Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Βασίλης Βιλιάρδος
Οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές, καθώς επίσης οι κερδοφόρες μονοπωλιακές επιχειρήσεις πρέπει να ανήκουν στο δημόσιο – ενώ όλες οι υπόλοιπες στον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε να υπάρχει ισορροπία, να μην μετατρέπονται οι πολιτικοί σε έμμισθους υπηρέτες της οικονομικής εξουσίας, να μην διακινδυνεύουν τα συμφέροντα της χώρας, να προστατεύονται οι εργαζόμενοι και να εξασφαλίζεται η σωστή λειτουργία του κοινωνικού κράτους.


Στα πλαίσια αυτά, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ανήκει χωρίς καμία αμφιβολία αφενός μεν στις κερδοφόρες (διαθέτοντας αποθεματικά της τάξης των 90 εκ. €, επιτυγχάνοντας ετήσια κέρδη 18,5 εκ. € μετά φόρων – 2012), αφετέρου στις στρατηγικές επιχειρήσεις του δημοσίου – αποτελώντας, μεταξύ άλλων, ιδανικό λιμάνι για πάρα πολλές χώρες των Βαλκανίων (από το 343 π.Χ.) και γενικότερα της Ανατολικής Ευρώπης. Εκτός αυτού, έχει τεράστιες αναπτυξιακές δυνατότητες, από όποια πλευρά και αν το αναλύσει κανείς.

Η σχεδιαζόμενη πώληση του λοιπόν από το ΤΑΙΠΕΔ, απλά και μόνο επειδή έχει δυστυχώς  συμπεριληφθεί στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση από τα μνημόνια υποτέλειας, πόσο μάλλον στην εξευτελιστική τιμή που (σκόπιμα, ως συνήθως, για να «σφυγμομετρηθούν» οι αντιδράσεις) διαρρέει (περί τα 200 εκ. €), είναι αντίθετη στα εθνικά μας συμφέροντα και απόλυτα εξοργιστική.

Παράλληλα, δεν συμφωνεί με την πώληση η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγικών και κοινωνικών φορέων της Θεσσαλονίκης, η τοπική αυτοδιοίκηση (δήμαρχος, περιφερειάρχης), η διοίκηση της εταιρείας, οι εργαζόμενοι, οι βουλευτές της περιοχής κοκ. – με τους περισσότερους να προτείνουν την παραχώρηση χρήσεων, όπως με το λιμάνι του Πειραιά και όχι την πώληση της επιχείρησης (ΟΛΘ).

Φυσικά κατηγορούνται οι συνδικαλιστές εργαζόμενοι για πολλά από τα κακά που συμβαίνουν στο λιμάνι – σε κάποιο βαθμό σωστά και δίκαια. Το να πουλάει όμως μία χώρα τη δημόσια περιουσία της, σε εξευτελιστικές τιμές, παρά το ότι είναι κερδοφόρα, με σημαντικές προοπτικές καλυτέρευσης της κερδοφορίας, της, δεν είναι προφανώς η σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος – μοιάζει δε με την έκφραση «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι», η οποία χαρακτηρίζει πολλές άλλες «κατ’ εντολή» ενέργειες της κυβέρνησης.

Στο σημείο αυτό, θεωρώντας πολύ πιθανή την αγορά του λιμανιού από κάποιον ενδιάμεσο κερδοσκόπο, ο οποίος θα το πουλήσει ξανά σε υψηλότερη τιμή, όταν οι συνθήκες αλλάξουν (είναι άλλωστε νομοτελειακή η αλλαγή των συνθηκών), είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τον τρόπο, με τον οποίο ληστεύουν στην κυριολεξία τα κράτη, οι εντολείς του ΔΝΤ. Ειδικότερα τα εξής:

Οι μέθοδοι των εισβολέων

Είτε εύπιστοι, είτε σε διατεταγμένη υπηρεσία πολιτικοί τάσσονται υπέρ των εισβολέων και δημαγωγούν, ισχυριζόμενοι ότι ωφελούν τους πολίτες - κερδίζοντας με το μέρος τους την κοινή γνώμη, η οποία νομίζει ανόητα πως ωφελείται από τις χαμηλές τιμές

Η «απελευθέρωση των αγορών», την οποία επιβάλλει δικτατορικά το ΔΝΤ στις χώρες που εισβάλλει, σημαίνει απλά το εξής: «Ανοίξτε τα σύνορα σας στους εντολοδόχους μας, για να μπορέσουν να αρπάξουν και να λεηλατήσουν ότι βρουν – ιδιωτικά ακίνητα, δημόσια περιουσιακά στοιχεία, επιχειρήσεις, μερίδια αγοράς κοκ.»

