμως «μετά το Βαλκανικό πόλεμο του 1912 άρχισε να καλλιεργείται ένα τεχνιτό μίσος, μια τεχνιτή έχθρα εναντίον μας, η οποία ως το 1922 μέσα σε μια δεκαετία φούντωσε και θέριεψε τόσο ώστε να καταστή πλέον αδύνατη η συμβίωσι μας με τους μέχρι πρότινος αδελφικούς μας φίλους και γείτονες. Η δεκαετία του 1912-22 θα μείνη στην ιστορία σαν μια από τις πιο συνταρακτικές περιόδους του αιώνα μας. Οι στυγνοί εγκληματίες που κατέστρωσαν και εν ψυχρώ εξετέλεσαν την γενοκτονία των 4000000 Ελλήνων και Αρμενίων πρέπει να καταγγελθούν επώνυμα για να συναιτήσουν τους απογόνους των, γιατί πολλοί απ’ αυτούς ετιμήθηκαν σαν ήρωες! Όπως ο Κλεμανσώ, ο Ορλάνδος, ο Τσώρτσιλ κλπ ενώ ήσαν οι οργανωτές και διατάξαντες την εκτέλεση του προσχεδιασμένου εγκλήματος»
Γρήγορα διαπιστώνουμε ότι παρά τις εκφρασμένες διαφωνίες μεταξύ των δύο συγγραφέων, τις οποίες αργότερα θα αναδείξουμε, υπάρχει συχνά και συγκεκριμένη ιδεολογική συμφωνία ως προς τις ευθύνες και τους σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων.
Αν και ιδιαίτερα η Δ. Σωτηρίου έχει προβάλλει την ιστορική συνέχεια στην παρουσία του ελληνισμού στη Μ. Ασία γρήγορα διαπιστώνουμε ότι π.χ. η οικογένεια του Αξιώτη είναι Τουρκόφωνη και μάλιστα ο παππούς του κατάγονταν από την Νάξο.
Παρουσιάζοντας την οθωμανική κοινωνία, εντύπωση προκαλεί η εξής περιγραφή: «στην ουσία οι Τούρκοι ήταν πολύ περισσότερο ραγιάδες από εμάς. Ρωμιοί, καθολικοί, εβραίοι ήταν ελεύθεροι να έχουν τα σχολεία τους, τις εκκλησίες τους, τη γλώσσα και τα ήθη, έθιμα τους όπως και οι Τούρκοι. Ήταν ελεύθεροι ν’ αγοράζουν ακίνητα και ν’ ασχολούνται με όποιο επάγγελμα ήθελαν. Δεν είχαν όμως το δικαίωμα να πάνε στρατιώτες και γι’ αυτό πλήρωναν ένα μετζίτι δηλαδή 20γρόσια το χρόνο από 20 έως τα 45 χρόνια». Οι χοντροειδής περιγραφές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην οποία υπάρχουν τυραννισμένοι άπιστοι ραγιάδες και ‘Α κατηγορίας πιστοί μουσουλμάνοι παραμερίζονται μπροστά σε μια πρώτη απόπειρα ανάδειξης της κοινωνικής της διάρθρωσης.
Όμως έτσι τίθεται μια σοβαρή αντίφαση της οθωμανικής κοινωνίας που πηγάζει από τον στρατό. Ενώ η στρατιωτική θητεία θεωρούνταν δικαίωμα για τους μουσουλμάνους, στην πραγματικότητα ήταν ένας τρομερός βραχνάς που μπορούσαν να απαλλαγούν μόνο οι ισχυρότεροι μέσω εξαγοράς. Οι φτωχοί έχαναν πολύτιμα χρόνια στα μέτωπα, συχνά άφηναν τα κορμιά τους ή έβγαιναν βαριά λαβωμένοι από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Έτσι λοιπόν οι φτωχοί αγρότες έπεφταν θύματα ενός άτυπου μηχανισμού οικονομικής εκμετάλλευσης, αφού για να μην χάσουν τα αγόρια τους, ήταν αναγκασμένοι να πουλούν όσο-όσο την όποια κτηματική περιουσία τους σε αυτούς που μπορούσαν να αγοράσουν και αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους αλλόθρησκους,
Φυσική συνέπεια «αυτό σιγά σιγά άρχισε να δημιουργή ένα μίσος, μια ζηλοφθονία στους γειτόνους μας»
Στο ερώτημα που τίθεται στον εν λόγω κεφάλαιο ΠΩΣ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΨΥΧΡΑΙΝΩΝΤΑΙ ΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ, η απάντηση του Μ. Αξιώτη διαφέρει κατά πολύ συγκρινόμενη με της Δ. Σωτηρίου, αναδεικνύοντας ότι εξίσου σημαντική με την πολιτική-οικονομική-στρατιωτική διάσταση του ιμπεριαλισμού είναι και η πολιτισμική! «Η αρχή του κακού πρέπει να αναζητηθή στα Ελληνικά, Γαλλικά, Αγγλικά και Γερμανικά σχολεία. Όλοι οι δάσκαλοι και καθηγηταί που δίδασκαν στα σχολεία του Μικρασιατικού Ελληνισμού προέρχονταν από την Ελλάδα. Των Γαλλικών από την Γαλλία και των Αγγλικών από την Αγγλία. Σε κανένα από αυτά τα σχολεία δεν υπήρχε Τουρκικός έλεγχος. Το κάθε σχολείο ανάλογα με την προέλευση του δασκάλου δίδασκε στα παιδιά Εθνική αγωγή όπως το σύμφερνε». (…) Έτσι τα παιδιά ακόμα και τα Τουρκόπουλα που είχαν την ατυχία να φοιτήσουν στα σχολεία αυτά, να γίνωνται ξενόφιλοι και εχθρικά κατά κάποιον τρόπο ενάντια στην ίδια την Πατρίδα τους».
