ΚΕΫΝΣ Ή ΜΑΡΞ;

(σ.σ.netakias – το αλίευσα από το FB θέμα για πολύ κουβέντα – οχι διαμάχες- …….για να σας δω..)

Οι Έλληνες παίρνουν τώρα μια τετράμηνη «ανάσα», μια επέκταση του υπάρχοντος προγράμματος «σωτηρίας» που συμφωνήθηκε από την προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση με την τρόικα (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Φυσικά, τα όρια αυτής της «ανάσας» είναι στενά και με το χρόνο στενεύουν όλο και περισσότερο. Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ασφυκτιά.
Υπάρχει, όμως, η ευκαιρία να αναλογιστούμε μια διέξοδο για τον ελληνικό λαό κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων μηνών. Αυτό κάνει τόσο ενδιαφέρουσα τη συνέντευξη στο Jacobin του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και μαρξιστή οικονομολόγου Κώστα Λαπαβίτσα.
Ο Κώστας Λαπαβίτσας δεν μασάει τα λόγια του και μιλάει ξεκάθαρα, ενάντια τόσο στη ρεφορμιστική αριστερά, που εκπροσωπείται από τον υπουργό οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, όσο και από την «άκρα αριστερά», όπως λέει, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Ο Λαπαβίτσας, που προηγουμένως έμενε μόνιμα στο Λονδίνο ως καθηγητής του πανεπιστημίου SOAS, δεν είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ (αν και είναι εκλεγμένος με το κομματικό ψηφοδέλτιο) και εκλέγεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινοβούλιο. Ωστόσο, έχει υπάρξει σοσιαλιστής ακτιβιστής σ’ όλη του τη ζωή και είναι γνωστός για την αιχμηρή και φιλόδοξη θεωρητική του δουλειά πάνω στην πολιτική οικονομία του χρήματος, της πίστωσης και της χρηματιστικοποίησης. (δείτε την παλαιότερή μου δημοσίευση).
Έχει δουλέψει επίσης με την ομάδα Έρευνας για το Χρήμα και τη Χρηματοοικονομική στο Λονδίνο παράγοντας ουσιώδεις αναλύσεις για την καταγωγή και την έκταση της ευρωπαϊκής κρίσης και, πιο πρόσφατα, έκδοσε μαζί με το Γερμανό νεο-κεϋνσιανό οικονομολόγο Heiner Flassbeck ένα μανιφέστο που προτείνει τη ριζοσπαστική ρήξη με το ευρώ.
Η συνέντευξη είναι εκτενής και εξονυχιστική, άριστα διεξαγμένη από τον Sebastian Budgen, έτσι θα επικεντρώσω τα σχόλιά μου πάνω σ’ αυτό που νομίζω ότι είναι το κλειδί για να καταλάβουμε την κατάσταση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας και τους πολιτικούς στόχους και τις εναλλακτικές που ανοίγουν για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ελληνικό λαό. Προσοχή, το άρθρο είναι μεγάλο!
Ο Λαπαβίτσας κάνει κριτική στη στάση που υιοθετήθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στις διαπραγματεύσεις για την μια επέκταση του πργράμματος. Γι’ αυτόν το λάθος δεν ήταν η υποχώρηση του Τσίπρα και του Βαρουφάκη από τη θέση της ακύρωσης ή της επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους, αλλά το ότι συνθηκολόγησαν με την τρόικα για το χρέος επειδή δεν ήταν προετοιμασμένοι για μια έξοδο από το ευρώ. «Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει την ανάσχεση της λιτότητας, τη μείωση του χρέους -αναδιάρθρωση ή διαγραφή του χρέους- και την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών δύναμης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, χωρίς την έξοδο από τη νομισματική ένωση και χωρίς τη συνολική ρήξη με την ΕΕ. Ξεκάθαρα αυτό σηματοδοτεί η νέα κυβέρνηση.»
Για το Λαπαβίτσα είναι αδύνατο το τέλος της λιτότητας παραμένοντας στο ευρώ -και σ’ αυτό διαφωνεί με το Βαρουφάκη. «H κυβέρνηση πήγε στις διαπραγματεύσεις με μια προσέγγιση η οποία, όπως είπα ήδη, ήταν κρίσιμη στη σύνθεση και την εξέλιξή τους, δηλαδή ότι μπορούμε να μπούμε σε διαπραγμάτευση και να ζητήσουμε σημαντικές αλλαγές, που συμπεριλαμβάνουν το τέλος της λιτότητας και τη διαγραφή του χρέους, ενώ παραμένουμε σταθερά μέσα στα όρια της νομισματικής ένωσης.»