Αυτό γίνεται αφενός μεν με τη βοήθεια της εγχώριας επιχειρηματικής ελίτ, η οποία «φιλοδοξεί» να γίνει ο τοποτηρητής των εισβολέων στη χώρα της, αφετέρου με τη συνδρομή της πολιτικής εξουσίας – η οποία επιβάλλει «νομοθετικά διατάγματα» που δεν απαιτείται η έγκριση τους από τη Βουλή, ενώ διευκολύνει επικοινωνιακά την άλωση της εκάστοτε χώρας.

Η «διασπάθιση» της ιδιωτικής περιουσίας (ακίνητα, οικόπεδα κλπ.), επιτυγχάνεται πολύ απλά, με τη βοήθεια της υπερβολικής φορολόγησης – επίσης με τη συνδρομή των τραπεζών, οι οποίες έχουν στην ιδιοκτησία τους τις υποθήκες (άρθρο).

Η μέθοδος επηρεασμού της κοινής γνώμης, έτσι ώστε να μην αντιδράσει, είναι οι κατηγορίες για φοροδιαφυγή, για διαφθορά ή για οτιδήποτε άλλο ατόμων ή ομάδων του πληθυσμού – στα πλαίσια του «μαζί τα φάγαμε» ή της τοποθέτησης της μίας κοινωνικής ομάδας εναντίον της άλλης.

Από την άλλη πλευρά, η αφανής ακίνητη περιουσία του δημοσίου εκποιείται με την ίδρυση εταιριών (ΤΑΙΠΕΔ κλπ.), στις οποίες μεταβιβάζονται κρυφά τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους. Στη συνέχεια, πωλούνται οι μετοχές των εταιρειών αυτών, οπότε δεν γίνεται αντιληπτό σχεδόν τίποτα από τους Πολίτες. Όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις, όπου τα «φιλέτα» είναι οι κοινωφελείς (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), οι κερδοφόρες μονοπωλιακές (ΟΠΑΠ, ΟΛΘ) και οι στρατηγικές (ΟΤΕ κλπ.), ακολουθείται συνήθως η παρακάτω διαδικασία:

(α) Καταγγέλλεται η διαφθορά των συνδικαλιστών και του υπόλοιπου προσωπικού τους, μέσω των διατεταγμένων ΜΜΕ, έτσι ώστε να χειραγωγηθεί η κοινή γνώμη και να μην φέρει αντίρρηση στην εκποίηση τους.

(β) Απολύεται το δήθεν υπεράριθμο ή ακριβό προσωπικό τους – ιδίως αυτοί που αντιδρούν στην όλη διαδικασία. Προσλαμβάνονται είτε οι ίδιοι, είτε καινούργιοι, με τους νέους όμως βασικούς μισθούς «πείνας».

(γ) Εξυγιαίνονται με χρήματα των φορολογουμένων πολιτών και στη συνέχεια πωλούνται «καθαρές» στους εισβολείς – «μισοτιμής» προφανώς, αφού στην υπό κατάληψη χώρα οι τιμές έχουν καταρρεύσει (βλέπε ΑΤΕ, Eurobank κλπ.)

Ότι δεν μπορούν να αγοράσουν οι εισβολείς σε τιμές ευκαιρίας, φροντίζουν να το κλείσουν – με τη μέθοδο του damping (σημαίνει ότι, κερδίζω στη δική μου χώρα, οπότε μπορώ να πουλάω κάτω από το κόστος σε μία άλλη, μέχρι να κλείσω τους ανταγωνιστές μου, αυξάνοντας μετά τις τιμές).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, μειώνουν τις τιμές πώλησης τους κάτω από το κόστος, με αποτέλεσμα οι τοπικές βιομηχανίες να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν με τον ανταγωνισμό. Επομένως, είτε χρεοκοπούν, είτε πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στους εντολοδόχους του ΔΝΤ (ή της Γερμανίας, στην περίπτωση της Ελλάδας).

Σε σχέση με τον ΟΛΘ, η χρηματιστηριακή αξία του οποίου είναι στα ναδίρ (250 εκ. €), λόγω των σχετικά χαμηλών κερδών του (περίπου 12 φορές τα κέρδη), καθώς επίσης της πολιτικής που εφαρμόζεται (λιτότητα χωρίς αναπτυξιακά προγράμματα, μηδενισμός των επενδύσεων του δημοσίου κλπ.), η πώληση του θα ανακοινωθεί ως μεγάλη κυβερνητική επιτυχία – δίνοντας ακόμη έναν «ορισμό της ανοησίας» (άρθρο).