Για τον ήρωα μας η Τουρκία ήταν ξέφραγο αμπέλι, γεμάτη κατασκόπους και προβοκάτορες, που τη διεκδικούν ως «χρυσόμαλλο δέρας». Εμπόδιο στις επιδιώξεις τους θεωρεί ότι μπορούσε να σταθεί ο ελληνισμός και συγκεκριμένα οι Έλληνες κεφαλαιούχοι, ικανοί να βιομηχανοποιήσουν την Τουρκία.
Ενώ η Δ. Σωτηρίου θεωρεί τον ελληνισμό νόμιμο κληρονόμο, ο ίδιος προσβλέπει σε ένα ρόλο εκσυγχρονιστή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πιστεύει ότι ήταν ορθή η άποψη του Παπαναστασίου «αν οι Έλληνες της Μ. Ασίας επωφεληθούν από το Τουρκικό Σύνταγμα και πουν η Τουρκία είναι και δική μας πατρίδα, έχουν να επωφεληθούν πολλά». (…) «Παντού και σε όλα τα Κράτη που υπάρχουν ξεχωριστές Εθνότητες ίδια είναι η κατάστασις. Πάντα οι μειονότητες έχουν διαφορές τέτοιες ώστε να αλληλοϋποβλέπονται και αυτό ας το ομολογήσωμε ανοικτά! Είναι αποτέλεσμα προπαγάνδας. Αν οι Λαοί αυτοί αφεθούν ήσυχοι από τους Προστάτες και τα Κράτη που τους έχουν υπηκόους πάψουν τις διακρίσεις, τότε θα ζουν αρμονικά και η Χώρα που ζουν θα είναι κοινή Πατρίδα όλων όπου γης και Πατρίς!»
Ο Αξιώτης θα αναδείξει τον ανταγωνισμό ως αιτία που προκαλεί την ανθελληνική προπαγάνδα, τη δαιμονοποίηση ιδιαίτερα των Ελληνικών αστικών πληθυσμών και κάνοντας χρήση του γνωστού διαχωρισμού μονοπώλια-μικρό κεφάλαιο θα γράψει «πώς είναι δυνατόν να καταλάβουν οι πτωχοί Τούρκοι εργάτες ότι τα μονοπώλια και οι μεγάλες Εταιρείες τρώνε κυριολεκτικά το μεδούλι τους και πως ο Έλληνας μπακάλης, υφασματοπώλης, μικροέμπορος, φαρμακοποιός, γιατρός κλπ. τρώνε τα ψίχουλα που τινάζονται και παίφτουν από τα αχόρταγα στόματα των δεινοσαύρων του Κεφαλαίου και του Ιμπεριαλισμού;»
Εντύπωση προκαλεί η απόσταση αυτής της πολιτικής θέσης του με την εμπειρία του στη Σμύρνη και πιο συγκεκριμένα από την εργασιακή του περιπλάνηση στους εμπόρους σταφίδας που έκλεβαν με προκλητικό τρόπο τον απλό και τυραννισμένο μουσουλμάνο αγρότη. Εξάλλου και για τον ίδιο του τον πατέρα η λέξη έμπορος σημαίνει κλέφτης «εγώ θέλω να σε κάνω έμπορο για να γλυτώσει ο τόπος αυτός από τους εμπόρους που μας κλέβουν»
Επίσης στα ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ λείπει εντελώς ο εξωραϊσμός του εμπορικού κόσμου που επιχειρείται από τη Δ. Σωτηρίου, όταν διαχωρίζει τον μικρό απατεώνα έμπορο από τον γνωστό μεγαλέμπορο που δεν έχει ανάγκη να προχωρά σε ποταπές πράξεις. Ο ΙΟΣ επισημαίνει ότι ο «Αξιώτης δεν αναφέρει το παραμικρό περί κοντραμπατζήδων (λαθρεμπόρων), ενώ η Σωτηρίου τον βάζει να δουλεύει για λογαριασμό τους και να εξυμνεί τη λεβεντιά τους, επιλογή που συνάδει με τη γενικότερη μεταπολεμική στροφή της μικρασιατικής λογοτεχνίας απέναντι στη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία».
Με το Σύνταγμα του 1908-1909 οι χριστιανοί αποκτούν το δικαίωμα της στράτευσης και το ασκούν στους Βαλκανικούς Πόλεμους. Ποια πατρίδα όμως θα υπηρετήσουν; Αυτή που μαθαίνουν στο σχολείο ότι έρχεται να τους ελευθερώσει ή την Οθωμανική. Η απάντηση δίνεται γρήγορα. Οι χριστιανοί φαντάροι, πολλοί από αυτούς μορφωμένοι, αξιοποιούνται από τον οθωμανικό στρατό ως υπαξιωματικοί και εκπαιδευτές της συντριπτικής πλειοψηφίας των αμόρφωτων μουσουλμάνων χωρικών, αλλά με την πρώτη ευκαιρία «όσοι βρίσκονταν κοντά στα Ελληνικά, βουλγαρικά και Αλβανικά σύνορα, περνούσαν στα εχθρικά στρατεύματα».
