Το εγχείρημα της κοινωνικής χειραφέτησης στη σημερινή Ελλάδα είναι αξεδιάλυτα δεμένο με την απελευθέρωση της πατρίδας


του Βαγγέλη Αντωνίου
Η συζήτηση για τη σχέση/αντίθεση του ταξικού με το πατριωτικό, του εθνικού με το διεθνιστικό, επανέρχεται σήμερα, όχι τυχαία και καθόλου ανεπίκαιρα και στους κόλπους του μετωπικού σχήματος της ΛΑΕ και ανάμεσα στα «ιστορικά» ρεύματα που έχουν τη μήτρα τους στο κομμουνιστικό κίνημα αλλά και μ’ έναν τρόπο «οριζόντιο» μέσα στο ίδιο το Αριστερό Ρεύμα. Η συζήτηση αυτή, ακόμη μάλιστα περισσότερο η επιτηδευμένη προσπάθεια να περιοριστεί η εμβάθυνση ή/και να αμβλυνθεί η οξύτητα της σχετικής αντιπαράθεσης, στη λογική των περίφημων «ισορροπιών» είτε σε κείμενα-σούπα είτε στην αναπαραγωγή/διατήρηση δοτών συσχετισμών, συνδέεται με την υποβάθμιση κρίσιμων ζητημάτων, ένα μόνο εκ των οποίων αποτελεί η «πολιτική συμμαχιών» και η περίφημη συζήτηση περί μετώπων. Με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, τον χαρακτήρα της σύγκρουσης στη σημερινή Ελλάδα και με ορίζοντα που καταλαμβάνει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο.

Ο σχετικός διάλογος που το τελευταίο διάστημα μέχρι και σήμερα έχει διεξαχθεί μέσω.... εκατέρωθεν αξιόλογων συμβολών (π.χ. του Γιάννη Τόλιου και του Αντώνη Νταβανέλου και όσων «ομαδοποιούνται», με όποιες αποχρώσεις, ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές) δεν είναι απαλλαγμένος από έναν ορισμένο καταναγκασμό σε στερεότυπα και επιχειρήματα των «ιστορικών» ρευμάτων στα οποία ανήκουν οι εκφραστές τους, καταναγκασμό που συνδέεται με την αυτό-επιβεβαίωση της κατά περίπτωση «ιστορικότητας». Δεν είναι, ωστόσο, στο ίδιο μήκος κύματος η αντιπαράθεση Μπελαντή -Ιωακείμογλου, η οποία διεξάγεται με σαφώς πιο σύγχρονους όρους, έχοντας στις εκατέρωθεν συμβολές ενσωματώσει επαρκώς και στοιχεία «ιστορικών» αλλά και αρκούντως προωθητικών ανασυνθέσεων, ώστε η συζήτηση αυτή να μπορεί να αποτελεί την πλέον γόνιμη βάση ανάπτυξης περαιτέρω του διαλόγου και της αντιπαράθεσης.

Στο πλαίσιο αυτό καθώς επίσης και στην προσπάθεια θεωρητικής και προγραμματικής εμβάθυνσης για το εγχείρημα του Α.Ρ. και της ΛΑΕ, θα επιχειρήσω εδώ να καταθέσω μια πρώτη δική μου συμβολή.

