Η τυχαιότητα στην Οικονομία και τη Φυσική


Χοντρικά οι επιστήμες θα μπορούσαν να χωριστούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στις κοινωνικές που ασχολούνται με τον άνθρωπο και στις θετικές που ασχολούνται με τη φύση. Αμφότερες διαθέτουν μεθόδους περιγραφής και ερμηνείας παροντικών και παρελθοντικών καταστάσεων, συμβαίνει όμως μόνο οι δεύτερες να μπορούν να προβαίνουν σε ανακαλύψεις ή/και να προβλέπουν στο χρόνο.

  • Η Οικονομική βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο, γι αυτό και η ατέρμονη φιλολογία για το κατά πόσον είναι Επιστήμη ή όχι. Είναι, όσον αφορά τη μέθοδο, δεν είναι όσον αφορά την προβλεπτική ικανότητα. Αλλά σ’ αυτό δεν φταίει η ίδια, όσο το ίδιο το αντικείμενο, η περιγραφή δηλαδή των συμπεριφορών και διαθέσεων ενός μεγάλου συνόλου ατόμων, τα οποία και βούληση διαθέτουν και αλληλεπιδρούν. Το πρόβλημα των πολλών σωμάτων παραμένει άλυτο ακόμα και στη Φυσική, παρά το γεγονός ότι τα πράγματα εδώ είναι πολύ πιο εύκολα· τα άτομα δεν διαθέτουν βούληση, οι δυνάμεις αλληλεπίδρασης είναι δυνατόν να υπολογιστούν στις πλείστες των περιπτώσεων με αρκετή ακρίβεια, και επιπλέον οι συμπεριφορές δεν αλλάζουν λόγω της παρουσίας του παρατηρητή, πράγμα που συμβαίνει σ’ ένα οικονομικό σύστημα όπου ο παρατηρητής είναι συνάμα και παίκτης.
Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και σε φυσικά συστήματα με περισσότερα των δυο σωμάτων,  αναλυτικές λύσεις δεν είναι δυνατόν να παραχθούν, παρά μόνο κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις.  Όταν έχουμε ένα μεγάλο αριθμό σωματιδίων, δουλειά πιάνει η στατιστική, η οποία αναλόγως της φύσης του προβλήματος μπορεί, κι αυτό όχι πάντα, να δώσει κατανομές πιθανοτήτων για τις τιμές κάποιων μικροσκοπικών μεταβλητών, κάποιες μέσες τιμές, καθώς και πιθανότητες αποκλίσεων από αυτές.
  • Στην οικονομία η πρόβλεψη είναι περισσότερο από παντού επιθυμητή, διότι έχοντας τη δυνατότητα να γνωρίζουμε, για παράδειγμα, την πορεία μιας μετοχής στο μέλλον, θα μπορούμε, (έτσι νομίζουμε), να πάρουμε μια σωστή απόφαση στο παρόν, αν θα την αγοράσουμε, δηλαδή, ή όχι. Κάτι τέτοιο όμως θα κατέστρεφε την ίδια την έννοια της αγοράς, διότι κανένας δεν θα πουλούσε, εφ’ όσον γνώριζε ότι η τιμή θα ανέβαινε στο μέλλον, ή κανένας δεν θα αγόραζε, για τον αντίθετο λόγο.  Επομένως, (και εδώ βρίσκεται η ιδιορρυθμία του οικονομικού συστήματος), το αλισβερίσι που λαμβάνει χώρα σε μια αγορά είναι αντιστρόφως ανάλογο της προβλεπτικής ικανότητας των οικονομικών αναλυτών. Μπορούμε να πούμε ότι οι τιμές αντανακλούν πλήρως την πραγματικότητα, όταν τα οικονομικά υποκείμενα δρουν τυχαία, εντελώς ανεξάρτητα, και χωρίς να διαθέτουν το μαντικό χάρισμα.
  • Αυτό ακριβώς αποτελεί και την κεντρική ιδέα της Efficient Market Hypothesis στη νεοκλασική οικονομική θεωρία. Το ζουμί εδώ είναι ότι αφ’ ενός αποκλείονται οι μεγάλες διακυμάνσεις τιμών, καθ’ ότι έχουν μηδαμινή πιθανότητα να συμβούν, αφ’ ετέρου, η πιο πιθανή διακύμανση της τιμής μιας μετοχής είναι η μηδενική. Τουτέστιν, αποκλείεται κάποιος συστηματικός επενδυτής να βγει κερδισμένος κατά μέσο όρο. Τα κέρδη και οι χασούρες είναι μοιρασμένα με την ίδια πιθανότητα.    
Τα χαρακτηριστικά αυτά, όλως παραδόξως απαντώνται στο μοντέλο του τυχαίου περίπατου (Random Walk Model, RWM), - blogger: βλέπε σχετικά εδώ  -- από τα πλέον θεμελιώδη στη στατιστική φυσική, όπου περιγράφεται η τροχιά ενός σωματιδίου μέσα από τη διαδοχή τυχαίων, ασυσχέτιστων βημάτων. Η λύση του RWM δίνει την κατανομή πιθανοτήτων όλων των δυνατών αποκλίσεων του σωματιδίου από την αρχική του θέση. Η κατανομή αυτή, η οποία αναπαρίσταται από τη γνωστή μας κωδωνοειδή καμπύλη (Bell Curve) δείχνει ότι η πιο πιθανή απόκλιση είναι η μηδενική, και ότι οι μεγάλες αποκλίσεις από τη μέση τιμή έχουν μηδαμινή πιθανότητα να συμβούν. Αν τώρα, στη θέση του σωματιδίου βάλουμε την τιμή μιας μετοχής, το φυσικό μοντέλο συμπίπτει απόλυτα με το οικονομικό.
  • Η μαθηματική διατύπωση, το 1905, του «τυχαίου περιπάτου» οφείλεται στον Αϊνστάιν, στην προσπάθειά του να εξηγήσει την κίνηση Μπράουν, την τυχαία δηλαδή κίνηση σωματιδίων αιωρούμενων στην επιφάνεια ενός υγρού. Ο πρώτος που συνέδεσε την τυχαιότητα με τα οικονομικά ήταν το 1900 ο Γάλλος μαθηματικός  Μπασελιέ, στη διατριβή του «Η θεωρία της κερδοσκοπίας», η οποία όμως παρέμεινε στην αφάνεια για μισό περίπου αιώνα.  
  • Τόσο η Efficient Market Hypothesis, όσο και το RWM λειτουργούν κάτω από συνθήκες ισορροπίας και σηκώνουν τα χέρια ψηλά όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν πραγματικές καταστάσεις, όπως για παράδειγμα οικονομικά κραχ, ή περιπτώσεις ανώμαλης διάχυσης. Υπάρχουν εργαλεία γιαυτές τις περιπτώσεις; Υπάρχουν, αλλά όσον αφορά την Οικονομική δεν έχουν να της προσφέρουν κάτι το ουσιαστικό και χρήσιμο.
Πηγή
===============================

