Mια ανακεφαλαίωση...

  1. Το έργο που παίζεται δεν είναι "Φορολογική Μεταρρύθμιση", "Αγορά Ομολόγων", "Ασφαλιστικό", είναι η Δολοφονία μιας χώρας".
  2. Να μην φοβάστε ούτε τις αρρώστιες ούτε τον πόνο, ούτε τον θάνατο, να φοβάστε τον φόβο" Επίκτητος.
  3. "Όταν ο πολιτισμένος ενήλικος βρεθεί κάτω από την επίδραση ξαφνικών και αναπάντεχων ερεθισμάτων, υπερβολικά ισχυρών, η ανώτερη φυλογονική του στοιβάδα πέφτει σε είδος παράλυσης και ανικανότητας, εγκαταλείποντας τη διεύθυνση του ψυχικού οργάνου στο στρώμα που βρίσκεται παρακάτω". Kretchmer, Psychologie Medicale, Payot.  από το άρθρο του Δημ. Κωνσταντακόπουλου στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ (17/1/2013)
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ
  • "Αν λοιπόν o φόβος προκύπτει από την προσδοκία ότι θα πάθουμε κάποια συμφορά, είναι φανερό ότι κανείς από εκείνους πού νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν κανένα κακό, δε φοβάται. Και δεν φοβούνται ούτε αυτά πού νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν, ούτε εκείνους από τούς οποίους δεν νομίζουν ότι θα τα πάθουν, και ούτε και τότε φοβούνται, όταν δεν νομίζουν ότι πρόκειται να πάθουν τίποτε. Συνάγεται λοιπόν ότι κατ’ ανάγκη φοβούνται εκείνοι πού νομίζουν ότι κάτι θα πάθουν, και τα πρόσωπα από τα όποια φοβούνται ότι θα το πάθουν, και αυτά πού θα πάθουν, και το χρόνο πού θα το πάθουν.

  • Και δέν πιστεύουν ότι θά πάθουν τίποτε εκείνοι πού βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία η νομίζουν δτι βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία, για αυτό είναι και αυθάδεις και αλαζονικοί και θρασείς (και τέτοιους κάνει τούς ανθρώπους ό πλούτος, ή σωματική δύναμις, οί πολλοί φίλοι, ή κοινωνική επιρροή). Επίσης δεν φοβούνται αυτοί πού νομίζουν ότι έχουν πάθει ήδη τα πάνδεινα καί βλέπουν μέ ψυχρή αδιαφορία το μέλλον, σάν αυτούς πού είναι καταδικασμένοι στο θάνατο μέ άποτυμπανισμό. ’Αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από την αγωνία τού φόβου. Απόδειξις είναι το γεγονός ότι ο φόβος κάνει τούς ανθρώπους να σκέπτονται, γιατί βέβαια κανείς δεν σκέπτεται τα ανέλπιστα.
  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗ, 1383α (Πηγή)
    ====================================================
    Η χειραγώγηση της συνείδησης

    Γράφει ο Άγγελος Βιαννίτης

    Ο φόβος αποτελεί διαχρονικά το εργαλείο που χρησιμοποιεί κάθε είδους πολιτική, θρησκευτική και οικονομική εξουσία, όχι μόνο για να εδραιώσει και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και την κυριαρχία της, αλλά και σαν απαραίτητο και αναγκαίο μέσο για την έκφρασή της. Είναι ζωτικής σημασίας για την εκάστοτε εξουσία να μπορεί να επιβάλλει τον φόβο των συνεπειών και της τιμωρίας για αυτούς που δεν αναγνωρίζουν την κυριότητα της, αντιστέκονται σε αυτήν ή εκπροσωπούν μια ανταγωνιστική δύναμη.

      «Η καλή διακυβέρνηση μπορεί να πουληθεί προς μια κοινωνία, ακριβώς όπως και κάθε άλλο αγαθό» «Κατασκευάζοντας την Συναίνεση» Edward Bernays.

    Για να μπορέσει η εκάστοτε εξουσία να επιβάλλει την κυριαρχία της, όταν δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα με την δύναμη της πειθούς, είναι αναγκασμένη να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο και να εδραιώσει την εξουσία της με την δύναμη της ισχύος. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο και εμφανές: «Αν δεν είσαι μαζί μου, θα υποστείς τις συνέπειες. Δεν με ενδιαφέρει αν συμφωνείς μαζί μου ή όχι, αρκεί να κάνεις αυτό που εγώ επιτάσσω. Δεν με ενδιαφέρει να συναινείς, αλλά να υπακούς».