Αυτό που συμβαίνει στη μνημονιακή Ελλάδα, μια «αναπτυγμένη» καπιταλιστική χώρα ενταγμένη στην ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση, δεν μπορεί φυσικά να εξηγηθεί με βάση τις θεωρίες συνωμοσίας των κάθε λογής ψεκασμένων. Αλλά επίσης και η χωρίς προηγούμενο συμπύκνωση και προπαντός η κλίμακα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής κρίσης, η εξαέρωση μεγάλου τμήματος της κρατικής της «υπόστασης», η συνθήκη επιτροπείας της χώρας, με ιστορικό ανάλογο αυτό που επακολούθησε μετά την ήττα του 1897 και η ραγδαία αντικατάσταση θεμελιωδών αστικοδημοκρατικών θεσμίσεων με ένα «ειδικό καθεστώς» οιονεί έκτακτης ανάγκης, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τους κλασικούς όρους της μαρξιστικής ανάλυσης για τις καπιταλιστικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης.
  • Είναι φανερό πως χρειαζόμαστε και μάλιστα επειγόντως έναν εμπλουτισμό της θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό της εποχής μας και ακόμη περισσότερο μια σύγχρονη αντι-ιμπεριαλιστική στρατηγική και πολιτική. Που δεν θα αρθρώνει απλώς (τις αυτονόητες ούτως ή άλλως) εκφωνήσεις για αντιπολεμικά, φιλειρηνικά, αντινατοϊκά, φιλοπροσφυγικά και αντιρατσιστικά συνθήματα αλλά, εδώ, στη χώρα-ευρωπαϊκό υβρίδιο της υλοποίησης μιας τέτοιου κολοσσιαίου μεγέθους κοινωνικής αντιμεταρρύθμισης και αποικιοποίησης, θα συγκροτεί κίνημα-μέτωπο και συνάμα πολιτικο-κοινωνικό υπόδειγμα απελευθέρωσης από τον ιμπεριαλισμό, μια δική μας ελληνική ιντιφάντα, με την πατριωτική όσο και τη διεθνιστική της διάσταση.
  • Ας απαντήσουμε, κατ’ αρχάς, στα επιχειρήματα εκείνων που υποστηρίζουν την «αμιγή» μετωπική στρατηγική στη βάση «τάξη εναντίον τάξης», αντιτείνοντας σε όσους από εμάς θεωρούμε πως η αντι-ιμπεριαλιστική αλλά και η πατριωτική της διάσταση είναι κυρίαρχο στοιχείο της σύγκρουσης, ότι φέρνουμε από την πίσω πόρτα τις λογικές των σταδίων, του «λαϊκομετωπισμού», των «εθνικών» συμμαχιών κλπ.
-Η σύγχρονη στρατηγική του κεφαλαίου δεν είναι ο εθνικισμός και η εθνική αναδίπλωση αλλά οκοσμοπολιτισμός. Η κατάλυση των οικονομικών και όχι μόνο συνόρων για την ανεμπόδιστη επέλαση του χρηματοπιστωτικού και υπερεθνικού κεφαλαίου και των μηχανισμών κυριαρχίας του, μέσω της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης. Φορείς της οποίας είναι οι σύγχρονες ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις(με την ΟΝΕ να αποτελεί ένα από τα πλέον προκεχωρημένα φυλάκια). Συνεπώς μια ανταγωνιστική, κομμουνιστική στρατηγική δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στον αντίποδα της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής.

-Φαινόμενα εθνικιστικών αναζωπυρώσεων και ενίσχυσης της ακροδεξιάς, τόσο σε περιφερειακές όσο και μητροπολιτικές ευρωπαϊκές χώρες, κάθε άλλο παρά απηχούν την κυρίαρχη καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική στρατηγική, αντανακλούν, ωστόσο, (και) όψεις λούμπεν πληβειακού και βίαια προλεταριοποιούμενου μικροαστικού «ριζοσπαστισμού», που χειραγωγούνται σε μια ξενοφοβική και υπεραντιδραστική κατεύθυνση, ελάχιστα ανταγωνιστική και μάλλον παραπληρωματική της κυρίαρχης αστικής στρατηγικής.

-Φαινόμενα, επίσης, τύπου Φάρατζ ή Πέπε Γκρίλο, που κακώς συγκαταλέγονται στην ακροδεξιά, αντανακλούν ψήγματα αντίστασης τμημάτων της αστικής τάξης των χωρών τους, που συμπιέζονται από τον ηγεμονικό πυρήνα του κεφαλαίου και που, επιστρατεύοντας κάποια ακόμη εναπομείναντα αποθέματα «εθνικής» τους αυτοπεποίθησης, διεξάγουν μάχες οπισθοφυλακής με αντιφεντεραλιστικά χαρακτηριστικά και όντως εκφράζουν όψεις «εθνικής αναδίπλωσης».

-Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί κι άλλη μια πλευρά της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής του καιρού μας. Το κείμενο του σχεδίου θέσεων της ΛΑΕ μιλά κυρίως για τον περιφερειακό χαρακτήρα των πολεμικών συρράξεων στην εποχή μας. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να μην γίνει όσο πρέπει κατανοητή η χωρίς προηγούμενο «παγκόσμια» διάσταση των σχεδιασμών και της στρατηγικής του δυτικού κυρίως ιμπεριαλισμού. Και όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο, που είναι σχεδόν αυταπόδεικτο. Αλλά και στα πεδία: της διεξαγωγής των πολέμων (με κορυφαίο παράδειγμα το «ιδιωτικοποιημένο» μοντέλο πολέμου και κατοχής στο Ιράκ, που αξίζει να μελετηθεί σε μεγαλύτερο βάθος). Του παγκόσμιου πολέμου «κατά της τρομοκρατίας», ειδικά μετά τον Σεπτέμβρη του 2001 (εξαγωγή και παγκοσμιοποίηση μοντέλου επεμβάσεων, βιοπολιτικής διαχείρισης πληθυσμών, θέσμισης υπεραντιδραστικού νομικού οπλοστασίου, υπερεθνικού συντονισμού και δράσης έξω από κάθε επιμέρους κρατικό έλεγχο των μυστικών υπηρεσιών, θωράκισης και «διεθνοποίησης» των μηχανισμών καταστολής κ.ό.κ.). Της δημιουργίας νέων μηχανισμών (π.χ. Μ.Κ.Ο.), στο πλάι των παλιών και δοκιμασμένων, για την πρόκληση γεγονότων, τη χειραγώγηση ακόμη και εξεγέρσεων, για την αποσταθεροποίηση περιοχών ολόκληρων και την γενικευμένη υπονόμευση της κυριαρχίας έως και εξαφάνισης ακόμη κρατικών οντοτήτων. Τη διαχείριση, τέλος, προβλημάτων όπως το προσφυγικό-μεταναστευτικό και την μέσω αυτής μόχλευση νέων εστιών αποσταθεροποίησης. Με τη χώρα μας, δίπλα σε μια από τις πιο «θερμές» περιοχές του πλανήτη, να είναι -και χωρίς ακόμη να έχει εμπλακεί σε πολεμικό επεισόδιο- «πεδίο βολής φτηνό» επιχειρησιακών δράσεων όλων αυτών των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών και πρακτόρων και ζωσμένη με πλήθος ενεργών πυροκροτητών έτοιμων να αναφλεγούν ανά πάσα στιγμή.

αστική τάξη στην Ελλάδα και ιδιαίτερα ο ηγετικός της πυρήνας (το τραπεζικό κεφάλαιο και οι μονοπωλιακοί όμιλοι, όπως και το εφοπλιστικό κεφάλαιο) είναι κατ’ εξοχή κοσμοπολίτικη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι, παρά την χωρίς προηγούμενο συντελεσθείσα καταστροφή κεφαλαίου στην 8ετία της κρίσης (σε αριθμητικά δεδομένα ίσως και μεγαλύτερη απ’ αυτή που έχει συντελεστεί σωρευτικά στην εργατική δύναμη), καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν/συσσωματώνονται γύρω από την κυρίαρχη αστική στρατηγική δεν έχει ταχθεί υπέρ της «εθνικής αναδίπλωσης», το αντίθετο μάλιστα.

-Ο «ευρωπαϊσμός» της, όπως ήταν το όχημα της «επέκτασης» του ελληνικού καπιταλισμού στα μέσα της δεκαετίας του ’90, της «ισχυρής Ελλάδας» μέχρι και τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, έτσι και σήμερα, που ο ελληνικός καπιταλισμός έχει συνθλιβεί και η θέση του στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, παραμένει όχι απλώς η ιδεολογία της και η προμετωπίδα της αλλά και η ύστατη καταφυγή της. Οι πλάτες του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού είναι για τον ελληνικό αστισμό σήμερα όρος επιβίωσης στην ανοιχτή ή/και υποβόσκουσα κοινωνική αναμέτρηση.

Δεν είναι καινοφανές το σύμπτωμα αυτό. Η ελληνική αστική τάξη έχει παράδοση στη διαχρονική της «εθνική» λιποταξία και την προδοτική της συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό και μάλιστα στις πιο κρίσιμες στιγμές της νεώτερης ιστορίας αυτής της χώρας. Κορυφαίο παράδειγμα ήταν η περίοδος της γερμανικής κατοχής ’41-44. Και το περιγράφει γλαφυρά ο Άρης στον ιστορικό του λόγο στη Λαμία τον Οκτώβρη του ’44: «Μας κατηγορούν ότι θέμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρξε, μια που αυτοί το είχανε διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη όπου υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δεν νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες και τα πεζούλια μας. Αυτά δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»