Έχει δίκιο ο Λαπαβίτσας όταν λέει ότι δεν έχει σημασία αν θεωρούμε το Βαρουφάκη μαρξιστή ή όχι (εδώ γίνεται αναφορά στην ανάλυσή μου για τις ιδεολογικές απόψεις του Βαρουφάκη). Όπως το θέτει, ο Βαρουφάκης είναι ένας ανορθόδοξος οικονομολόγος ο οποίος σωστά έχει απορρίψει τη νεοκλασσική οικονομική, αλλά ποτέ δεν ήταν «άνθρωπος της Αριστεράς, της επαναστατικής Αριστεράς» ενώ έχει υπάρξει και σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου. Και έχει δίκιο σ’ αυτό: δεν έχουν σημασία οι ταμπέλες, αλλά η σωστή ανάλυση και το πολιτικό σχέδιο. Και το ξεκάθαρο είναι ότι ο Βαρουφάκης τιμά περισσότερο τον Κέυνς απ’ όσο τον Μαρξ.
Κέυνς ή Μαρξ;
Τώρα έρχεται το ενδιαφέρον κομμάτι. Ο Λαπαβίτσας συνεχίζει: «Ας είμαι ξεκάθαρος σ’ αυτό. Ο Κέυνς και ο κεϋνσιανισμός παραμένουν δυστυχώς τα πιο δυνατά εργαλεία που έχουμε, ακόμα και ως μαρξιστές, για να διαχειριστούμε τα ζητήματα των πολιτικών σχεδίων βραχυπρόθεσμα. Η μαρξιστική παράδοση είναι πολύ δυνατή στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη περίοδο και στην κατανόηση της ταξικής και κοινωνικής διάστασης των οικονομικών. Σ’ αυτούς τους τομείς δεν υπάρχει σύγκριση. Αλλά για τις πολιτικές του «εδώ και τώρα», ο Κέυνς και ο κεϋνσιανισμός παραμένουν δυστυχώς ένα πολύ σημαντικό σετ ιδεών, αντιλήψεων και εργαλείων ακόμα και για τους μαρξιστές. Αυτή είναι η πραγματικότητα. … Έχω επίσης ο ίδιος συνεργαστεί με κεϋνσιανούς, δημόσια και ρητά. Αν μου δείχνατε έναν άλλο τρόπο, θα ενθουσιαζόμουν. Αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω, μετά από πολλές δεκαετίες δουλειάς στη μαρξιστική οικονομική θεωρία, ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος αυτή τη στιγμή.»
Έτσι φαίνεται ότι ο μαρξισμός δεν είναι και τόσο χρήσιμος για τα άμεσα προβλήματα του ελληνικού λαού. Όπως το θέτει ο Sebastian Budgen, ο Λαπαβίτσας θέλει να κάνει έναν «διαχωρισμό μεταξύ του μαρξισμού ως εργαλείο ανάλυσης και του κεϋνσιανισμού ως εργαλείο πολιτικών». Ο Λαπαβίτσας το λέει ξεκάθαρα: «Ο μαρξισμός είναι για την ανατροπή του καπιταλισμού και την πορεία προς το σοσιαλισμό. Πάντα ίσχυε αυτό και θα παραμείνει έτσι. Ο κεϋνσιανισμός δεν είναι γι’ αυτό. Έχει να κάνει με τη βελτίωση του καπιταλισμού, ακόμα και με τη διάσωσή του. Έτσι έιναι. Ωστόσο, όταν έχουμε να κάνουμε με πολιτικές όπως η δημοσιονομική πολιτική, η πολιτική συναλλαγματικών ισοτιμιών, η τραπεζική πολιτική κλπ -ζητήματα στα οποία η μαρξιστική αριστερά πρέπει να πάρει θέση με σοβαρές προτάσεις και όχι να καταγγέλει από κλειστά δωμάτια-, τότε μπορείς γρήγορα να ανακαλύψεις ότι οι αντιλήψεις και τα εργαλεία του Κέυνς παίζουν έναν σημαντικότατο και αναντικατάστατο ρόλο την ώρα που δουλεύουμε για το στρατηγικό στόχο, ο οποίος παραμένει μαρξιστικός. Αυτό θέλω να δείξω. Δυστυχώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Και όσο το γρηγορότερο το καταλάβουν αυτό οι μαρξιστές, τόσο πιο σχετικές και ρεαλιστικές θα γίνουν οι προτάσεις τους.»