    Η διαχείριση του φόβου

    Τα εγγενή χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την Νέα Τάξη Πραγμάτων από οποιαδήποτε άλλη μορφή εξουσίας είναι το γεγονός ότι αυτή καθαυτή είναι αόρατη και απροσδιόριστη και έχει την ικανότητα να χειραγωγεί την συνείδηση της μάζας μέσα από την δύναμη των media. Αυτή ακριβώς η ικανότητα, δηλαδή να χειρίζεται τις παραμέτρους της Κοινωνίας του Θεάματος, είναι που της επιτρέπει να κρύβει το πρόσωπό της. Σε ένα κόσμο που κυριαρχεί η επιφάνεια και όχι η ουσία, η εικόνα και όχι το περιεχόμενο, αυτοί που κατασκευάζουν και διακινούν την εικόνα έχουν την πραγματική, αόρατη δύναμη στα χέρια τους.

    Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς της Κοινωνίας του Θεάματος που προγραμματίζουν τον υποσυνείδητο νου, αποτελεί ουσιαστικά έναν χειραγωγό της ατομικής και της συλλογικής συνείδησης.  Δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλλει τον εαυτό της, προγραμματίζει το άτομο να λειτουργεί όπως θέλει εκείνη. ΟErich Fromm, ο μεγάλος αυτός ψυχοθεραπευτής, αναλύοντας την αλλοτρίωση της ανθρώπινης εμπειρίας στο σύγχρονο Δυτικό πολιτισμό, περιέγραψε τα δύο θεμέλια της χειραγώγησης του ατόμου – καταναλωτή. Το ένα θεμέλιο είναι δημιουργία μιαςεπιθυμίας και το άλλο η δημιουργία του φόβου, αν αυτή δεν ικανοποιηθεί ή σταματήσει να ικανοποιείται.

    Από την Επιβολή στην Υποβολή

    Οι σύγχρονοι εξουσιαστές δεν επικεντρώνονται στον φόβο, αλλά σε κάτι που είναι πολύ πιο αποτελεσματικό, ακριβώς διότι δεν το αντιλαμβάνεσαι: εστιάζει στον υποσυνείδητο προγραμματισμό του ατόμου, ώστε να συναινεί. Σου δημιουργεί την επιθυμία να κάνεις αυτό που θέλει εκείνη, αντί να αναλώνει τις δυνάμεις της στο να σε φοβίσει αν δεν το κάνεις. Ο φόβος, βέβαια, πάντα παραμένει ένας απαραίτητος πόλος, αλλά δεν είναι πλέον ο πιο σημαντικός. Ετσι κι αλλιώς, το να καταφύγει κανείς στον φόβο ήταν πάντα η τελευταία επιλογή. Πράγματι χειρίζεσαι καλύτερα τις φοβισμένες μάζες, αλλά όχι απόλυτα: ο φόβος μπορεί να κάνει το άτομο να αντιδράσει με τρόπους που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Το φοβισμένο άτομο, όχι μόνο μπορεί να μην υπακούσει, αλλά να γίνει και άκρατα επιθετικό.Αν δεν έχει άλλη επιλογή, η Νέα Τάξη Πραγμάτων δεν αρκείται απλά στο να σε φοβίσει. Θα πρέπει να πάει τα πράγματα ένα επίπεδο παραπέρα, να καταφύγει στην τρομοκρατία κάνοντας το άτομο να νιώσει απελπισία, να μην έχει άλλη διέξοδο από την παράλυση και την απόλυτη παράδοση.

    Γιατί να το κάνει αυτό όμως, όταν μπορεί να μετατρέπει τις μάζες σε υπάκουους πολίτες, που δίνουν πρόθυμα την συναίνεση και την συγκατάθεσή τους; Στο βιβλίο του «Η ψυχολογία των μαζών και η ανάλυση του Εγώ», ο Φρόιντ  αναλύει τα βασικά χαρακτηριστικά της ψυχολογίας των κοινωνιών, αναφέροντας πως οι μάζες διακατέχονται από τα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, τα οποία ως επί το πλείστον είναι βίαια, επιθετικά και σεξουαλικά. Αυτές οι δυνάμεις μπορεί να οδηγήσουν τις κοινωνίες στο χάος. Ακόμη ισχυριζόταν ότι οι μάζες είναι χειραγωγίσιμες, είναι εύπλαστες κι ότι μπορεί κανείς να αγγίξει τις επιθυμίες και τους φόβους των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας τα όλα αυτά προς όφελός του.

