Το πουλόβερ που ξηλώνεται

Δεν θέλω να σας χαλάσω τη φαντασίωση της μοναδικότητάς σας, αλλά το 2008 δεν ήταν η μοναδική φορά που ο φιλελευθερισμός τα σκατώνει δραματικά. Κι όπως συμβαίνει κάθε φορά που μια θρησκεία τα σκατώνει δραματικά, το πουλόβερ που έπλεκε τόσα χρόνια ξηλώνεται.

Δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να πούμε ότι δύσκολα μπορούμε να βρούμε πιο δραματικό ξήλωμα από αυτό της ελλάδας, από το 2008 και μετά. Αυτό που το κάνει τόσο δραματικό δεν είναι μόνο η σφοδρότητα αυτού του ξηλώματος, αλλά και το σημείο εκκίνησης. Διότι η ελλάδα του 2008 ήταν βουτηγμένη στην επιτυχία του πλεγμένου πουλόβερ, μεθυσμένη από το αθάνατο κρασί του πλουτισμού, των ολυμπιακών, του γιούρο και γενικά των επιτυχιών. Στα βαλκάνια συμπεριφερόταν σαν μια μικρή αμερική, αλλά αυτή η συμπεριφορά επεκτεινόταν και στο εσωτερικό της ισχυρής ελλάδας, που μετά το 1990 έγινε τόπος υποδοχής αρκετών μεταναστών από την ανατολική ευρώπη. Οπότε το χρήμα (και δη το ευρώ) απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη ισχύ στις ζωές μας, καθώς μια μεγάλη στρατιά από “πεινασμένους” ήταν διατεθειμένη να κάνει τα πάντα με ένα μικρό για εμάς αντίτιμο. Δεν χρειάζεται (αν και βοηθά) να είναι ο παππούς σου ταγματασφαλίτης για να καταλάβεις ότι υπάρχει πράγματι μια κατηγορία υπανθρώπων. Πόσο μάλλον όταν αυτοί οι υπάνθρωποι είναι ξανθοί, ψηλοί και με γαλάζια μάτια.

Η ισχυρή ελλάδα λοιπόν, η χώρα που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ευρωαγάπης σε όλες τις στατιστικές (κι όχι άδικα), μέσα σε 5 χρόνια δραματικών αλλαγών έχει γίνει μια άκρως ευρωσκεπτικιστική χώρα. Γιαυτό και μιλάω για τη δραματικότερη αλλαγή. Διότι σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα του πυρήνα δεν υπήρχε τόσο ομόθυμη υποστήριξη του ευρωπαϊκού μαγαζιού. Αν λοιπόν το ελληνικό πουλόβερ έχει ξηλωθεί τόσο δραματικά, μη φανταστείτε πως και τα άλλα τα μισοξηλωμένα πάνε πολύ πίσω.


Το τέλος της παγκοσμιοποίησης

Η ευρωζώνη δεν είναι το μοναδικό εγχείρημα του φιλελευθερισμού που σέρνεται προς το τέλος του. Το ίδιο ισχύει λίγο πολύ και για το άλλο παιδί της μετα90ς φιλελεύθερης ελίτ, την παγκοσμιοποίηση. Αυτή δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής και αντιδράσεις μπορούμε να βρούμε από πολύ νωρίς, όπως θυμούνται οι μεγαλύτεροι από τις ταραχές στο σιάτλ. Ούτε αυτό ήταν τυχαίο. Η παγκοσμιοποίηση του 1990 προσπάθησε να συνεχίσει με πιο ειρηνικά μέσα την παγκοσμιοποίηση του 19ου αιώνα κάτω από τα όπλα της βρετανικής αυτοκρατορίας. Όπως και τον 19ο αιώνα η παγκοσμιοποίηση αφορούσε κυρίως τα αγαθά και τα κεφάλαια. Οι άνθρωποι παρέμεναν λίγο πολύ δεσμευμένοι στον τόπο τους, σε αυτό το ιδιότυπο καθεστώς δουλοπαροικίας που δημιούργησε ο εθνικισμός και οι συνθήκες. Δεν αφορούσε λοιπόν την ελευθερία των ανθρώπων αλλά των πραγμάτων.