Άρα είναι ο Κέυνς ρεαλιστικός και σχετικός στις πολιτικές και οι μαρξιστές οικονομολόγοι δεν είναι; Αυτό μας λέει; Η μαρξιστική οικονομική είναι απλά ένα εργαλείο ανάλυσης ή μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για το σοσιαλισμό αλλά άσχετη ή τουλάχιστον λιγότερο σχετική με τα άμεσα καθήκοντα μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να διορθώσει μια διαλυμένη οικονομία απ’ όσο οι κεϋνσιανές τακτικές υποτίμησης, δημοσιονομικής επέκτασης και νομισματικής πολιτικής;
Μένω έκπληκτος που ακούμε κάτι τέτοιο από έναν μαρξιστή οικονομολόγο. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει τώρα την ευκαιρία να κάνει μια εκστρατεία στον ελληνικό λαό και να εφαρμόσει σοσιαλιστικά μέτρα αντικαθιστώντας το ελληνικό «μεγάλο κεφάλαιο» με μια εγχώρια οικονομία με κοινωνικό έλεγχο. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται ότι και οι δύο πτέρυγες του ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να εφαρμόσουν κεϋνσιανές πολιτικές (μόνο). Με τη διαφορά ότι η μια πλευρά (Τσίπρας – Βαρουφάκης) θέλει να το κάνει μέσα στο ευρώ, ενώ η άλλη λέει ότι αυτό είναι αδύνατο και θέλει να το κάνει έξω από το ευρώ (Αριστερή Πλατφόρμα).
Δεν είμαι ενάντια στη χρησιμοποίηση των κεϋνσιανών συνταγών σαν κομμάτι κάποιου σοσιαλιστικού προγράμματος στην Ελλάδα, π.χ. προοδευτική φορολόγηση, κυβερνητικές επιδοτήσεις, εργατικά δικαιώματα, κατώτατος μισθός (δεν είμαι καν σίγουρος αν τα δύο τελευταία είναι στα πλαίσια του κεϋνσιανισμού). Αλλά τέτοια μέτρα πρέπει να είναι μέρος ενός συνολικού προγράμματος ανατροπής του καπιταλισμού, κι όχι προσπάθεια να κάνουμε τον καπιταλισμό να δουλέψει -είτε μέσα είτε έξω από το ευρώ.
Grexit;
Ο Λαπαβίτσας είναι ξεκάθαρος για την εναλλακτική του: «η προφανής λύση για την Ελλάδα αυτή τη στιγμή, μιλώντας απ’ τη μεριά της πολιτικής οικονομίας, η βέλτιστη λύση, θα ήταν μια συμφωνημένη έξοδος. Όχι αναγκαστικά μια έξοδος με ρήξη, αλλά μια συμφωνημένη έξοδος.» Αυτό θα περιλάμβανε τη διαγραφή του 50% του χρέους προς την ΕΕ και την προστασία του νέου ελληνικού νομίσματος (υποτίμηση μόνο 20%) με ρευστότητα από την ΕΚΤ.
Ο Λαπαβίτσας εκτιμά ότι αυτή η πρόταση μπορεί να υποστηριχθεί ακόμα κι από τη Γερμανία, που θέλει να ξεφορτωθεί την Ελλάδα από την Ευρωζώνη. Όπως λέει: «ο Σόιμπλε έχει δηλώσει -ή τουλάχιστον Έλληνες υπουργοί έχουν πει ότι ο Σόιμπλε δήλωσε- ότι πρόσφερε πακέτο εξόδου στους Έλληνες το 2011. Μπορώ να καταλάβω, από την πλευρά της γερμανικής εξουσίας, το λόγο που μπορεί να φλερτάρουν μ’ αυτή την ιδέα.» Και το ΔΝΤ μάλλον θα υποστήριζε μια αναδιάρθρωση του χρέους. Η υποτίμηση δε θα χρειαζόταν να είναι πάνω από 20% επειδή το εργατικό κόστος στην Ελλάδα έχει ήδη πέσει πάρα πολύ.