    Από την Ανάγκη στην Επιθυμία

    Ικανοποιώντας τις εσωτερικές και εγωιστικές επιθυμίες, κάποιοι κάνουν τους ανθρώπους «ευτυχισμένους», άρα υπάκουους. Αν κρατήσει κανείς τις μάζες απασχολημένες με τον εαυτό τους, καταναλώνοντας ευτυχισμένες αγαθά και υπηρεσίες που έχουν πειστεί ότι τις χρειάζονται, τότε ο εκάστοτε εξουσιαστείς μπορεί εύκολα να ασκήσει έλεγχο σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Από ένα πολιτισμό «αναγκών» έχουμε περάσει σε έναν πολιτισμό «επιθυμιών». Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται πλέον από πολύ μικροί να επιθυμούν, να θέλουν ένα πράγματα, ακόμα και πριν καταναλώσουν αυτά που ήδη έχουν. Στις μέρες μας οι επιθυμίες του ανθρώπου ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες του.

    Ένα γνωστό ρητό υποστηρίζει πως «το μεγαλύτερο κόλπο του διαβόλου, είναι πως έχει πείσει τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει». Παραφράζοντάς το, θα έλεγα πως το μεγαλύτερο όπλο της Νέας Τάξης Πραγμάτων -που θέλει υπάκουα, καταναλωτικά όντα που συνδέουν την αξία της ύπαρξης τους μόνο από το πόσο παράγουν και το πόσο καταναλώνουν- είναι να πείσει τους ανθρώπους να επιθυμούν αυτό που θέλει εκείνη να επιθυμούν. Εχει εισχωρήσει στη σκέψη μας, εκφράζεται μέσα από το μυαλό μας, με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες μας. Κοιτάς προς τα έξω να την βρεις, αλλά αυτή δεν υπάρχει εκεί. Υπάρχει μέσα σου, ακριβώς δηλαδή εκεί που δεν κοιτάς. Σε κάνει να μετράς την αξία σου μόνο με το πως διαχειρίζεσαι το χρήμα. Εσωτερικεύεις αυτό το μέτρο σύγκρισης και αυτό ακριβώς είναι η έκπτωση, η αλλοτρίωση της ανθρώπινης εμπειρίας και αξίας.

    Συνθέτοντας τους κανόνες της Κοινωνικής Μηχανικής

    Ο ανιψιός του Φρόιντ, ο Αμερικανός Edward Bernays (1891-1995), ήταν ένας από τους πρώτους που πήρε τις ιδέες του θείου του και τις χρησιμοποίησε για να χειραγωγήσει τις μάζες. Στα βιβλία του (παραθέτω ενδεικτικά τους τίτλους «Προπαγάνδα»,«Κατασκευάζοντας την Συναίνεση» και «Αποκρυσταλλώνοντας την Κοινή Γνώμη»), έχει προσφέρει στην εκάστοτε εξουσία, είτε ορατή, όπως ο Εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ (ο Γκαίμπελς είχε σε μεγάλη εκτίμηση τα βιβλία του Bernays), είτε αόρατη, όπως η Νέα Τάξη Πραγμάτων, τους μηχανισμούς της χειραγώγησης της ατομικής συνείδησης.

    Ο Bernays  υποστήριζε πως ο πιο ασφαλής τρόπος για να προστατευτεί η δημοκρατία είναι να αποσπάται η προσοχή της μάζας από επικίνδυνες πολιτικές ιδέες και έντεχνα να κατευθύνεται μόνο προς την κατανάλωση. Χαρακτηριστικά έλεγε πως «Ο συνειδητός και ευφυής χειρισμός των οργανωμένων συνηθειών και των απόψεων σχετικά με τις μάζες είναι ένα σημαντικό στοιχείο στη δημοκρατική κοινωνία. Εκείνοι που χειρίζονται αυτόν τον απαρατήρητο μηχανισμό της κοινωνίας αποτελούν μια αόρατη κυβέρνηση που αποτελεί την πραγματική δύναμη που κυβερνά ολόκληρη τη χώρα».