Τον 19ο αιώνα η μη μετακίνηση των πληθυσμών ήταν εύκολη υπόθεση. Τεράστια τμήματα της ευρώπης ήταν πρακτικά απροσπέλαστα πριν τον σιδηρόδρομο, ο οποίος ήρθε αρκετά αργά στο 19ο αιώνα. Μόνο τα καράβια εξασφάλιζαν μια άλφα μετακίνηση γιαυτό και οι έλληνες ήταν γνωστοί ως έμποροι/πειρατές (οι δύο ιδιότητες μπλέκονταν πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι θα βόλευε την ιστορική μας αφήγηση). Ταυτόχρονα γλωσσικά και άλλα πολιτισμικά εμπόδια έκαναν τις μετακινήσεις αν όχι αδύνατες τουλάχιστον πολύ δύσκολες. Δεν νομίζω ότι πολλοί κινέζοι από αυτούς που πήγαν στις δυτικές ακτές των ηπα τον 19ο αιώνα, μίλησαν (αν ποτέ τα κατάφεραν) με πολύ κολακευτικά λόγια γι’ αυτή τη μετανάστευση στους κοντοχωριανούς τους.

Όμως το 1990 δεν ήταν 1860. Τα μέσα μετακίνησης -μαζικά και προσωπικά- έχουν διαδοθεί τόσο πολύ στον κόσμο που ακόμα και για τους πιο κατατρεγμένους υπάρχει τρόπος διαφυγής. Αλλά η παγκοσμιοποίηση επισήμως παρέμενε λειψή. Τα iphone μπορούσαν να περνάνε τα σύνορα με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου, τη στιγμή που οι άνθρωποι (ειδικά οι πιο μαυριδεροί από δαύτους) έπρεπε να διασχίζουν ναρκοπέδια. Όχι ότι για το φιλελεύθερο πρότζεκτ υπήρχε κανένα πρόβλημα σε αυτό.
Η ιδέα της δημιουργίας ενός τρίτου κόσμου μέσα στον πρώτο ήταν μια ιδέα φερμένη από τις ηπα και άρχισε να εφαρμόζεται με ζέση και στην ευρώπη των βρυξελλών. Διότι η ευρωπαϊκή ιδέα από το 1990 και μετά απέκτησε τόσο μεγάλη φιλελεύθερη ορμή, που πρακτικά αποτελούσε τον μοναδικό επίσημο θιασώτη της. Όλη η γραφειοκρατία χόρευε στο ρυθμό της φιλελεύθερης μεταφυσικής. Κάθε φορά που μια κυβέρνηση ήθελε να πάρει ένα μέτρο που θα κατέστρεφε τις παλιές συμφωνίες με τους πολίτες της, ένα μέτρο ξεκάθαρα βλαπτικό για την κοινωνία, σήκωνε τους ώμους και έλεγε ότι ήταν θέμα εναρμόνισης με τις βρυξέλλες. Στην ελλάδα μάλιστα χρησιμοποιούσαν και τον όρο εκσυγχρονισμό ή/και εξευρωπαϊσμό. Οι βρυξέλλες λοιπόν ήταν η αιχμή της φιλελεύθερης ελίτ στην ευρώπη.


Στις ίδιες τις βρυξέλλες, μια μικρογραφία της αμερικάνικης πρωτεύουσας άρχισε να δημιουργείται από έναν μικρόκοσμο που ζούσε γύρω από τη καλοπληρωμένη και μονωμένη γραφειοκρατία. Μια γραφειοκρατία όχι πολύ ανώτερη του επιπέδου ενός παιδιού της σαν τη διαμαντοπούλου, για να μη φανταστείτε κάτι το εξαιρετικό. Το λόμπινγκ και οι μίζες δίνουν και παίρνουν, οι λογαριασμοί στο διπλανό λουξεμβούργο φούσκωναν, την ίδια στιγμή που οι συμμετέχοντες πίεζαν όλο και περισσότερο για τις ηνωμένες πολιτείες της ευρώπης που θα τους πρόσφερε ακόμα μεγαλύτερη εξουσία. Αυτή η διαδικασία αποξένωνε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού από την ιδέα της ευρωπαϊκή ενοποίησης με τα όμορφα χρώματα που είχε παρουσιαστεί στα 80s .