Ο Λαπαβίτσας υποδεικνύει την «επιτυχία» της αναδιάρθρωσης του χρέους στην Αργεντινή και την υποτίμηση του πέσο το 2001 σαν παράδειγμα προς μίμηση. «Θέλω να προσθέσω ότι η περίπτωση της Αργεντινής (αν και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί η Αργεντινή φάρο για την Αριστερά) είναι πολύ δυσφημισμένη και παρεξηγημένη. Αυτό που συνέβη στη χώρα μετά το χρεοστάσιο και την έξοδο ήταν πολύ καλύτερο από την κατάσταση που επικρατούσε προηγουμένως και πολύ καλύτερο από αυτό που θα γινόταν αν η χώρα συνέχιζε στον ίδιο δρόμο, για τους εργαζόμενους. Ας το τονίσουμε ξανά: για τους εργαζόμενους. Αν το δείτε με όρους εργασίας και όρους εισοδήματος, απλά δεν υπάρχει σύγκριση.»
Λοιπόν, δεν έχω πεισθεί. Στην κοινή μου εργασία με τον G Carchedi δείξαμε ότι η ανάκαμψη στα πραγματικά εισοδήματα στην Αργεντινή μετά την κρίση του 2001 είχε περισσότερο να κάνει με το χρεοστάσιο και την ανάκτηση της κερδοφορίας του αργεντίνικου κεφαλαίου (σελ. 108-9 The long roots of the present crisis). Και η επιτυχία της Αργεντινής ήταν βραχύβια στην καλύτερη περίπτωση (δείτε τη δημοσίευση μου). Η ανάσα που δόθηκε στην Αργεντινή με το σπάσιμο με το δολλάριο δεν φαίνεται να επανέφερε την οικονομία της χώρας σε σταθερή ανάπτυξη. Μετά από μερικά χρόνια εξαγωγικής άνθησης, η αργεντίνικη οικονομία είναι ξανά σε κρίση, παρά τις κεϋνσιανές πολιτικές που υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έπεσε κατά 6% από το 2011.
Ακόμα και αν η τρόικα δεχόταν μια «συμφωνημένη έξοδο», το οποίο είναι αμφίβολο, και ακόμα και αν η νέα ελληνική δραχμή υποτιμούνταν μόνο κατά 20% (εξαιρετικά απίθανο), η ελληνική οικονομία θα εξακολουθούσε να είναι γονατισμένη, ανίκανη να επαναφέρει την κοινωνική ευημερία για την πλειονότητα. Η υποτίμηση και ο πληθωρισμός θα αναιρούσαν τα όποια κέρδη από τις φθηνότερες εξαγωγές. Ο Λαπαβίτσας φαίνεται να το αναγνωρίζει: «Οι μισθοί πρέπει να αυξηθούν, αλλά ακόμα κι αν αυξηθούν, δεν θα επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν. Απλά δεν είναι εφικτό αυτή τη στιγμή. Για να το πετύχουμε, χρειαζόμαστε μια στρατηγική ανάπτυξης.» Αυτό ακριβώς.
Γιατί να σταματήσουμε εκεί;
Είτε το Grexit είναι συμφωνημένο είτε όχι, όπως λέει ο Λαπαβίτσας, η κυβέρνηση θα πρέπει να επιβάλλει έλεγχο στις κεφαλαιακές ροές (δεν απαγορεύεται ακόμα και μέσα στο ευρώ). Και οι τράπεζες θα πρέπει να εθνικοποιηθούν. «H νέα ονομαστική αξία θα δημιουργούσε πρόβλημα στις τράπεζες και η εθνικοποίηση των τραπεζών θα ήταν προφανώς άμεση αναγκαιότητα. Αλλά η εθνικοποίηση των τραπεζών είναι επίσης ξεκάθαρα ένα αναγκαίο βήμα εδώ και τώρα επειδή το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα, ή το τραπεζικό σύστημα γενικώς, έχει αποτύχει. Δεν προτείνω τίποτα συγκλονιστικό.»