Επιπλέον, «ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας ολοφάνερα επιχαίρονταν για την ήττα των Τούρκων. Οι εφημερίδες έγραφαν με παχείς τίτλους τις πόλεις που κατακτούσαν οι Έλληνες και οι Σύμμαχοί τους. Δράμα, Σέρρες και Καβάλα και όλα τα νησιά τραγουδούσε ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας». Σιγά σιγά σχηματίζεται το πάζλ της βίας και του αίματος, με χρονική έναρξη πριν από το 1914 που θέτει η Δ. Σωτηρίου και για λόγους που συναντούμε και στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας.
Παράλληλα, οι εκδιωχθέντες μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τις κατακτημένες «χριστιανικές βαλκανικές χώρες» χρησιμοποιήθηκαν από τους ιμπεριαλιστές και τους σωβινιστές ως «κήρυκες μίσους εναντίον των Ελλήνων της Μ. Ασίας».
Αποκαλύπτεται ότι το 1914 και με την συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον ‘Α Παγκόσμιο Πόλεμο επέρχεται το αποφασιστικό ρήγμα. Ένας πόλεμος που χτύπησε ως συμφορά όλους τους υπηκόους, εξελίσσεται εξαιτίας της προπαγάνδας σε οριστικό ρήγμα: «Αντιμετωπίζουμε και την εχθρική στάσι όχι μόνον των απλών ανθρώπων (που ήσαν θύματα αισχρής προπαγάνδας) αλλά ακόμα και των επίσημων Τουρκικών αρχών. Οι απλοί και καλοκάγαθοι χωριάτες άρχισαν να μας συμπεριφέρονται βάναυσα. Όταν τους συναντούσαμε στους δρόμους μας έβριζαν, μας έδερναν και σκότωναν που και που κανέναν».
«Η Τουρκία ήταν σύμμαχος των Γερμανών, αλλά όχι ανεξάρτητος ή ισότιμος». Ιδιαίτερα προβάλλεται ο ρόλος του Γερμανού στρατηγού Λίπμαν φον Στάνδερς ο οποίος εμπνεύστηκε τα Τάγματα Εργασίας που αποσκοπούσαν στην εξόντωση μετά από κακουχίες και απάνθρωπη εκμετάλλευση των χριστιανών στρατεύσιμων, αλλά και τη μεταφορά των Ελληνικών οικογενειών που κατοικούσαν στα παράλια στο Βατούμ για λόγους στρατιωτικής ασφάλειας (με αποτέλεσμα την απώλεια 100000 ανθρώπων).
Κλίμα βίας, τρομοκρατίας και ανασφάλειας εξαπλώνεται παντού. Οι αγριότητες είναι καθημερινές, ενώ το καταρρέον κράτος βρίσκει ευέλικτους τρόπους να φέρνει τους υπηκόους του αντιμέτωπους, αποκρύπτοντας τις βαριές συνέπειες της ασκούμενης πολιτικής σε όλους. Φτάνει στο σημείο να ωθεί τους μουσουλμάνους λιποτάκτες εναντίον των αντίστοιχων χριστιανών τάζοντας Αμνηστία σε περίπτωση σύλληψης ή δολοφονίας τους.
Άλλη μια διαφορά που εντοπίζουμε ανάμεσα στο έργο της Δ. Σωτηρίου και αυτό του Αξιώτη είναι σχετικά με την στάση απέναντι στους λιποτάκτες. Αφενός μεν η στάση τους από τον Αξιώτη παρουσιάζεται λιγότερο ηρωική συγκριτικά με την αντίστοιχη της Σωτηρίου, ενώ ο ίδιος ο πρωταγωνιστής όχι μόνο δεν παίζει ρόλο σταθερού συνδέσμου με τις ομάδες των λιποτακτών, αλλά ο Αξιώτης αποκαλύπτει ότι το έκανε μόνο για μια φορά.
Παρά το γεγονός ότι οι οικογένειες που έχουν στρατεύσιμους συχνά με τεράστιους κινδύνους κρύβουν τα παιδιά τους, το Συμβούλιο της Δημογεροντίας κρατά αποστάσεις και τους θεωρεί κίνδυνο για την κοινότητα, φοβούμενη επιχειρήσεις εκκαθάρισης και μετακίνησης πληθυσμού από τον τουρκικό στρατό.
Η επιστράτευσή του και η διαβίωσή του στα Αμελέ Ταμπούρια αναδεικνύεται με τραγικό τρόπο: «Εδώ είμαστε μελλοθάνατοι: Και μάλιστα μελλοθάνατοι με βασανιστήρια!» Όποιος ήταν άτυχος και αρρώσταινε μεταφέρονταν «στο αναρρωτήριο, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξοντωτήριο».