Η ελλάδα ήταν πραγματικά μια εξαίρεση θετικών απόψεων, ακριβώς γιατί στην ελλάδα η βρυξέλλα μαζί με τον φιλελευθερισμό έφερε και αρκετά θετικά απότοκα, μερικά από τα οποία εξηγήσαμε παραπάνω. Κάθε οικογένεια μπορούσε να αποκτήσει έναν σκλάβο για το σπίτι πια, όχι μόνο οι πλούσιοι που έφερναν τους δικούς τους από τις φιλιππίνες. Κάθε οικογένεια μπορούσε με το ευρώ να αποκτήσει 2 και 3 αυτοκίνητα, ίσως να στείλει τα παιδιά στο ιδιωτικό, να αγοράσει μεγάλο σπίτι, να αποκτήσει φτηνούς υπαλλήλους για το μαγαζί, όλα αυτά ακριβώς που μέχρι το 90 ήταν προσβάσιμα μόνο στους πλούσιους.

Όμως η αποξένωση από το ευρωπαϊκό πρότζεκτ ήταν ξεκάθαρη οπουδήποτε αλλού. Ακόμα κι όταν η πιστωτική επέκταση δημιουργούσε μια θάλασσα νεοπλουτισμού σε όλη την ευρώπη, οι γάλλοι ψήφιζαν όχι στο δημοψήφισμα. Και δεν ήταν οι μόνοι. Από τα μέσα του 2000 και μετά οι κυβερνήσεις έπρεπε να ψηφίζουν τις συνθήκες με έμμεσους τρόπους, διότι κάθε δημοψήφισμα υπέρ της ευρώπης είχε πολύ σοβαρές πιθανότητες να μετατραπεί σε φιάσκο.

Τα μόνα θετικά μέτρα των βρυξελλών ήταν η πτώση των τιμών στις περιαγωγές κινητής τηλεφωνίας και η χρήση του USB για τη φόρτιση των κινητών τηλεφώνων. Δύο μέτρα που πάρθηκαν έξω από τη φιλελεύθερη λογική των βρυξελλών, μόνο και μόνο ως προσπάθεια δημιουργίας καλής εικόνας προς τους ευρωπαίους πολίτες (δεν το έκρυψαν ποτέ άλλωστε αυτό).

Όταν έσκασε το 2008 λοιπόν, η ένωση δεν βρισκόταν στα καλύτερά της. Ναι στις περισσότερες χώρες δεν υπήρξε η δραματική πτώση που υπήρξε στην ελλάδα, αλλά 5 χρόνια συνεχούς μικρής ύφεσης και βαλτώματος χωρίς καμία προοπτική εξόδου, δεν είναι μικρό πράγμα. Ιδιαίτερα όταν κανείς δεν συμπαθεί τη βρυξέλλα.

Γιαυτό και από την αρχή της κρίσης, η βρυξέλλα και η κομισιόν βρέθηκε στο περιθώριο. Ναι μεν κανείς δεν πείραξε τους παχυλότατους μισθούς τους, αλλά πια οι ευρωπαίοι επίτροποι δεν έχουν μεγαλύτερο ρόλο από αυτόν που έχει ένας γενικός γραμματέας υπουργείου. Όλες οι αποφάσεις από τον οκτώβρη του 2008 και μετά παίρνονται στο eurogroup από τους εκλεγμένους αρχηγούς των κρατών, κι αυτό θα μπορούσες να πεις ότι ήταν μια νίκη της δημοκρατίας, καθώς η κομισιόν δεν διέθετε ποτέ καμία μα καμία εκλογική νομιμοποίηση. Ακούγεται αστείο αλλά είναι μια αλήθεια που δείχνει πόσο κακό στραβό και ανάποδο ήταν το περίφημο ευρωπαϊκό πλαίσιο.


Οι ελβετοί και το πουλόβερ

Η θεωρία μου λοιπόν λέει ότι από τη στιγμή που το φιλελεύθερο πρόγραμμα βυθίζεται παγκοσμίως αύτανδρο, οι θεσμοί που αυτό προώθησε θα βυθιστούν μαζί του. Οι ελβετοί λοιπόν που για δικούς τους λόγους (πλυντηρίου και ιστορικούς) δεν μπήκαν ποτέ πολύ βαθιά στην ευρωπαϊκή ιδέα , παρότι βρίσκονταν γεωγραφικά στην καρδιά της, έκαναν πριν από δύο χρόνια μια κίνηση που δεν της δόθηκε μεγάλη σημασία από το ευρύ κοινό. Κι όχι άδικα καθώς η κίνηση αφορούσε το κλείδωμα του ελβετικού φράγκου σε μια σταθερή ισοτιμία με το ευρώ. Έχω γράψει παλιότερα το γιατί και πως έγινε αυτό και πόσο έξυπνη κίνηση ήταν από τους ελβετούς, αλλά επιγραμματικά:

Κατά την κρίση οι πλούσιοι άρχισαν να ψάχνουν για καταφύγια και δεν υπήρχαν πολλά. Η βρετανία και οι ηπα ήταν μέσα στα σκατά και η ελλάδα μέχρι το 09 ήταν ένα από αυτά τα καταφύγια, αλλά ένα σαφώς πιο παραδοσιακό καταφύγιο ήταν πάντα η ελβετία. Τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων από την ευρώπη και τις ΗΠΑ άρχισαν να εισρέουν, πιέζοντας την ισοτιμία του φράγκου προς τα πάνω. Κι αντί οι ελβετοί να χαρούν και να κάνουν τις μαλακίες που έκαναν οι τούρκοι, ως παλιές πουτάνες, παράτησαν τις φιλελέ μαλακίες και κλείδωσαν την ισοτιμία με το ευρώ. Στην ουσία για κάθε επιπλέον ευρώ, δολάριο κλπ που εισέρρεε στην ελβετική οικονομία και ήθελε να μετατραπεί σε φράγκο, η ελβετική κεντρική τράπεζα τύπωνε το αντίστοιχό του σε φράγκα και το έδινε στην πλούσια κάτοχο τα χαρτάκια.

Αυτή τη στιγμή λοιπόν η ελβετία έχει ένα τεράστιο απόθεμα από συναλλάγματα άλλων χωρών, ακριβώς διότι προσπάθησε να προστατέψει τόσο την εσωτερική της οικονομία από το φούσκωμα που προκάλεσε η κρίση, όσο και το εθνικό της νόμισμα από έναν νομισματικό πόλεμο που από την αρχή της κρίσης βρίσκεται πάντα στο τραπέζι.

Αυτά να τα δείτε πχ σε αντιδιαστολή με το άλλο πλυντήριο την κύπρο, που εν μέσω κρίσης θεώρησε έξυπνο να αναλάβει τις δουλειές που έφευγαν από την ελλάδα και άρα συνέχισε την πιστωτική επέκταση και έκανε σαν να μη συνέβαινε τίποτα κακό στον καπιταλισμό (με αριστερή κυβέρνηση κιόλας).

Αυτή η κίνηση των ελβετών με το νόμισμά τους δεν φάνηκε σαν αποχώρηση της ελβετίας από το καράβι που βουλιάζει, ακριβώς επειδή η κίνηση πρόσδεσης με το ευρώ αφήνει στον αναγνώστη την αντίθετη εντύπωση. Σε αντίθεση όμως με άλλα κλειδώματα νομισμάτων πάνω σε ισχυρά νομίσματα όπως με την convertabilidad της αργεντινής, το κλείδωμα του φράγκου γινόταν για τους αντίθετους λόγους.

Στην αργεντινή το κλείδωμα επιλέχθηκε προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες εμπιστοσύνης του νομίσματος στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας. Στην ουσία ήταν ένα μέτρο καταπολέμησης του πληθωρισμού και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Στην ελβετία όμως το κλείδωμα έγινε για να προστατέψει το ελβετικό φράγκο από τις υπερβολικές ροές κεφαλαίων από άλλες χώρες. Στην ουσία το πρόβλημα που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν το ανάποδο.

Άρα αν η ελβετία είχε εμπιστοσύνη στις οικονομίες των χωρών οι κάτοικοι των οποίων ήθελαν να μετατρέψουν τα χρήματά τους σε ελβετικά φράγκα, θα έκανε ό,τι και η κύπρος στην κρίση ή ό,τι και οι γερμανογαλλίες τις καλές εποχές. Θα έπαιρναν αυτά τα χρήματα και θα τα έκαναν δάνεια και επενδύσεις στα εδάφη των άλλων χωρών που θα μπορούσαν να τους αποφέρουν κέρδος. Όμως αυτοί κλείδωσαν την ισοτιμία και κράτησαν το χρήμα στα σεντούκια τυπώνοντας αβέρτα ελβετικά φράγκα για όποιον πλούσιο το είχε ανάγκη.

Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, η προχθεσινή απόφαση των ελβετών να μειώσουν τον ρυθμό αύξησης της μετανάστευσης, βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος. Σε περίπτωση που δεν πιάσατε την ειρωνεία, οι ελβετοί δεν είπαν όχι στους μαυριδερούς που δεν γουστάρει ο δένδιας, αλλά στους ολόλευκους ευρωπαίους που προσπαθούν να βρουν καλές δουλειές μέσα στην κρίση. Όχι φυσικά ότι αυτό θα αποτρέψει τους πλούσιους λευκούς από το να πάρουν άδεια παραμονής στη χώρα. Με 100.000 ευρώ σε καταθέσεις κανείς στην ελβετία δεν θα σου στερήσει την άδεια παραμονής, αλλά τις βλακείες περί πλήρους ελευθερίας μετακίνησης να τις ξεχάσετε.

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται ταυτόχρονα και η άλλη απόφαση των ελβετών να θεσπίσουν κατώτατο όριο διαβίωσης τα 2500 φράγκα μηνιαίως, μια κίνηση που χαιρετίστηκε απόλη την αριστερά. Άρα μήπως οι ελβετοί έχουν τρελαθεί από το πολύ φοντύ?


Το κουβάρι των ιδεολογιών

Όχι δεν έχουν τρελαθεί, αν δεν ακουμπάτε βολικά σε κάποια μανιχαϊστική αντίληψη του κόσμου. Οι ελβετοί αργά και σταθερά ξεμπλέκουν το πουλόβερ του φιλελευθερισμού που τους κόστισε τόσο πολύ το 2008 (η UBS ήταν η τράπεζα με τις μεγαλύτερες απώλειες από το πρώτο στάδιο της κρίσης). Όπως έγραφα παραπάνω, η ελευθερία μετακίνησης είναι ένα ζήτημα που δεν απασχολεί αρνητικά τον φιλελευθερισμό στα πλαίσια που δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος. Η δημιουργία ενός τρίτου κόσμου μέσα στον πρώτο από αράπηδες μαυριδερούς ή λευκούς, δεν ήταν ποτέ κάτι απεχθές στους φιλελεύθερους.
Στις ΗΠΑ δούλεψε τόσο καλά με τους άτακτους μαυριδερούς να γεμίζουν τις φυλακές, την ώρα που οι λευκοί για τα ίδια αδικήματα την έβγαζαν καθαρή. Διότι το μεγαλύτερο ποσοστό φυλακισμένων στον κόσμο που κατέχουν οι ΗΠΑ δεν υπάρχει για να εφαρμόζει το κράτος δικαίου, αλλά για να σιγουρεύει πως ο τρίτος κόσμος στο εσωτερικό της χώρας θα κρατηθεί σε ελεγχόμενα επίπεδα. Δεν είναι τυχαίο πως δεν υπάρχει ούτε μαλκομ Χ ούτε κινγκ σήμερα, σε όποια απόχρωση κι αν τους ψάξετε (εννοώ μεταξύ των μαυριδερών λατίνων ή αφρικανών). Αντίθετα υπάρχουν εκατοντάδες γκάνγκστα με χρυσά ρόλεξ που σκοτώνονται μεταξύ τους για την dolce vita ή απλά την τιμή. Γελάνε τα μουστάκια του λέο στράους στον τάφο του με λίγα λόγια (έχει κι αυτό τα προβλήματά του αλλά δεν είναι της παρούσης).

Άρα οι αποφάσεις των ελβετών, η “αριστερή” της θέσπισης κατώτατου επιπέδου διαβίωσης, η “δεξιά” του περιορισμού της μετανάστευσης και η “ουδέτερη” του κλειδώματος της ισοτιμίας μπορεί να φαίνονται κουλές μεταξύ τους, έχουν όμως μια κοινή σταθερά. Αποτελούν την αντιστροφή των φιλελεύθερων πολιτικών.