    Μια παλιά γνώριμη

    Η Νέα Τάξη Πραγμάτων δεν είναι και τόσο νέα τελικά. Είναι το ίδιο πρόσωπο της ψυχρής και απόλυτης εξουσίας, αλλά με περισσότερα γνωσιακά εφόδια για το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχισμός και με όπλα που της προσφέρει η Κοινωνία του Θεάματος. Οπλα που επιδρούν κατευθείαν στην συνείδηση, που διαμορφώνουν την αντίληψη της πραγματικότητας. Είναι ακριβώς αυτή η υποσυνείδητη χειραγώγηση της συνείδησης που τελικά δικαιώνει τον Bernays. Οσο κι αν δυσκολευόμαστε να το αποδεχτούμε, τα λόγια του περιέχουν μια αλήθεια που συνήθως δεν αναγνωρίζουμε:

    «Κυβερνόμαστε, τα μυαλά μας είναι φορμαρισμένα, οι προτιμήσεις είναι ήδη διαμορφωμένες, οι ιδέες μας είναι προτεινόμενες, κατά ένα μεγάλο μέρος από άτομα που δεν έχουμε ακούσει ποτέ για αυτά. Αυτό είναι ένα λογικό αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η δημοκρατική κοινωνία μας οργανώνεται. Οι τεράστιοι αριθμοί των ανθρώπινων όντων πρέπει να συνεργαστούν κατά αυτόν τον τρόπο εάν πρόκειται να ζήσουν μαζί ως ομαλά λειτουργούσα κοινωνία. Οι αόρατοι κυβερνήτες μας είναι, σε πολλές περιπτώσεις, απληροφόρητοι της ταυτότητας των συντροφικών μελών τους στο εσωτερικό γραφείο». («Προπαγάνδα» -Edward Bernays). [*Ο Άγγελος Βιαννίτης,  είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής και κλινικός υπνοθεραπευτής και έχει ειδικευτεί στην Ανάλυση Ονείρων και στις εφαρμογές DreamWork. Από το 1998 έχει ιδρύσει και διευθύνει το Ονειρικό Εργαστήρι, διοργανώνοντας σεμινάρια και εργαστήρια με θέμα την ανάλυση και ερμηνεία των ονείρων, το συνειδητό ονείρεμα και τη Θιβετιανή Ονειρική Γιόγκα (Mi-Lam).

    Σημείωση: Το άρθρο αυτό του Άγγελου Βιαννίτη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου, τα “Φαινόμενα”. Αναδημοσίευση από το metafysiko.gr
    πηγή
    =====================

    H Χειραγώγηση του Φόβου

     του Noam Chomsky
    Το να εμπνέεται το αίσθημα του φόβου από συστήματα εξουσίας ώστε να πειθαρχούν οι εγχώριοι πληθυσμοί είναι μια πρακτική που έχει αφήσει ανεξίτηλα και τρομερά ίχνη αιματοχυσίας και δυστυχίας, τα οποία (για κακό δικό μας) αγνοούμε. Η πρόσφατη ιστορία παρέχει πολλά σοκαριστικά παραδείγματα.....Στα μέσα του 20ού αιώνα συνέβησαν πιθανώς τα πιο ειδεχθή εγκλήματα μετά από την περίοδο των Μογγολικών επιδρομών. Τα πιο άγρια διαπράχθηκαν εκεί όπου ο Δυτικός πολιτισμός απολάμβανε το ζενίθ του μεγαλείου του. Η Γερμανία ήταν κέντρο των επιστημών, των τεχνών και της λογοτεχνίας, της ανθρωπιστικής μόρφωσης, καθώς και άλλων αξιομνημόνευτων επιτευγμάτων. Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, και πριν η αντι-Γερμανική υστερία κατακλύσει τη Δύση, η Γερμανία εθεωρείτο από Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες ως το παράδειγμα Δημοκρατίας που θα έπρεπε να υιοθετηθεί στις δυτικές κοινωνίες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 η Γερμανία, σε διάστημα μόλις λίγων ετών, οδηγήθηκε σε ένα επίπεδο βαρβαρότητας που ιστορικά έχει λίγα ισοδύναμα. Και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτό έλαβε χώρα μεταξύ των πιο εκπαιδευμένων και πολιτισμένων τμημάτων του πληθυσμού.

