Κατάργησαν την παρακολούθηση τηλεφώνων για το «ξέπλυμα» χρήματος

24/06/2014, 17:57
Σε μια πρωτοφανή προσπάθεια συγκάλυψης των υπόπτων για «ξέπλυμα» βρόμικου χρήματος, του μοναδικού εγκλήματος το οποίο δεν παραγράφεται ούτε από τον σκανδαλώδη νόμο Βενιζέλου, περί ευθύνης υπουργών, προχώρησε η κυβέρνηση πριν από περίπου δυόμισι μήνες, όταν έφερε στη Βουλή προς ψήφιση το πολυνομοσχέδιο, μέσω του οποίου κατάργησε διατάξεις παλαιότερου νόμου, ο οποίος προέβλεπε ότι σε περίπτωση που υπάρχουν ενδείξεις για την τέλεση αυτού του αδικήματος, η Δικαιοσύνη έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των φερόμενων ως εμπλεκόμενων, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά το δυνατόν ταχύτερα η συμμετοχή τους σε τέτοιες δραστηριότητες.  


Του Μάριου Αραβαντινού

Η σκανδαλώδης κατάργηση του δικαιώματος των δικαστικών λειτουργών να ζητούν την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου υπόπτων για την τέλεση του αδικήματος της παράνομης νομιμοποίησης εσόδων, αποτελεί πια νόμο του κράτους, αφού ψηφίστηκε στην Ολομέλεια της Βουλής, ως μέρος του πολυνομοσχεδίου των 800 σελίδων, το οποίο οι βουλευτές κλήθηκαν να μελετήσουν σε περίπου 24 ώρες, χωρίς οι περισσότεροι εξ αυτών να μπορούν να αντιληφθούν τη μεθόδευση.

Η σκανδαλώδης αλλαγή που πέρασε στα «ψιλά»

Σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι σήμερα διατάξεις των σχετικών νόμων, το αδίκημα της παράνομης νομιμοποίησης εσόδων, συμπεριλαμβανόταν σ' εκείνα για τα οποία προβλέπεται η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, προκειμένου να διαπιστωθεί, εφόσον υπήρχαν ενδείξεις, αν οι ύποπτοι για εμπλοκή σε τέτοιες υποθέσεις, πράγματι προβαίνουν σε «ξέπλυμα». Η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου υπόπτων θεσπίστηκε στην Ελλάδα με νόμο του 1994 και αφορούσε συγκεκριμένα κακουργήματα στα οποία προστέθηκε αργότερα και συγκεκριμένα το 2013, και αυτό της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Το περιβόητο πολυνομοσχέδιο όμως, στις 800 σελίδες του, προβλέπει μια σειρά αλλαγών, μεταξύ των οποίων και η κατάργηση συγκεκριμένων διατάξεων οι οποίες είχαν προστεθεί στο νόμο 2225 του 1994 και προέβλεπαν διαδικασία άρσης τηλεφωνικού απορρήτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση δια του υπουργού Δικαιοσύνης Χαράλαμπου Αθανασίου, ο οποίος παρουσίασε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ως «όπλο» στην καταπολέμηση της διαφθοράς, καταργεί τις περιπτώσεις στ΄, ζ΄ και η' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του νόμου του 1994, οι οποίες είχαν προστεθεί στον πρώτο νόμο, με τον 4198 του 2013.

Οι καταργήσεις αυτές σημαίνουν ότι πρώτον, δεν μπορεί δικαστικός λειτουργός να ζητήσει άρση απορρήτου υπόπτων για το αδίκημα της  δωροδοκίας ξένων (αλλοδαπών) δημοσίων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές και δεύτερον και κυριότερο ότι του στερείται το δικαίωμα αιτήματος άρσης απορρήτου για τους υπαίτιους πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εφόσον βεβαίως υπάρχουν σχετικές ενδείξεις.

Αδύνατο να εντοπιστεί η μεθόδευση

Οι αλλαγές είναι κατά τέτοιο τρόπο διατυπωμένες που δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνο αν κάποιος ανατρέξει στο νόμο του 2013, σ' εκείνον του 1994 και σε όλους τους τροποποιητικούς νόμους που έχουν μεσολαβήσει, για να διαπιστώσει τι ακριβώς προέβλεπαν οι τρεις διατάξεις που καταργήθηκαν.

Έτσι, ακόμη κι αν ένας βουλευτής έχει νομικές γνώσεις, θα ήταν αδύνατο να αντιληφθεί την αλλαγή -παρότι το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση- δεδομένου ότι το περιβόητο πολυνομοσχέδιο αριθμούσε 800 σελίδες, παραδόθηκε στους βουλευτές μεσάνυχτα Παρασκευής, πέρασε από αρμόδια επιτροπή την επόμενη ημέρα και Κυριακή ψηφίστηκε.

Είχαν επομένως μόλις μία ημέρα στη διάθεσή τους για να το μελετήσουν και να αντιληφθούν τη μεθόδευση, η οποία, όπως συμβαίνει με κάθε αλλαγή νόμου στην Ελλάδα, για να εντοπιστεί πρέπει να μελετηθούν παράλληλα δεκάδες παλαιότεροι νόμοι, των οποίων οι διατάξεις μπορεί να έχουν ήδη αλλάξει περισσότερες από μία φορές.

Το δαιδαλώδες αυτό σύστημα επιτρέπει στο νομοθέτη, όπως εύλογα συμπεραίνει κανείς, να αλλάζει κατά δοκούν νόμους που ευνοούν την πάταξη της διαφθοράς, προς όφελος συγκεκριμένων προσώπων που πλουτίζουν σε βάρος των ελλήνων φορολογουμένων και στη συνέχεια να παρουσιάζει τις τροποποιήσεις ως ευεργετικές για το κοινωνικό σύνολο, ενώ στην πραγματικότητα ευεργετεί μόνο τους ύποπτους για την τέλεση εγκλημάτων.

Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση και ο Χαράλαμπος Αθανασίου, κατάφεραν, μετά την απαλλαγή των καταχραστών του Δημοσίου με την κατάργηση μιας διάταξης, την οποία επανέφεραν δηλώνοντας όψιμα ότι διεγράφη εκ παραδρομής, γεγονός που προκάλεσε εκ των υστέρων την αντίδραση ακόμη και βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, να απαλλάξουν ή τουλάχιστον να συγκαλύψουν και όσους «ξεπλένουν» χρήμα.

Η τροποποίηση το νόμου 2225/1994, βάσει της οποίας η Δικαιοσύνη μπορεί να ζητήσει την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, μεταξύ άλλων, και για το αδίκημα του άρθρου 45 του νόμου 3691/2008

Οι διατάξεις που καταργούνται με το πολυνομοσχέδιο, ανάμεσα στις οποίες και αυτή που παρείχε δικαίωμα στη Δικαιοσύνη να ζητήσει άρση του τηλεφωνικού απορρήτου όταν υπάρχουν ενδείξεις για την τέλεση του αδίκηματος του «ξεπλύματος» χρήματος.

Σχόλια