Η σωτηρία έρχεται από τον Τούρκο αρχίατρο που επισκέπτεται αιφνιδιαστικά το κάτεργο και σοκάρεται από την κατάσταση των φυλακισμένων. Η εκσυγχρονιστική του διάθεση που συνοδοιπορεί με την αναφορά στο θρησκευτικό παράγοντα αποκαλύπτεται στο εξής απόσπασμα: «Νουρή εφέντη τι κατάστασις είναι αυτή, εσείς δεν φοβάστε θεό; Αν δεν λυπηθήκατε αυτούς τους ανθρώπους δεν σκεφτήκατε την υπόληψι του κράτους;».
Οι πρωταγωνιστές του δράματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που δεν είναι άλλοι από τους Γερμανούς επικυρίαρχους και μια κάστα αξιωματικών στιγματίζονται, καθώς εισάγεται ξανά η λογική της εξάρτησης: «Όλες αυτές οι αθλιότητες που βλέπεις είναι θέλησι των Γερμανών που δυστυχώς τις εκτελούν άνθρωποι σαν αυτούς τους μέθυσους αξιωματικούς που έχετε στο Τάγμα σας. Αυτοί καταρράκωσαν την αξιοπρέπεια της Τουρκίας…»
Αντίθετα, εξαίρεται η συμπεριφορά των Τούρκων τσιφλικάδων του Βελ-Εβή, που όχι μόνο κράτησαν μακριά τη βία και την προπαγάνδα του μίσους, αλλά και στήριξαν οικονομικά τους ανήμπορους χριστιανούς προσφέροντάς τους δουλειά.
Αν και η Δ. Σωτηρίου καταγγέλλει τον έρωτα μεταξύ αλλοθρήσκων, ο Αξιώτης θα βιώσει ένα σημαδιακό έρωτα με την Ενταβιέ, την κόρη μιας τουρκικής οικογένειας όπου είχε αποσπαστεί ως εργάτης από τα Τάγματα Εργασίας. Στο απόσπασμα που περιλαμβάνει τις σελίδες 91-130, περιγράφει το σμίξιμο τους και την προσφορά της κοπέλας να τον ακολουθήσει, ακόμη και αλλαξοπιστώντας. Τελικά θα την εγκαταλείψει, αλλά η υπεράσπιση του δικαιώματος των νέων να διαρρηγνύουν τους εθνοθρησκευτικούς φραγμούς, ακόμη και μέσα στις φλόγες του πολέμου είναι έκδηλο: «Ένας από τους αγάδες, 35 χρονών, Αλή μπεγ, αγάπησε μια Κιρκινζώτισσα 20 χρονών, τον αγάπησε κι εκείνη και έγιναν ανδρόγυνο, χωρίς να παντρευτούν επίσημα. Όταν ήρθε ο ελληνικός στρατός, η κοπέλα αυτή δεν εγκατέλειψε τον άνδρα της και πήγε μαζί του στη Σμύρνη. Όταν ο ελληνικός στρατός έφυγε από την Σμύρνη, ο Αλή μπέη την ρώτησε αν ήθελε να φύγει με τους δικούς της μαζί. Όπως αρνήθηκα να σ’ εγκαταλείψω όταν ήρθαν οι Έλληνες, έτσι και τώρα δεν θέλω να σ΄ αφήσω, εκτός αν με διώχνεις εσύ, του είπε, κι εκείνος την κράτησε και την παντρεύτηκε επίσημα.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι όχι μόνο θα περιγράψει και αυτός τη σφαγή των Αρμενίων, συμφωνώντας σε γενικές γραμμές με τις επισημάνσεις της Δ. Σωτηρίου, αλλά θα προχωρήσει και σε κάποιες αξιολογήσεις της εξέγερσης. «Οι δικοί σας προύχοντες χωρίς να σκεφτούν, παρασύρθηκαν από τις δελεαστικές προπαγάνδες των εχθρών της Τουρκίας, διάλεξαν σαν κατάλληλη περίσταση την διεκδίκηση ανεξάρτητου Αρμένικου κράτους και για να εξασκήσουν πίεση όπλισαν μερικές εκατοντάδες αντάρτες. Φυσικά η ανταρσία αυτή δημιουργήθηκε από τους Άγγλους. Όπως και η πάση θυσία καταστολή της διατάχθηκε από τους Γερμανούς. Η απόφαση της καταστολής βγήκε από το Υπουργείο Αμύνης με εντολή την πάση θυσία εξόντωση των ενόπλων, την σύλληψη και παραδειγματική τιμωρία όλων των παρακινητών και υποστηρικτών των ενόπλων. Όμως η εντολή παρερμηνεύτηκε με παρότρυνση ανεύθυνων υψηλά ιστάμενων προσώπων και επήλθε η μοιραία εξόντωση σε εκτεταμένες περιοχές. Η ανεύθυνη αυτή προπαγάνδα πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε κινδύνεψε να επεκταθή σε όλη την επικράτεια. Ευτυχώς βρέθηκαν πολλοί Τούρκοι με κύρος και παρεμπόδισαν την παρά πέρα επέκταση του κακού, με την απειλή ολοκληρωτικής εξοντώσεως του Τουρκικού λαού σε περίπτωση που θα έχαναν οι Γερμανοί τον πόλεμο. Άλλως σας βεβαιώ πως δεν θα έμενε ούτε Αρμένης, ούτε Ρωμιός».