    Στο αξιομνημόνευτο ημερολόγιο της ζωής ενός Εβραίου επί Ναζισμού, ο Victor Klemperer – αφού ξέφυγε από τους θαλάμους αερίων σχεδόν σαν από θαύμα – γράφει τα παρακάτω για ένα Γερμανό Καθηγητή, φίλο του, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα, αλλά ο οποίος εν τέλει ακολούθησε το κίνημα (των Ναζί):

    Αν ποτέ η κατάσταση ήταν αντίστροφη και η μοίρα των νικημένων ήταν στα χέρια μου, τότε θα άφηνα όλο το λαό ελεύθερο – ακόμα και μερικούς ηγέτες, που ίσως είχαν καλές προθέσεις και απλώς δεν ήξεραν τι έκαναν. Αλλά θα είχα όλους τους διανοούμενους στην τσίτα, και τους καθηγητές ακόμα πιο πολύ από τους υπόλοιπους· θα τους άφηνα να δουλεύουν ακατάπαυστα για όσο αυτό δεν έχει επιπτώσεις στην υγεία τους.

    Οι αντιδράσεις του Klemperer απηχούν μεγάλο κομμάτι της καταγεγραμμένης ιστορίας.

    Τα πολύπλοκα ιστορικά γεγονότα έχουν πάντα πολλές αιτίες. Ένας βασικός παράγοντας στην περίπτωση που εξετάζουμε ήταν η επιδέξια χειραγώγηση του φόβου. Ο «απλός πολίτης» οδηγούνταν στο φόβο από μία δήθεν Εβραίο-Μπολσεβίκικη συνομωσία κατάληψης του πλανήτη, που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του γερμανικού λαού. Ακραία μέτρα λοιπόν κρίθηκαν ως απαραίτητα, εν είδει «αυτοάμυνας». Αξιοσέβαστοι διανοούμενοι προχώρησαν πολύ περισσότερο.

    Καθώς τα σύννεφα της Ναζιστικής θύελλας κύκλωναν τη χώρα στα 1935, ο Martin Heidegger όρισε τη Γερμανία ως το κράτος που παγκοσμίως «διακινδυνεύει περισσότερο», πιασμένο στις «τεράστιες δαγκάνες» μιας σφοδρότατης επίθεσης εναντίον του ίδιου του πολιτισμού· μια επίθεση η οποία στην πιο ωμή μορφή της εκτελείται από τη Ρωσία και την Αμερική. Η Γερμανία δεν ήταν απλώς το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα αυτής της τρομερής βαρβαρικής δύναμης, αλλά ήταν ευθύνη της, ως «το πιο υπερφυσικό απ’ όλα τα έθνη», να ηγηθεί της αντίστασης εναντίον αυτής. Η Γερμανία βρισκόταν στο επίκεντρο του Δυτικού κόσμου και έπρεπε να προστατέψει τη μεγάλη κληρονομιά της κλασικής Ελλάδος από τον «αφανισμό», βασιζόμενη σε «νέες πνευματικές δραστηριότητες που ιστορικά ξετυλίγονται από το κέντρο προς τα έξω». Οι «πνευματικές δραστηριότητες» συνέχισαν να ξεδιπλώνονται με τρόπους ιδιαίτερα ορατούς όταν ο Heidegger μετέφερε αυτό το μήνυμα, του οποίου οπαδός δεν ήταν μόνο ο ίδιος αλλά και άλλοι διανοούμενοι.

    Ο παροξυσμός της σφαγής και του αφανισμού δεν τελείωσε με τη χρήση όπλων, που εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει στον αφανισμό την ανθρωπότητα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι αυτά τα όπλα που θα μπορούσαν να αφανίσουν το είδος μας δημιουργήθηκαν από τις πιο λαμπρές, ευσπλαχνικές, και καλύτερα εκπαιδευμένες μορφές του σύγχρονου πολιτισμού, οι οποίες δούλευαν σε απομόνωση και ήταν τόσο απορροφημένοι από την ομορφιά της εργασίας με την οποία καταπιάνονταν ώστε προφανώς παραγνώριζαν τις συνέπειές της: τεράστιες διαμαρτυρίες επιστημόνων εναντίον των πυρηνικών όπλων ξεκίνησαν στα εργαστήρια του Chicago, μετά τον τερματισμό του ρόλου τους στην παραγωγή όπλων, όχι όμως και στο Los Alamos όπου η συνεισφορά των επιστημόνων συνεχίστηκε μέχρι τέλους. Ή όχι ακριβώς μέχρι τέλους.