Και τότε, όπως καλά γνωρίζουμε, δεν ήταν μόνο η «οικονομική» λιποταξία των καπιταλιστών, αλλά και η άμεση πολιτική και στρατιωτική συνεργασία του ελληνικού αστισμού με τους φασίστες κατακτητές αρχικά και τους Άγγλους και Αμερικάνους ιμπεριαλιστές στη συνέχεια, ενάντια στον ένοπλο λαό. Έτσι και σήμερα, η κοινωνία δεν είναι απλώς υπό τον ζυγό του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου, δεν έχει υποστεί μόνο μια λεηλασία και «απόδραση» κοινωνικού πλούτου, αλλά η χώρα ολόκληρη τελεί υπό καθεστώς πολύπλευρης  «κατοχής» εκ μέρους του ιμπεριαλισμού, με τη συνέργεια της ντόπιας ολιγαρχίας, του γερμανοντυμένου πολιτικού προσωπικού της και της οργανικής της διανόησης. Αυτό που είναι απολύτως προφανές στις υποτελείς τάξεις ότι δηλαδή η κρατική κυριαρχία μετατρέπεται σε άδειο κέλυφος, η λαϊκή κυριαρχία έχει εξανδραποδιστεί και η εθνική ανεξαρτησία εξαερωθεί, δεν μπορούμε εμείς να το αγνοούμε στο όνομα ενός παρεξηγημένου διεθνισμού που στην ουσία είναι κοσμοπολιτισμός.

Δεν είναι, επίσης, καθόλου άσχετος με τη συζήτηση ένας «εξ αριστερών» ιστορικός αναθεωρητισμός για τον ρόλο του Ε.Α.Μ., για τη «νικηφόρα ελληνική επανάσταση που χάθηκε» στη δεκαετία του ’40. Είναι βέβαιο πως τότε, η συσσώρευση της λαϊκής επαναστατικής δυναμικής στην Ελλάδα, προϋπέθετε τον απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στη γερμανική κατοχή - και στη συνέχεια τον δυτικό ιμπεριαλισμό - και ταυτόχρονα, στο έδαφος μάλιστα της αστικής λιποταξίας που περιγράψαμε, τη ρήξη με τον ελληνικό αστισμό. Καμία  πολιτική που θα παρέβλεπε αυτόν τον «διπλό» χαρακτήρα της σύγκρουσης δεν μπορούσε να νικήσει, κάποιοι «διεθνιστές» που σκέφτηκαν διαφορετικά κατέληξαν στην πλήρη απομόνωση και την ιστορική ανυποληψία.  Η ήττα της πολιτικής των Ε.Α.Μ./Κ.Κ.Ε. δεν οφειλόταν στο ότι συνέπηξαν και ηγήθηκαν ενός εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου (όπως ανιστόρητα λέει τώρα το Κ.Κ.Ε. και υποστηρίζουν, διαχρονικά, ορισμένοι από τροτσκιστική, «διεθνιστική» άποψη) αλλά ότι ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης ταυτίστηκε λανθασμένα, υποτιμώντας το «ταξικό» στοιχείο της σύγκρουσης, με την «εθνική ενότητα» με τον αντίπαλο (μ’ αυτό ακριβώς συγκρούστηκε σφοδρά, από γνήσιο ένστικτο, ο Άρης).

Υποστηρίζω πως σήμερα, στη συνθήκη της «κατεχόμενης» από τον ιμπεριαλισμό Ελλάδας, η στρατηγική της μαχόμενης αριστεράς δεν μπορεί να αποβεί νικηφόρα, δεν μπορεί καν να συγκροτήσει το «ιστορικό» μπλοκ της ανατροπής και της κοινωνικής αλλαγής:

-Αν δεν ενσωματώσει δημιουργικά τον στόχο της απελευθέρωσης της πατρίδας από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά, ως την αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση εκείνων των μετασχηματισμών που θα προσδιορίσουν (και) το εγχείρημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Η ανάκτηση της νομισματικής -πριν απ’ όλα- κυριαρχίας (και επιμένω πως έτσι πρέπει να το διατυπώνουμε, καθώς υπάρχουν και «σχέδια» νομισματικά, που μόνο κυριαρχία δεν εγκαθιδρύουν), η αθέτηση πληρωμών στο χρέος, η εθνικοποίηση των «στρατηγικών υψωμάτων» της οικονομίας και η ανάκτηση του ελέγχου της ΤτΕ και των βασικών μηχανισμών του κράτους, από μια γνήσια αριστερή κυβέρνηση, που όχι απλά θα διαμεσολαβεί αλλά θα βρίσκεται σε οργανική αλληλεπίδραση με το μαχόμενο λαϊκό κίνημα, είναι ο πρώτος κρίκος, ο πρώτος ενδιάμεσος μεταβατικός σταθμός στον μακρύ και δύσβατο δρόμο και της ανεξαρτησίας και της απελευθέρωσης των υποτελών τάξεων.

-Αν δεν αρθρώσει μια ηγεμονική αφήγηση για την ίδια τη χώρα, της οποίας η αστική τάξη έχει παραδώσει τα κλειδιά, την παραγωγική και πολιτιστική της ανασυγκρότηση, την ανάταξη της κατεστραμμένης οικονομίας της.

-Αν δεν συμβάλλει στην εμπέδωση ενός αυθεντικού λαϊκού πατριωτισμού στον κόσμο του μόχθου, τις δυνάμεις της εργασίας και της δημοκρατίας. Που θα σταθεί πολύτιμος όχι μόνο για τις συγκρούσεις που θα φέρουν την ανατροπή αλλά και μετά, για την υπεράσπιση της πατρίδας στον ανελέητο πόλεμο που θα δεχτεί και την «ιμπεριαλιστική περικύκλωση». Για να υπερασπιστεί ο λαός τα «πεζούλια» του, τις κατακτήσεις που θα οικοδομεί μέσα απ’ την πάλη του, τις ίδιες τις παραγωγικές δυνατότητες αυτού του τόπου, των ανθρώπων του και του πολιτισμού του.

Επιλέγω να κλείσω τούτο το σημείωμα παραθέτοντας το παρακάτω απόσπασμα του (υπεράνω υποψίας, φαντάζομαι, για έλλειμμα διεθνισμού) Μιχαήλ Μπακούνιν: «Οι λαϊκές μάζες όλων των χωρών αγαπούν βαθιά την πατρίδα τους. Αλλά αυτό είναι μια φυσική, πραγματική αγάπη. Ο πατριωτισμός του λαού δεν είναι ιδέα αλλά γεγονός και ο πολιτικός πατριωτισμός, η αγάπη του Κράτους δεν είναι η ακριβής έκφραση αυτού του γεγονότος αλλά μια εκφυλισμένη έκφραση μέσω μιας απατηλής αφαίρεσης, και πάντα προς όφελος μιας εκμεταλλεύτριας μειοψηφίας. […] Η εθνικότητα, όπως και η ατομικότητα, είναι ένα από τα γεγονότα αυτά. Οφείλουμε λοιπόν να τη σεβόμαστε. Η καταπίεσή της είναι έγκλημα -και για να μιλήσουμε με τη γλώσσα του Μαντσίνι- αυτή γίνεται ιερή αρχή κάθε φορά που απειλείται ή καταπιέζεται. Γι' αυτό λοιπόν συναισθάνομαι ειλικρινά και πάντα τον πατριώτη κάθε καταπιεσμένης πατρίδας. Η Πατρίδα αντιπροσωπεύει το ιερό και αδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε ανθρώπου, κάθε ομάδας ανθρώπων, ενώσεων, κοινοτήτων, περιοχών, εθνών να αισθάνονται, να σκέπτονται, να θέλουν και να δρουν με τον δικό τους τρόπο, και ο τρόπος αυτός είναι πάντα το αναμφισβήτητο αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας ιστορικής εξέλιξης. Υποκλινόμαστε, λοιπόν, στην παράδοση, στην ιστορία. Ή, καλύτερα, τις αναγνωρίζουμε όχι γιατί μας παρουσιάζονται σαν αφηρημένα εμπόδια που σχηματίστηκαν μεταφυσικά, νομικά και πολιτικά από τους σοφούς δασκάλους και ερμηνευτές του παρελθόντος, αλλά μόνο γιατί έχουν περάσει πραγματικά στο αίμα και στη σάρκα, στις αληθινές σκέψεις και τη θέληση των σημερινών λαών».


Σχόλια