Μόλις ο ελληνικός στρατός αποβιβάζετε στη Σμύρνη ο αντίστοιχος τουρκικός αποχωρεί από τις θέσεις του, κρύβοντας συχνά τον οπλισμό του. Οι ντόπιοι χριστιανοί ανακαλύπτουν τις κρύπτες και εξοπλίζονται, προκαλώντας τον τρόμο στους μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι επιλέγουν το δρόμο της φυγής ενώ τα εγκαταλελειμμένα σπίτια τους θα λεηλατηθούν και θα καούν από τους χριστιανούς, χθεσινούς τους γείτονες.
Γρήγορα τα όποια ειρηνικά σχέδια θα ανατραπούν. Οι Τούρκοι δημιουργούν αντάρτικες ομάδες και χτυπούν τον ελληνικό στρατό, ωθώντας τον τελευταίο στην επιστράτευση των Ελλήνων Μικρασιατών.
Οι αντιδράσεις είναι εύλογες: «πήρα μια εφημερίδα και διάβασα την διαταγή όλοι οι Έλληνες ΥΠΗΚΟΟΙ έγραφε από 20 έως 30 ετών κατοικούντες εις τας περιοχάς Σμύρνης Αϊδινίου ανυπότακτοι να παρουσιασθούν εις τα έμπεδα ή Φρουραρχεία εντός 10 ημερών από σήμερον». (…) Άλλο κ Γιώργη Έλληνας και άλλο Έλλην υπήκοος. Εμείς θα γίνουμε Έλληνες υπήκοοι όταν υπογραφή η Ειρήνη και δοθούν αυτά τα μέρη στην Ελλάδα είπα». Καταλήγοντας στο συγκλονιστικό συμπέρασμα «έτσι με την παραπλανητική και δελεαστική λαχτάρα της λευτεριάς πήραμε τα όπλα ενάντια στην ίδια την ύπαρξη μας».
Μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου και αντιπροσωπευτική των ακραίων διλημμάτων που έζησαν αυτοί οι άνθρωποι, είναι η περιγραφή της απαγωγής και δολοφονία του συγγενή του Τούρκου αντάρτη. Το κλίμα τρομοκρατίας που βιώνουν οι πληθυσμοί από τον ελληνικό στρατό κατοχής είναι έκδηλο. Η διήγηση για την αυθαίρετη σύλληψη-απαγωγή, το βασανισμό και το φόνο χωρίς κανένα καταλογισμό ευθυνών, δεν αφήνει κανένα ενδοιασμό για τις συνέπειες της ελληνικής κατοχής.
Αποκαλύπτεται ότι ανεξάρτητα από τα εθνικά χρώματα της μιλιταριστικής προπαγάνδας, διαχρονικά, η ιμπεριαλιστική τρομοκρατία και κατοχή θα χρησιμοποιήσουν τα ίδια λόγια, θα προβούν στις ίδιες πράξεις «στον πόλεμο δεν δικάζουν τους στρατιώτες που σκοτώνουν, αλλά τους βραβεύουν. Εδώ πολεμάμε για να καταστείλλωμε την ανταρσία του Κεμάλ και οι ΑΝΤΑΡΣΙΕΣ καταστέλλονται με αίμα, αναλαμβάνω όλη την ευθύνη του επεισοδίου και είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται ούτε να μας επιπλήξουν!».
Μέσω της παρουσίασης του διαλόγου Αξιώτη-δεκανέα εμφανίζει στοιχεία της δράσης της αριστεράς στο μέτωπο που αποκρύπτει η Δ. Σωτηρίου και αποκαλύπτει την πραγματική ουσία του πολέμου: «Εμάς μας έχει επιστρατεύσει ο Ιμπεριαλιστικός, ο κεφαλαιοκρατικός συνασπισμός και μας έστειλε εδώ για να τρομοκρατήσωμε και υποτάξωμε τους Τούρκους να δεχτούν τους ληστρικούς όρους που θέλουν να τους επιβάλουν και ο Κιορ-Μεμέτ μαζί με τον γαμβρό του Ισμαήλ και όλον τον Τουρκικό λαό πολεμάνε ν’ απελευθερώσουν την πατρίδα τους».
Η συνείδηση του Αξιώτη επαναστατεί. Τα πιστεύω του ανατρέπονται. «Τώρα κατάλαβα πως αυτός ο βρώμικος πόλεμος, άθελα μου με είχε κάνει δολοφόνο. Κατάλαβα πως εγώ ήμουν ένας κοινός εγκληματίας, ενώ ο Ισμαήλ ήταν ένας τίμιος πατριώτης που υπερασπιζόταν την Πατρίδα του».
Πάει όμως ακόμα ένα βήμα μακρύτερα στους συνήθεις απολογισμούς της Μικρασιατικής Εκστρατείας: «όλος ο Τουρκικός λαός που μας μισούσαν θανάσιμα, δεν θα συγχωρούσαν ποτέ τουλάχιστον εμάς τους Μικρασιάτες δια την ένοπλη βοήθεια που προσφέραμε στους Έλληνες κατακτητές της πατρίδας των». Και συμπληρώνει «όμως βοήθησες τους εχθρούς των πατριωτών σου, μόνον και μόνον γιατί ήταν ομόθρησκοι σου, κι’ ας μην σε εμπόδιζε κανείς να έχης την εκκλησία σου, το σχολείο σου, το επάγγελμα σου, μουλεγε».(…) Ως τόσο και συ είσε θύμα. Είσε θύμα των εμπόρων του πολέμου.