    Η επίσημη ιστορία της Αμερικανικής Αεροπορίας αναφέρει ότι μετά το βομβαρδισμό στο Ναγκασάκι, με την άμεση υποταγή της Ιαπωνίας σε άνευ όρων παράδοση, ο Στρατηγός Hap Arnold επιθυμούσε ένα «όσο το δυνατόν πιο σπουδαίο φινάλε», μια επιδρομή στο φως της ημέρας με 1000 αεροπλάνα απέναντι στις ανυπεράσπιστες Ιαπωνικές πόλεις. Το τελευταίο βομβαρδιστικό επέστρεψε στη βάση μόνον όταν επετεύχθη επίσημη συμφωνία για άνευ όρων παράδοση. Ο αρχηγός της αεροπορίας, Πτέραρχος Carl Spaatz, προτιμούσε το grand finale να δοθεί με μια τρίτη πυρηνική επίθεση στο Τόκιο, αλλά μεταπείστηκε. Το Τόκιο ήταν ένας «μικρός στόχος», έχοντας ήδη γίνει στάχτες από την πυρκαγιά του προηγούμενου Μαρτίου, η οποία άφησε πίσω της περίπου 100.000 απανθρακωμένα πτώματα σε ένα από τα χειρότερα εγκλήματα της ιστορίας.

    Τέτοια ζητήματα εξαιρούνται από τις δίκες για εγκλήματα πολέμου, ενώ σε μεγάλο βαθμό εξαλείφονται και από την ιστορία. Μέχρι στιγμής μόλις και μετά βίας γίνονται γνωστά σε κύκλους ακτιβιστών ή ειδικών. Κυρίως αντιμετωπίζονταν ευρέως ως μία μορφή νόμιμης άσκησης αυτοάμυνας απέναντι σε έναν άθλιο εχθρό (σ.σ. Ιαπωνία) που είχε φτάσει στο έσχατο επίπεδο ατιμίας με το βομβαρδισμό αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Χαβάη και στις Φιλιππίνες.

    Αξίζει ίσως να έχουμε κατά νου ότι οι βομβαρδισμοί των Ιαπώνων το Δεκέμβρη του 1941 – «μια χρονιά η οποία θα περάσει ντροπιαστικά», κατά τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ – ήταν κάτι περισσότερο από δικαιολογημένοι υπό τις αρχές της «προληπτικής αυτοάμυνας», μιας λογικής που υπερισχύει και μεταξύ των ηγετών των σημερινών αυτοαποκαλούμενων «πεφωτισμένων κρατών», των Η.Π.Α. και της συμμάχου Βρετανίας. Οι Ιάπωνες αρχηγοί γνώριζαν ότι τα αεροπλάνα τύπου Β-17 Flying Fortress ήταν παραγωγής Boeing, και σίγουρα ήταν ενήμεροι για τις δημόσιες συζητήσεις που λάμβαναν χώρα στις ΗΠΑ με θέμα το πώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να κάνουν στάχτη τις ξύλινες πόλεις της Ιαπωνίας σε έναν πόλεμο εξόντωσης, πετώντας είτε από τις βάσεις είτε της Χαβάης είτε των Φιλιππινών – «το πώς θα εξολοθρεύσουν το βιομηχανικό κέντρο της Αυτοκρατορίας μέσω επιθέσεων με εμπρηστικές βόμβες σ’ αυτές τις γεμάτες, καλαμώδεις μυρμηγκοφωλιές», όπως ανέφερε ο πτέραρχος Channault το 1940, μία πρόταση που «απλώς, ευχαρίστησε κάπως» τον πρόεδρο Ρούσβελτ. Προφανώς, πρόκειται περί πολύ ισχυρότερης δικαιολογίας για βομβαρδισμό στρατιωτικών βάσεων σε αμερικανικές αποικίες, συγκριτικά με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν από τους Bush – Blair και τους συμμάχους τους για τη διεξαγωγή του δικού τους «προειδοποιητικού πολέμου»· έγινε αποδεκτή σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν, με κάποιες μόνο επιφυλάξεις ως προς την τακτική.