Η αριστερή παράδοση πατούσε πάντα σε δύο βάρκες. Από τη μία ήταν φιλελεύθερη με την έννοια των πολιτικών δικαιωμάτων πχ, και από την άλλη έκανε κριτική στον φιλελευθερισμό. Όμως αποτελεί κι αυτή παιδί της νεωτερικότητας και διατρέχεται από τις μεταφυσικές φαντασιώσεις της προόδου και της ανάπτυξης. Καθώς η ιστορία τη σφυρηλάτησε με διάφορες εμπειρίες (δεν με λατρεύετε όταν γίνομαι ποιητική?), όπως η ήττα του 1848 που κάθε άλλο παρά ποιητική ήταν, απέκτησε διάφορα χαρακτηριστικά. Στην ουσία αποδέχθηκε την έννοια της δυτικής δημοκρατίας θεωρώντας ότι η επέκταση του δικαιώματος ψήφου θα οδηγήσει τον λαό στην εξουσία (από τη στιγμή που η επανάσταση απέτυχε), δέχθηκε πολλές αρχές των φιλελευθέρων που κάθε άλλο παρά μια μαζική δημοκρατία είχαν στο μυαλό τους. Και χρησιμοποιώντας τις σαντικές τεχνικές κατάφερε να προσφέρει δικαιώματα σχεδόν σε κάθε κάτοικο κάθε επικράτειας (ακόμα και στις μούτζες).

Αυτό το μπλέξιμο έγινε χειρότερο (αλλά κρύφτηκε) με την άνοδο του φασισμού. Ο φασισμός υιοθέτησε μεγάλα κομμάτια των αριστερών και νεωτερικών φαντασιώσεων, αλλά θεώρησε ότι το τέλος της ταξικής σύγκρουσης θα έρθει με την επιβολή του “εθνικού συμφέροντος” σε όλες τις τάξεις. Καθώς ορισμένες τάξεις είχαν καλύτερες προσβάσεις στην εξουσία, ήταν φυσιολογικό τα συμφέροντα αυτών των τάξεων να αποτελέσουν τον πυρήνα του “εθνικού συμφέροντος”.

Οι φασίστες και οι σοβιετικοί έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, όχι λόγω των μαλακιών που λένε οι διάφοροι αγράμματοι φιλελέδες περί χίτλερ και στάλιν, αλλά ακριβώς επειδή προσπάθησαν να ξεπεράσουν το φιλελεύθερο μοντέλο που επίσης κατέρρεε δραματικά στον μεσοπόλεμο. Είχαν στην ουσία έναν κοινό στόχο, γιαυτό και οι βρετανοί, δεν ήθελαν τίποτα άλλο στον κόσμο από το να δουν αυτούς τους δύο να αλληλοσκοτώνονται. Κάτι που εξηγεί πολύ πιο εύλογα όλη την πορεία επανεξοπλισμού της γερμανίας, της πολιτικής του “κατευνασμού” των βρετανών, και τον “παράλογο” ψευδοπόλεμο στο δυτικό μέτωπο από τον σεπτέμβρη του 39 μέχρι τον απρίλη του 40. Εκτός αν πιστεύετε την επίσημη αφήγηση που λέει ότι απλά ο τσάμπερλεν ήταν φλώρος και ο τσώρτσιλ μπουλντόγκ.

Το ίδιο βιώνουμε και σήμερα (μια κατάρρευση του φιλελευθερισμού), αλλά οι συνθήκες μέχρι στιγμής πλησιάζουν περισσότερο στη δεκαετία του 1840 παρά σε αυτή του 1930. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον θα πρέπει να δημιουργήσουμε τις δικές μας εναλλακτικές δομές αν θέλουμε να τη βγάλουμε καθαρή. Και δυστυχώς αυτές οι εναλλακτικές δεν έχουν προταθεί ακόμα από κάποιο πολιτικό φορέα. Οι ελβετοί επιστρέφουν σε αυτό που ξέρουν να κάνουν 200+ χρόνια τώρα. Κλείνονται στα βουνά τους και περιμένουν τον κατακλυσμό σ’ ένα πλαίσιο εσωτερικής συνεννόησης. Για ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους, αυτή η δυνατότητα είναι σαφώς ποιο περιορισμένη στην ελλάδα. Κάτι που απαντάει και στην αυτόματη δεξιά χαρά του μακριά μας οι μαυριδεροί. Χωρίς να πιάσω πολλά παραδείγματα οικονομικά και άλλα, σκεφτείτε μόνο ότι απειροελάχιστοι κάτοικοι αυτής της χώρας μπορούν να δέσουν την καταγωγή τους με έναν τόπο για παραπάνω από μια-δύο γενιές, κι αυτό θα σας βοηθήσει να κατανοήσετε τη φύση και τον χαρακτήρα της χώρας όπου ζείτε.
Πηγή

Σχόλια