Η προσέγγισή του επομένως για τα αίτια του ολοκληρωτικού πολέμου αναδεικνύει και την «προδοτική ελληνική Μικρασιατική στάση» απέχοντας πολύ από την άποψη της Δ. Σωτηρίου, που όποτε δεν μιλά για ευθύνες ξένων, «δείχνει» ως αιτία την έναρξη των θηριωδιών από τους Τούρκους.
Και όσο η αντίσταση αναπτύσσεται, «απαιτείται» η απόλυτη συντριβή, η απόλυτη ήττα του Κεμαλικού κινήματος: «έπρεπε να σκοτώνουν και μάλιστα όλον τον Τουρκικό στρατό αν μπορούσαν, για να ζήσουμε».
Οι τρομερές αντιφάσεις του πρωταγωνιστή, αποκλεισμένες βεβαία από τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ , συγκλονίζουν «Λυπόμουν πολύ γιατί άθελα μου σκότωσα έναν αγνόν πατριώτη και υπερασπιστή της ελευθερίας της πατρίδας του, αλλά δεν εύρισκα και κανέναν άλλον τρόπο να σωθώ τόσο εγώ όσο και όλοι οι σύντροφοι μου. Αυτή η όχι και τόσο ξεκαθαρισμένη πάλη της συνείδησης μου ξεκαθάρισε ύστερα από 20 χρόνια όταν οι γερμανικές ορδές κατέλαβαν την Ελλάδα και αναγκάστηκα να βγω στο βουνό με τα παιδιά μου. Κάθε φορά που χτυπιόμαστε με τους Γερμανούς έβλεπα τον Ισμαήλ ολοζώντανο μπροστά μου».
Η συμφιλίωση τους θα γίνει πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Μ. Αξιώτης, αντάρτης του ΕΛΑΣ που πολεμά τις κατοχικές δυνάμεις και τους Πόντιους συνεργάτες τους του Μιχάλ Αγά, θα δεχτεί στον ύπνο του τον Ισμαήλ του Κιορ Μεμέτ τον γαμβρό.: «Έμαθα πως βγήκες αντάρτης και πολεμούσες τους Γερμανούς που κατακτήσανε την πατρίδα σου και κατάλαβα πως μετάνιωσες για την αδικία που έκανες σε μένα και σε συγχώρεσα μακάρι να μετανιώσουν όλοι όσοι έβαψαν τα χέρια τους στο αίμα να μετανιώσουν σαν εσένα μου είπε».
Ο Αξιώτης όμως θα αποκαλύψει και άλλες πτυχές της καθημερινότητας της ελληνικής κατοχής: την επιβολή αγγαρείας στους χωρικούς από τον στρατό, που είναι υποχρεωμένοι να του παραχωρούν ακόμη και ξύλα, αλλά και τις εντάσεις που ξεσπούν στο εσωτερικό των μουσουλμανικών χωριών εξαιτίας της στάσης τους απέναντι στον κατακτητή.
Επίσης στα ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ αποκαλύπτεται ότι το Μικρασιατικό μέτωπο δεν ήταν ένα «πεδίο δόξης λαμπρόν» αλλά τόπος δυσμενούς μετάθεσης, που το καθεστώς του Γούναρη έστελνε τους πολιτικούς του αντιπάλους. «Πέρασαν 2-3 εβδομάδες και στο λόχο μας ήρθαν 15 καινούργιοι, όλοι Κρητικοί. Αυτοί ήταν όλοι χωροφύλακες και άλλοι ευνοούμενοι του Βενιζελικού κόμματος. Από κείνους που διαθέτουν μέσα και μένουν στα μετόπισθεν. Τώρα το Βασιλικό κόμμα του Γούναρη τους είχε ξηλώσει και μας τους έστειλε πεσκέσι».
Ο συγγραφέας θεωρεί λαθεμένη την παρουσίαση του ελληνικού στρατού ως απελευθερωτικού. Θεωρεί ότι σκοπός των ξένων ήταν η χρησιμοποίηση του ελληνικού στρατού για να εκβιάσουν τους Τούρκους να αποδεχτούν την Συνθήκη των Σεβρών και παράλληλα να σπείρουν μίσος μεταξύ Ελλήνων-Τούρκων. Ο εξοπλισμός των χριστιανικών κοινοτήτων συνέβαλε στην επιτυχία αυτής της πολιτικής.
Όμως η αποτυχία των ελληνικών επιχειρήσεων, που είχαν οδηγηθεί σε τέλμα είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν τα φαινόμενα λιποταξίας ακόμη και μεταξύ των επιστρατευμένων Μικρασιατών. Ξαφνικά και χωρίς καμιά ιδιαίτερη πίεση, τον Αύγουστο του 1922, ο ελληνικός στρατός καταρρέει από την επίθεση του Κεμάλ. Γρήγορα η υποχώρηση μετατρέπεται σε άτακτη φυγή.
Ο στρατός μοιάζει με αγέλη πεινασμένων λύκων. «Όποιο χωριό, πόλη ή κωμόπολη κι αν περνούσε, οργίαζε κυριολεκτικά. Δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Έσφαζε, βίαζε, λεηλατούσε, έκαιγε κι άφηνε πίσω του, ερείπια, καπνούς. Αίμα και δάκρυα. Μια απαίσια φλόγα είχε βγη από το Αφιόν Καραχισάρ, κι ώσπου να φθάσω στην Σμύρνη πάντα μπρος μου βρισκόταν».