    Παρ’ όλα αυτά η σύγκριση είναι ακατάλληλη. Εκείνοι που κατοικούν σε αυτές τις καλαμώδεις μυρμηγκοφωλιές δεν μπορούν ταυτιστούν με τέτοιου είδους αισθήματα φόβου. Τέτοια αισθήματα και αγωνίες είναι προνόμια μόνο των «πλουσίων που ζουν ειρηνικά στους οικισμούς τους», κατά τη ρητορική του Τσόρτσιλ· των «ικανοποιημένων εθνών που δεν επιθυμούσαν τίποτα περισσότερο από αυτά που ήδη είχαν», και στα οποία, επομένως, θα έπρεπε να «ανατεθεί η διακυβέρνηση του πλανήτη» για τη διασφάλιση της ειρήνης – εκείνο το είδος ειρήνης, στο οποίο οι πλούσιοι πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από οποιονδήποτε φόβο.

    Το πόσο απαλλαγμένοι από το φόβο είναι αυτοί οι άνθρωποι αποκαλύπτεται από υψηλού κύρους έρευνες πάνω στις νέα δόγματα της «προληπτικής αυτοάμυνας» που επιδέξια υιοθετείται από τους ισχυρούς. Η πιο σημαντική συνεισφορά με αρκετό ιστορικό βάθος προέρχεται από έναν εκ των εξεχόντων σύγχρονων ιστορικών, τον John Lewis Gaddis (Yale University). Αναγνωρίζει το δόγμα Bush στον πνευματικό του ήρωα, τον μεγάλο και ικανό στρατηγό John Quincy Adams. Παραφράζοντας από τους New York Times, ο Gaddis «δηλώνει ότι το πλαίσιο του Bush στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας έχει τις ρίζες του στην ανώτερη, ιδεαλιστική παράδοση του John Quincy Adams και του Woodrow Wilson».

    Αφήνουμε όμως στην άκρη τα αισχρά κατορθώματα του Wilson, και επικεντρώνουμε στην ανώτερη, ιδεαλιστική παράδοση, την οποία ο Adams καθιέρωσε μέσω ενός περίφημου κρατικού εγγράφου με το οποίο δικαιολογεί την κατάληψη της Φλόριντα από τον Andrew Jackson κατά τον πρώτο πόλεμο εναντίων των Ινδιάνων της περιοχής (Seminole), το 1818. Ο πόλεμος δικαιολογείτο ως αυτοάμυνα, κατά την επιχειρηματολογία του Adams. Ο Gaddis συμφωνεί ως προς το ότι τα κίνητρα ήταν οι δικαιολογημένες ανησυχίες περί ασφάλειας. Στην εκδοχή του Gaddis, μετά τη βρετανική επιδρομή στην Ουάσινγκτον (1814), οι Αμερικανοί ηγέτες αναγνώρισαν ότι «η επέκταση ήταν το μονοπάτι προς την ασφάλεια», και ως συνέχεια αυτού κατέκτησαν τη Φλόριντα· το δόγμα αυτό έχει επεκταθεί τώρα για το σύνολο του πλανήτη από τον Bush – ορθώς, όπως ο ίδιος διατείνεται.

    Ο Gaddis παραθέτει τις σωστές ακαδημαϊκές πηγές, κυρίως τον ιστορικό William Earl Weeks, αλλά παραβλέπει πράγματα που οι ίδιοι έλεγαν (σ.σ. στα έργα τους). Μαθαίνουμε πολλά για τα προηγούμενα σύγχρονων δογμάτων, και σύγχρονων ιδεών, κοιτώντας αυτά που παραβλέπει ο Gaddis. Ο Weeks περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις πράξεις του Jackson στις «δολοφονίες και λεηλασίες που συνέβησαν κατά τον πρώτο πόλεμο εναντίον των Ινδιάνων της Φλόριντα», κάτι που δεν ήταν παρά μία ακόμα φάση του σχεδίου «εκτοπισμού και εξάλειψης των ντόπιων Αμερικανών από το Νότο», που ήδη είχε τεθεί σε εφαρμογή πολύ πριν το 1814. Η Φλόριντα αποτελούσε βραχνά τόσο για το λόγο ότι δεν είχε ενσωματωθεί στην ήδη επεκτεινόμενη Αμερικανική αυτοκρατορία όσο και επειδή αποτελούσε «άσυλο για Ινδιάνους και φυγάδες πρώην σκλάβους… όπου μπορούσαν να ξεφύγουν από οργή του Jackson ή τη σκλαβιά».