Όμως, γιατί να σταματήσουμε εκεί; Γιατί να μην προτείνουμε την αντικατάσταση του «μεγάλου κεφαλαίου» με τη δημόσια ιδιοκτησία με εργατικό έλεγχο και παράλληλα ένα αναπτυξιακό σχέδιο; Απ’ ότι φαίνεται, αυτό είναι κάτι για το μέλλον, τη μεσοπρόθεσμη περίοδο, και όχι για τώρα. «Είμαι όμως πολύ σκεπτικός γι’ αυτό το βήμα, στο πλαίσιο της Ελλάδας, εδώ και τώρα… Αυτά είναι ζητήματα για τη μεσοπρόθεσμη περίοδο. Αυτά τα ζητημάτα θα τα αντιμετωπίσουμε αφού λυθεί το πρόβλημα του χρέους, της δημοσιονομικής πίεσης και της νομισματικής ένωσης.» Μπορούν όμως τα τελευταία να λυθούν χωρίς τα πρώτα;
«Δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα εθνικοποιήσεων. Βέβαια, είναι απαραίτητο να εθνικοποιηθούν οι τράπεζες. Και να σταματήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις στην ενέργεια, ειδικά στην ηλεκτρική ενέργεια. Αυτά να σταματήσουν. Καθώς και οι άλλες ιδιωτικοποιήσεις σημαντικών δημοσίων περιουσιακών στοιχέιων. Πρώτα όμως πρέπει να εφαρμόσουμε άμεσα μια στρατηγική ανάκαμψης και μεγέθυνσης της οικονομίας έξω από το ευρώ, και στη συνέχεια να διαμορφώσουμε ένα μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό σχέδιο.»
Αυτή η τελευταία πρόταση είναι η πιο σημαντική για μένα. Αν ήμουν ο Λαπαβίτσας, θα συμβούλευα τον ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει άμεσα ένα ευρύ πρόγραμμα εθνικοποιήσεων για την αντικατάσταση του καπιταλισμού. Για μένα, η μαρξιστική ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού οδηγεί στην πολιτική για την αντικατάστασή του, άμεσα, είτε μέσα είτε έξω από το ευρώ. Αλλά για το Λαπαβίτσα, καλή η μαρξιστική ανάλυση, αλλά οι πολιτικές πρέπει να είναι κεϋνσιανές. Επειδή οι τελευταίες είναι πιο πρακτικές;
Πάραυτα, ο Λαπαβίτσας αναγνωρίζει σ’ ένα σημείο της συνέντευξης ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η ένταξη στο ευρώ καθ’ αυτή, αλλά η αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού, και συγκεκριμένα η έλλειψη ανταγωνιστικότητας: «η έμφαση στον τομέα των υπηρεσιών σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει γίνει μη-ανταγωνιστική διεθνώς, επειδή είναι γνωστό ότι οι υπηρεσίες δεν είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικός τομέας.»
Όπως επεσήμανε η Frances Coppola σε μια πρόσφατη δημοσίευσή της, «το πρόβλημα της Ελλάδας είναι η ανταγωνιστικότητα εδώ και πολύ καιρό. Εχει ένα μεγάλο και επίμονο εμπορικό έλλειμμα τον τελευταίο μισό αιώνα.»
Η Frances Coppola συνεχίζει: «το πρόβλημα χρέους της Ελλάδας εμποδίζει σημαντικά την ανάκαμψη. Αλλά δεν πρόκειται μόνο για δημόσιο χρέος. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας είναι υπερχρεωμένοι.» Ο μετα-κεϋνσιανός οικονομολόγος Steve Keen επεσήμανε ότι: «Ενώ η Ελλάδα έχει τα ιδιαίτερα προβλήματά της -ειδικά με το ισοζύγιό της-, η φαινομενική άνθηση πριν την κρίση όπως και η ίδια η κρίση είχαν τις ίδιες αιτίες με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ: μια φούσκα ιδιωτικού χρέους που έσκασε το 2008. Το ιδιωτικό χρέος μεγάλωνε πολύ γρήγορα πριν την κρίση -κατά μέσο όρο με ρυθμό μεγαλύτερο του 10% του ΑΕΠ το χρόνο.» Και ενώ αυτή την περίοδο το κρατικό έλλειμμα δεν μεγάλωνε, το έλλειμμα του ιδιωτικού τομέα χρηματοδοτούνταν με εξωτερικές εισροές κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, ο ιδιωτικός τομέας δανειζόταν από το εξωτερικό για να χρηματοδοτήσει τις εγχώριες επενδύσεις, με αποτέλεσμα τη χειροτέρευση του εξωτερικού ισοζυγίου.