Όσον αφορά δε ορισμένους ευαίσθητους και εξαιρετικά κερδοφόρους κλάδους, όπως τις τοπικές φαρμακοβιομηχανίες, η συνταγή είναι ελαφρά διαφορετική:

(α)  Οι πολιτικοί επιβάλλουν θεσμικά τιμές πώλησης κάτω του κόστους στην τοπική βιομηχανία, η οποία παράγει συνήθως γενόσημα – υποχρεώνοντας ταυτόχρονα τους ασφαλισμένους πολίτες να επιλέγουν τα συγκεκριμένα φάρμακα.

Αυτό επιτυγχάνεται είτε αυξάνοντας τις τιμές των πρωτοτύπων, είτε μειώνοντας τη συμμετοχή του κράτους, όσον αφορά την αγορά των πρωτοτύπων φαρμάκων, είτε προσφέροντας ειδικά κίνητρα για την αγορά των γενοσήμων.

(β) Στη συνέχεια, οι πολιτικοί «δημαγωγούν», ισχυριζόμενοι ότι ωφελούν τους πολίτες, καταπολεμώντας θαρραλέα τα συμφέροντα – οπότε κερδίζουν με το μέρος τους την κοινή γνώμη, η οποία νομίζει ανόητα πως ωφελείται από τις χαμηλές τιμές, ενώ χαίρεται με την τιμωρία του «εγχώριου κατεστημένου» (μισαλλοδοξία).

(γ)  Οι τοπικές φαρμακοβιομηχανίες είτε χρεοκοπούν, είτε πωλούνται μισοτιμής στους ξένους.

(δ)  Αργότερα, σταδιακά, οι τιμές των γενοσήμων αυξάνονται, τα κίνητρα για την αγορά τους, η επιδότηση τους ουσιαστικά από το κράτος σταματάει και οι εισβολείς έχουν στη διάθεση τους μονοπωλιακά ολόκληρη την αγορά – κερδίζοντας πλουσιοπάροχα.

Ήδη, μετά από τις πολλές αρχικές αντιδράσεις γιατρών, φαρμακοποιών και ασφαλισμένων, επικρατεί ηρεμία, ενώ όλοι γνωρίζουν πως χρησιμοποιείται ως «καταπραϋντικό», για τη διευκόλυνση της πέψης καλύτερα, «η μέθοδος του σαλαμιού» – με την έννοια πως τα πάντα εφαρμόζονται σταδιακά, με την έντεχνη βοήθεια των μερικών κυβερνητικών υποχωρήσεων, οι οποίες όμως αναιρούνται αργότερα.

Επίλογος

Όπως πολύ σωστά λέγεται, «η «μωρία» είναι ένα είδος τυφλότητας: απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, αδυναμία να δει ο άνθρωπος ακόμα και το συμφέρον του«.

Υπάρχουν βέβαια πολλοί παράγοντες, οι οποίοι «σκοτίζουν τον νου», μωραίνουν και τον ευφυή, αμβλύνουν ή ακυρώνουν την αίσθηση της πραγματικότητας. Οι «αρχιερείς της δύναμης» όχι μόνο τους γνωρίζουν όλους ανεξαιρέτως, αλλά τους χρησιμοποιούν επίσης με αριστοτεχνικό, απόλυτα αποτελεσματικό τρόπο.

Στα πλαίσια αυτά δεν νομίζουμε πως τελικά θα διασωθεί το λιμάνι της Θεσσαλονίκης – πόσο μάλλον όταν διαπιστώνουμε τις χλιαρές ή ανύπαρκτες αντιδράσεις των Πολιτών της ελληνικής πρωτεύουσας του Βορά, οι οποίοι είναι οι μοναδικοί που θα μπορούσαν να αποτρέψουν μία τέτοια οδυνηρή εξέλιξη.
Άλλωστε, ακόμη και ο Orwell είχε τονίσει στο «1984» ότι, ”η σωτηρία μπορεί να προέλθει μόνο από τους «προλς» (προλετάριους), επειδή αποτελούν το 85% του πληθυσμού« – κάτι που όμως δεν συμβαίνει, αφού αποφεύγουν τις επίπονες αντιπαραθέσεις, συμβιβαζόμενοι αφενός μεν με τη φτώχεια και την εξαθλίωση τους («έχουμε περάσει και χειρότερα», λένε συνήθως), αφετέρου με τη «μωρία» των ιθυνόντων.

Πηγή: Analyst.gr

inprecor

Σχόλια