Αυτός ο καπνός θα ενωθεί αργότερα με τον καπνό από την πυρπολημένη Σμύρνη καθώς «πίσω μου έρχονταν οι Τούρκοι λυσσασμένοι και διψασμένοι για εκδίκηση, για όσα τους είχαμε κάνει». Ούτε περνά από το μυαλό του να σταματήσει τους συναδέλφους του και να αντισταθούν στην τουρκική επέλαση, όπως γράφει η Δ. Σωτηρίου.
Και ο ελληνικός στρατός; Φεύγει. Πως μπορούσαμε να φανταστούμε ότι ο Ελληνικός στρατός που τον υποδεχθήκαμε με τόση χαρά, τον φιλοξενήσαμε στα σπίτια μας, τους ξεκουράσαμε στα κρεββάτια μας, και τον βοηθήσαμε όσο κι όπως μπορούσαμε πως θα σηκωθή να φύγη χωρίς να φροντίση να σώση τουλάχιστον τις ψυχές μας και τώρα περιμένουμε πότε θα έρθουν οι Τούρκοι για να μας σφάξουν;»
Εγκατάλειψη. Από όλους. Ελληνικό στρατό, Ύπατο Αρμοστή, Συμμάχους. Οι τσέτες του Πεχλιβάν εισέρχονται στην Σμύρνη προκαλώντας τρόμο. Τις αρχικές καθησυχαστικές ανακοινώσεις διαδέχεται η είδηση της φωτιάς που ξεκίνησε από τον αρμένικο μαχαλά και ο πανικός. Γρήγορα συνειδητοποιούν ότι πρόκειται για καλοσχεδιασμένο εμπρησμό.
Ενώ οι Σύμμαχοι αδιαφορούν, ο τουρκικός όχλος και στρατός εφορμούν και αρχίζουν τις ανείπωτες βιαιότητες. Παράλληλα, ο Αξιώτης θα θυμηθεί να περιγράψει και τη δράση των ελληνικών τρομοκρατικών ομάδων που οργίασαν στα τουρκικά χωριά από το Κιρκινζέ ως το Αϊδίνι, κάτι που διαφεύγει των διηγήσεων της Δ. Σωτηρίου.
Αργότερα, ο Αξιώτης θα αναφερθεί στην ομηρία 160-170 χιλιάδων νέων ανδρών που συνελήφθησαν από τον Τουρκικό στρατό. Είναι και αυτό μέρος της εκδίκησης. Όμως «ο Μικρασιατικός Ελληνισμός δεν πλήρωσε μόνον με τις εκδικητικές πράξεις των Τούρκων τις συνέπειες του άσκοπου και βρώμικου αυτού πολέμου. Επλήρωσε και τις πολεμικές αποζημιώσεις που θα πλήρωνε τη Ελλάδα (ως κράτος) προς την Τουρκία με τις περιουσίες που άφησε πίσω του, με τον περιβόητο Συμψηφισμό των περιουσιών των 180000 Τούρκων που έφυγαν από την Ελλάδα με τις περιουσίες των δύο περίπου εκατομμυρίων Ελλήνων που έφυγαν από την Τουρκία και έτσι οι 80% των προσφύγων μόλις πήραν το εισόδημα μιας μόνον χρονιάς».
Μια ακόμη διαφορά μεταξύ των δύο διηγήσεων αφορά την περιγραφή του εγκλεισμού των Ελλήνων κρατουμένων. Σύμφωνα με τη Δ. Σωτηρίου, η αποκτήνωση των εγκλείστων είναι τμήμα της διαδικασίας διαπόμπευσής τους από τους Τούρκους, ενώ ο Αξιώτης θεωρεί ότι «οι τόσο τραγικές συνθήκες που ζήσαμε ώσπου ναρκωθούμε εκεί μας είχαν εξαθλιώσει σε τέτοιο βαθμό που είχαμε αποκτηνωθεί και χάσει κάθε μέτρον ανθρωπιάς». Βεβαίως η τραγωδία των 800 περίπου αιχμαλώτων που ξεκίνησαν από τη Μαγνησία και έφτασαν 350 μόνο στο Αχμετλή, εξαιτίας της κτηνωδίας των στελεχών του τουρκικού στρατού, είναι δύσκολο να περιγραφεί.
Τέλος, η Δ. Σωτηρίου δεν θα αναφερθεί στο τι βίωσαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα και κυρίως δε θα μιλήσει για τον απίστευτο ρατσισμό των κατοίκων της Παλαιάς Ελλάδας. Όμως ο πρωταγωνιστής μας θυμάται ότι «Ανεξάρτητα από την επίσημη κρατική ευμενή υποδοχή, ο Ελληνικός πληθυσμός στην συντριπτική του πλειοψηφία μας υποδέχτηκε με εχθρότητα. Στην Τουρκία είχα τη διακριτική Τουρκική σφραγίδα του (γκιαβούρ) άπιστου οποία τώρα αντικαταστάθηκε με την ταπεινωτικής έννοιας σφραγίδα του πρόσφυγα. Τουρκόσπορος και παληοπρόσφυγας μας αποκαλούσαν».