Η Frances Coppola συνοψίζει: «η ιστορία της ελληνικής κρίσης δεν είναι στην πραγματικότητα μια ιστορία ανήθικης δημοσιονομικής σπατάλης που επέφερε ένα «ξαφνικό σταμάτημα». Είναι μια ιστορία ανήθικης ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ σπατάλης τροφοδοτούμενης από το αυξάνον εξωτερικό χρέος, το οποίο ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης ανταγωνιστικότητας.»
Ο ελληνικός καπιταλισμός απέτυχε. Απέτυχε να επενδύσει, ιδιαίτερα στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Οι ξένες επενδύσεις και το ξένο κεφάλαιο κυριάρχησαν στην ελληνική οικονομία, ενώ την παράτησαν με τα πρώτα σημάδια του προβλήματος (δείτε την εργασία του Σταύρου Μαυρουδέα).
Οικονομικά «δευτέρης τάξης»
Μπορούμε να εξηγήσουμε και να μετρήσουμε αυτή την αδυναμία; Ο μαρξιστικός τρόπος θα ήταν να κοιτάξουμε την κίνηση και τα επίπεδα της ελληνικής εταιρικής κερδοφορίας. Αυτά είναι αβυσσαλέα.
Και μαζί μ’ αυτό, έρχονται τα χαμηλά επίπεδα επενδύσεων στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Η ελληνική οικονομική μεγέθυνση πριν τη μεγάλη ύφεση του 2008 βρισκόταν στην κερδοσκοπία στην ιδιοκτησία και στις κατασκευές και βασιζόταν στις ξένες επενδύσεις και στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.
Σε τελική ανάλυση, η αιτία της ελληνικής κρίσης ήταν η χαμηλή και συνεχώς καταρρέουσα κερδοφορία και η αιτία γι’ αυτό ήταν η τεράστια αύξηση του πλασματικού κεφαλαίου για την εξισορρόπηση, το οποίο τελικά οδήγησε στην έκρηξη της μεγάλης ύφεσης.
Αλλά όπως φαίνεται, για τον Λαπαβίτσα, αυτή η μαρξιστική ανάλυση είναι ανοησίες. Και αυτό θέλει να πει στους αναγνώστες του Jacobin, χωρίς ασάφειες: «Ειδικά η μαρξιστική αριστερά, τις τελευταίες δεκαετίες, έχει δυστυχώς χάσει τη δυνατότητά της να αναλύει την πολιτική οικονομία του σύγχρονου καπιταλισμού. Έχει διδαχθεί ένα είδος οικονομικών «δεύτερης τάξης» και πιστεύει ότι μπορούμε να συνοψίσουμε το μαρξισμό και τη μαρξιστική ανάλυση στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Για πολύ κόσμο στην Ευρώπη και αλλού, η μαρξιστική πολιτική οικονομία περίπου συνοψίζεται στην ερμηνεία των πάντων με όρους αναλογίας των κερδών -ή ό,τι μετράς σαν κέρδος- σε σχέση με το ΑΕΠ. Αυτή η αναλογία, γι’ αυτούς τους ανθρώπους, σου λέει τα πάντα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του καπιταλισμού. Αυτό δεν είναι αυτό που έκανε ο Μαρξ, φυσικά, ούτε αυτό που έκαναν οι μεγάλοι μαρξιστές. Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να ερμηνεύσουν οτιδήποτε γίνεται στην Ευρώπη σύμφωνα με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτά είναι ανοησίες. Δεν δηλώνουν τίποτα. Δεν υπηρετούν κανένα συμφέρον και κανέναν σκοπό. Δεν βοηθούν κανέναν. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε κρίση εξαιτίας της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους είναι σημαντική, αλλά έχει γίνει φετίχ και οδηγεί σε άθλια οικονομική ανάλυση. Δεν μπορείς να συνοψίσεις τα πάντα στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Είναι απλά κακός μαρξισμός και άθλια οικονομικά.»