    Στην πραγματικότητα υπήρχε μια επίθεση Ινδιάνων την οποία οι Jackson και Adams χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα: οι αμερικανικές δυνάμεις έδιωξαν μερικούς Ινδιάνους από τη γη τους, σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς και κατακαίγοντας τα χωριά τους. Οι Ινδιάνοι ανταπάντησαν κάνοντας επίθεση σε ένα πλοίο με προμήθειες του στρατού. Αρπάζοντας την ευκαιρία, ο Jackson ξεκίνησε μια «εκστρατεία εναντίον του τρόμου, της ερήμωσης και του εκφοβισμού», καταστρέφοντας χωριά και «πηγές σίτισης σε μία υπολογισμένη προσπάθεια να επιφέρει τη λιμοκτονία στις φυλές, οι οποίες έψαχναν καταφύγιο από την οργή του στα έλη». Κάπως έτσι συνεχίστηκε η κατάσταση, οδηγώντας στο περίφημο κρατικό έγγραφο του Adams, το οποίο επικύρωσε την απρόκλητη επιθετικότητα του Jackson με σκοπό την εγκαθίδρυση στη Φλόριντα «της κυριαρχίας του κράτους τούτου επί της απεχθούς θεμελίωσης βίας και αιματοχυσίας».

    Τα παραπάνω είναι λόγια του Ισπανού πρέσβη, μία «οδυνηρά ακριβής περιγραφή», όπως γράφει ο Weeks. O Adams «είχε συνειδητά διαστρεβλώσει, είχε υποκριθεί και είχε πει ψέματα σχετικά με τους στόχους και τη διεξαγωγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τόσο στο Κογκρέσο όσο και στην κοινή γνώμη», συνεχίζει ο Weeks προσβάλλοντας βάναυσα τις εκδηλωμένες ηθικές αρχές του, αφού «αναμφίβολα ήταν υπέρ της εκδίωξης των Ινδιάνων αλλά και υπέρ της σκλαβιάς». Τα εγκλήματα του Jackson και του Adams «αποδείχτηκαν απλώς ένα πρελούδιο για τον δεύτερο πόλεμο με σκοπό την εξόντωση των Ινδιάνων», στον οποίο οι εναπομείναντες είτε κατέφυγαν στη Δύση, για να απολαύσουν την ίδια μοίρα αργότερα, «είτε σκοτώθηκαν ή εξαναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο στους πυκνούς βάλτους της Φλόριντα». Σήμερα, καταλήγει ο Weeks, «οι Ινδιάνοι Seminole επιζούν στο εθνικό φαντασιακό ως μασκότ του πανεπιστημίου Florida State» – ένα τυπικό όσο και διδακτικό παράδειγμα…

    …Το ρητορικό πλαίσιο μπορεί να τεθεί σε τρεις βάσεις (Weeks): «την αξίωση της μίας και μοναδικής ηθικής αρετής από τις ΗΠΑ, τον ισχυρισμό περί αποστολής τους να σώσουν τον πλανήτη» με το να διαδώσουν τα ιδανικά τους και ‘τον αμερικανικό τρόπο ζωής’ και – τέλος – «την πίστη στον θεϊκά ορισμένο προορισμό του κράτους». Το θεολογικό πλαίσιο υπονομεύει τη λογική συζήτηση, και μειώνει τα ζητήματα πολιτικής σε μια επιλογή μεταξύ Καλού και Κακού, ελαχιστοποιώντας έτσι την απειλή της δημοκρατίας. Όσοι στέκονται κριτικά απέναντι σε όλα αυτά μπορούν εύκολα να εκδιωχθούν ως «αντι-Αμερικανοί», μια ενδιαφέρουσα αρχή δανεισμένη κατευθείαν απ’ το λεξιλόγιο του ολοκληρωτισμού. Και ο πληθυσμός οφείλει να κουλουριαστεί κάτω από την ομπρέλα της ισχύος, με το φόβο ότι ο τρόπος ζωής του και το πεπρωμένο του βρίσκονται μονίμως απειλούμενα…

    "Μετάφραση από το άρθρο του Noam Chomsky, όπως δημοσιεύτηκε στην Ινδική εφημερίδα “Tehelka” , με τον τίτλο “The Manipulation of Fear“ (link: http://www.tehelka.com/story_main13.asp?filename=op071605The_Manipulation.asp), στις 16 Ιουλίου 2005. To άρθρο είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο δοκίμιο με τίτλο “Resort to Fear“ (link:http://www.chomsky.info/articles/20050716.pdf), που αποτέλεσε τον πρόλογο του βιβλίου “December 13: Terror Over Democracy” (Nirmalangshu Mukherji)."

    Σχόλια