Ο Αξιώτης θεωρεί ότι η ανταλλαγή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας ήταν αναμφισβήτητα η πιο επαίσχυντη και εγκληματική πράξις που διαπράχθηκε (από τους ανθρώπους που συνήλθαν στην Συνθήκη της Λωζάνη και απεφάσισαν ερήμην των τεσσάρων περίπου εκατομμυρίων ανθρώπων Τούρκων, Αρμενίων και Ελλήνων, να ξεριζωθούν από τα πατρογονικά τους εδάφη…».
Αντί επιλόγου θα καταθέσουμε το διάλογο μεταξύ του αντάρτη Μ. Αξιώτη και του καπετάν Υψηλάντη γιατί θεωρούμε ότι το μήνυμα του είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Ιδιαίτερα σήμερα που από τα Βαλκάνια έως τον Καύκασο και από την Αφρική έως, εκ νέου, στην Τουρκία, τα μειονοτικά προβλήματα είναι στο προσκήνιο. Η υποκριτική υπεράσπιση των δικαιωμάτων συχνά αποκρύπτει ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και ανταγωνισμούς, μεγαλοϊδεατικές βλέψεις και συνδιαλλαγή των μειονοτικών ελίτ.
Ας τους δώσουμε το λόγο:
«Αλήθεια μπάρμπα Μανώλη από πού είσαι; Όταν του είπα Μικρασιάτης, ώστε με δύο πατρίδες; Όχι τώρα είμαι Έλληνας καθαρώς του είπα και τότε Έλληνας ήσουν και ίσως πιο πολύ Έλληνας από μας.
Εγώ γεννήθηκα στο Βουτζά από Σαμιώτη Καθηγητή που είχε έρθη στη Σμύρνη. Ελεύθερος και παντρεύτηκε εκεί. Εκείνος μου έλεγε άλλα και εγώ σαν μεγάλωσα και έγινα δάσκαλος τα έβλεπα.
Εσείς ποτέ δεν είπατε πως η Τουρκία ήταν και δική σας πατρίδα. Εκεί γεννήθηκε ο παππούς σου, εκεί ο πατέρας σου, εκεί γεννήθηκες και εσύ. Εκεί είχατε τις περιουσίες σας, εκεί τις εκκλησίες σας, εκεί τα σχολειά σας, εκεί μιλούσατε ελεύθερα την γλώσσα σας και οι νόμοι δεν κάνανε διάκριση αλλά εσείς θέλατε και προσπαθούσατε με κάθε τρόπο να υπονομεύσετε το τουρκικό κράτος.
Είχατε το πατροπαράδοτο μίσος. Πάλιν με χρόνια και καιρούς δικά μας και οι Τούρκοι στην Κόκκινη Μηλιά».
Η παρουσίαση των δύο βιβλίων αποκαλύπτει γιατί η ανακοίνωση της διανομής του έργου ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ μετατράπηκε σε προπαγανδιστική ντουφεκιά στον αέρα, στοχεύοντας στον αποπροσανατολισμό.
Αλλά και τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους «Σοφοί» δεν επιθυμούν την είσοδο συγκεκριμένων έργων και απόψεων στις σχολικές αίθουσες

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΥΝΕΔΡΙΩΝ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Αθήνα 2008.

ΒΙΒΛΙΑ

Αλεξιάδου Σ. Γεωργίου, ΤΑ ΑΠΩΤΕΡΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-1941, Αθήναι 1982.
Αξιώτης Μανώλης, ΕΝΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ, Πειραιεύς 1976.
Βεντήρης Γεώργιος, Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1910-1920, Αθήναι 1970.
Ζαρίφης Λ. Γεώργιος, ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ. ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ, ΤΡΟΧΑΛΙΑ, Αθήνα 2002.
Κωστόπουλος Τάσος, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης. 1912-1922, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007.
Μάξιμος Σεραφείμ, Κοινοβούλιο ή Δικτατορία; ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, Αθήνα 1975
Μπάτση Δημήτριου, Η ΒΑΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΚΕΔΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1977.
Πλαστήρας Νικόλαος, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919. Κίνημα 6ης Μαρτίου 1933. Αλληλογραφία, ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1989.
Ρήγος Άλκης, Η Β’ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 1924-1935. ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ, ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 1999
Smith Llewellyn Michael, ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 1919-1922, ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, Αθήνα 2002.
Σωτηρίου Διδώ, Η Μικρασιατική καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2004.
Σωτηρίου Διδώ, ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1983.
Φλαϊσερ Χάγκεν, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Δημόσια Ιστορία, ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2008.

ΑΡΘΡΑ

Γκίκας Αναστάσης, «Η εκστρατεία στη Μικρά Ασία και το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού», ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Αθήνα 1-4-2007.
Μαγλίνη Ηλία, «Έκανα καλά που μετέφερα τα Ματωμένα Χώματα στην τηλεόραση;», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αθήνα 18-09-2008.
Ο ΙΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, «Εγώ, ο Μανώλης Αξιώτης. Τα αυθεντικά Ματωμένα Χώματα». Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2008, σ. 33-36.
Τρίγκα Νότα, «ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ. Αντιπερισπασμός με τα Ματωμένα Χώματα», ΒΗΜΑ, Αθήνα 26-3-2007.
Πηγή

Σχόλια