Για τον Λαπαβίτσα, το πρόβλημα δεν είναι η αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού, όπως υποδεικνύει η μαρξιστική ανάλυση κερδοφορίας. Είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας και η νομισματική ένωση -είναι πολύ απλό. «Αν προσεγγίσουμε την κρίση της Ευρωζώνης νομισματικά, από την πλευρά της νομισματικής θεωρίας, θα χρειαζόσουν πέντε λεπτά για να τη λύσεις. Είναι απολύτως προφανές, απολύτως απλό. Βασικά, είναι σχεδόν μηδαμινό. Ως πρόβλημα νομισματικής θεωρίας είναι μηδαμινό. Και όντως, δεν μου πήρε περισσότερο από ένα σαββατοκύριακο το 2010, όταν άρχισα να ασχολούμαι με τα νούμερα, για να γίνει προφανές. Είναι θέμα μιας νομισματικής ένωσης η οποία είναι λάθος δομημένη και αυτό έχει εξελιχθεί πολύ άσχημα στην πορεία της ζωής της και συνεπώς είναι μη βιώσιμη. Και αυτό, για κάποιον που είναι εκπαιδευμένος στη χρηματική και τη χρηματοοικονομική θεωρία, είναι πιο ξεκάθαρο και ευκολότερο να το καταλάβει από άλλους που έχουν δουλέψει σε άλλους τομείς της οικονομίας και της πολιτικής οικονομίας.»
Είναι κρίμα που εμείς οι μαρξιστές οικονομολόγοι «δεύτερης τάξης», που δεν είμαστε εκπαιδευμένοι στη νομισματική θεωρία και που δεν καταλαβαίνουμε χρηματική και χρηματοοικονομική θεωρία (αυτό δεν ισχύει για μένα, νομίζω, καθώς έχω δουλέψει 30 χρόνια στην επενδυτική τραπεζική, αλλά ίσως), αδυνατούμε να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η αδύναμη καπιταλιστική οικονομία και η έλλειψη κερδοφορίας και επενδυτικότητας. Το πρόβλημα είναι η νομισματική ένωση και το ευρώ.
Μια ελληνική ΝΕΠ
Ο Λαπαβίτσας θέλει να θέσει σε λειτουργία τον ευρύ ελληνικό τομέα των μικρών επιχειρήσεων έτσι ώστε να παρέχουν δουλειές και εισοδήματα. «Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα αναγεννηθούν αμέσως αν υπάρξει μια υποτίμηση». Είναι αυτό που ονομάζει μια ΝΕΠ για την Ελλάδα. Λέει: «οικονομετρικές μελέτες που έχω δει επιβεβαιώνουν ότι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα επιτρέψουν την επιστροφή της Ελλάδας σε μια αξιοπρεπή παραγωγική κατάσταση μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, περίπου δύο χρόνια. Αυτό επίσης θα δημιουργήσει το κεφάλαιο και τα αποθέματα για τη μεσοπρόθεσμη στρατηγική.»
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας στις μικρές επιχειρήσεις κρατάει την παραγωγικότητα και την επενδυτικότητα σε χαμηλά επίπεδα. Αλλά κανείς δεν είναι αντίθετος στην υποστήριξη των μικρών επιχειρήσεων και οι μαρξιστές δεν υπονοούν ότι η κυβέρνηση πρέπει να ιδιωτικοποιήσει ό,τι κινείται. Αλλά γιατί να κάνουμε πίσω από το να καταλάβουμε τους κυριότερους τομείς της οικονομίας και τους ολιγάρχες που τους κατέχουν;
Ο κεϋνσιανός «πολλαπλασιαστής», ένα μέτρο που υποτίθεται ότι δείχνει το πόσο πιθανή είναι η ώθηση της ανάπτυξης της οικονομίας και των εισοδημάτων μέσω της δημοσιονομικής επέκτασης, δεν λειτουργεί αν δεν επανέλθουν τα επίπεδα κερδοφορίας, όπως ο Carchedi και εγώ δείξαμε στην εργασία μας για τον «μαρξιστικό πολλαπλασιαστή». Έτσι οι έλληνες πρέπει να περιμένουν μέχρι οι κεϋνσιανές πολιτικές να «δημιουργήσουν τα κεφάλαια και τα αποθέματα» για την «μεσοπρόθεσμη» σοσιαλιστική στρατηγική. Ωστόσο, όπως λέει ο Λαπαβίτσας, «υπάρχουν πάρα πολλοί αχρησιμοποίητοι πόροι στην Ελλάδα. Το κεφάλαιο δεν έχει έλλειψη από αυτή την άποψη. Το κεφάλαιο έχει πολύ περισσότερα από μετρητά στις τράπεζες. Εδώ πρέπει να σκεφτούμε σαν μαρξιστές. Το κεφάλαιο είναι μια σχέση. Υπάρχουν πάρα πολλοί αχρησιμοποίητοι πόροι σ’ όλη τη χώρα!» Ναι, έτσι ένα εγχώριο σχέδιο επένδυσης και ανάπτυξης, βασισμένο στη δημόσια ιδιοκτησία του μεγάλου κεφαλαίου μαζί με τον τραπεζικό τομέα και τους στρατηγικούς τομείς της ναυτιλίας, της φαρμακοβιομηχανίας, της γεωργίας κλπ, μπορεί να αξιοποιήσει αυτούς τους χαμένους πόρους.
Ο Λαπαβίτσας λέει ότι: «Η αριστερά στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια έχει πάρει έναν περίεργο δρόμο. Είναι σαν να έχει χάσει μερικές από τις σημαντικές τις αισθήσεις. Φαντάζεται ότι η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω της ΕΕ και της ΟΝΕ είναι κατά κάποιο τρόπο διεθνισμός με τον τρόπο που καταλαβαίνουμε εμείς στην αριστερά το διεθνισμό. Η αριστερά πρέπει επιτέλους να αρχίσει να βάζει ιδέες στο τραπέζι που έχουν σχέση με το γνήσιο διεθνισμό στην Ευρώπη και που απορρίπτουν αυτές τις μορφές καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Όχι να τις βελτιώνουν. Να τις απορρίπτουν. Αυτή είναι η πραγματική ριζοσπαστική διέξοδος για την αριστερά, αυτό πρέπει να κάνουμε.»
Δεν είμαι σίγουρος σε ποια «αριστερά» αναφέρεται ο Κώστας εδώ. Αλλά η μαρξιστική οικονομική συμφωνεί ότι η ΕΕ και η ΟΝΕ δεν προσφέρουν τον πραγματικό εργατικό διεθνισμό. Είναι όργανα του κεφαλαίου, ειδικά του μεγάλου κεφαλαίου, και έχουν οξύνει την ανισομερή ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη (δείτε την ανέκδοτη εργασία μου). Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να μπορεί να αλλάξει την κατάσταση με το δικό του νόμισμα. Η Ελλάδα θα επιβαρυνθεί με τεράστια χρέη σε ευρώ μετά την υποτίμηση και δεν θα μπορεί να εξάγει αρκετά για να σταματήσει την οικονομία από την πτώση (ακόμα περισσότερο) σε μια άβυσσο, παίρνοντας μαζί και τους πολίτες. Το Grexit δεν σημαίνει μόνο έξοδος από το ευρώ αλλά και έξοδος από την ΕΕ και χωρίς ειδικές εμπορικές συμφωνίες, όπως έχει η Ελβετία για παράδειγμα.
Ο Κώστας Λαπαβίτσας και ο Γιάννης Βαρουφάκης είναι οικονομολόγοι που γίναν πολιτικοί και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα που γίνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ για τις συνθήκες ζωής και τα δικαιώματα του ελληνικού λαού, μπροστά στη σφοδρή επίθεση από την ευρωπαϊκή αστική τάξη. Δεν είναι εύκολο, είναι σίγουρα ευκολότερο να κάνουμε κριτική από τις πίσω γραμμές. Αλλά αν το διαβάζουν αυτό, ελπίζω να δουν ότι έρχεται με τις καλύτερες προθέσεις.

Michael Roberts – μετάφραση: Βασίλης Ντάνης


Το θέμα για τον ΣΥΡΙΖΑ και το ελληνικό εργατικό κίνημα τον Ιούνιο δεν είναι η ρήξη με το ευρώ καθ’ αυτή, αλλά η ρήξη με τις καπιταλιστικές πολιτικές, η εφαρμογή σοσιαλιστικών μέτρων για την αντιστροφή της λιτότητας και το ξεκίνημα ενός πανευρωπαϊκού αγώνα για την αλλαγή. Πηγή

Σχόλια