Οικονομία και Φυσική: Κοινοί τόποι



Αν καθίσετε και το καλοσκεφτείτε η Οικονομία και η Φυσική έχουν κάποια βασικά σημεία κοινά. Τόσο η πρώτη στο σύνολό της, όσο και η δεύτερη σε κάποιους σημαντικούς της κλάδους, βρίσκονται αντιμέτωπες με το πρόβλημα του πώς θα περιγράψουν στο παρόν και πώς θα προβλέψουν στο μέλλον τη συμπεριφορά και τις ιδιότητες ενός συνόλου ανθρώπων που συναλλάσσονται στη μια περίπτωση, και ενός συνόλου ατόμων ή μορίων που κινούνται, στην άλλη.
  • Η Φυσική, με τα μαθηματικά από δίπλα, καταπιάστηκε με το πρόβλημα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο James Clerk Maxwell το 1859 θεμελίωνε τον πρώτο που είχε ποτέ διατυπωθεί νόμο της στατιστικής μηχανικής, ο οποίος και αφορούσε την παραγωγή μακροσκοπικών μεγεθών, όπως η πίεση και η θερμοκρασία από την κατανομή μικροσκοπικών ποσοτήτων, όπως οι ταχύτητες ενός μεγάλου αριθμού ατόμων ή μορίων. Πέρα του ότι μας άφησε κληρονομιά τις βασικές εξισώσεις του ηλεκτρομαγνητισμού, που φέρουν τ’ όνομά του, ο Maxwell συνέβαλε μαζί με τον Boltzmann και στη γνωστή στατιστική Maxwell-Boltzmann, η οποία εφαρμόζεται έκτοτε σε ιδανικά αέρια κοντά στη θερμοδυναμική ισορροπία. Ως ιδανικά δε, θεωρούνται τα σωματίδια εκείνα τα οποία κινούνται ελεύθερα και χωρίς ν’ αλληλεπιδρούν, παρά μονάχα τη στιγμή της κρούσης, κατά την οποία ανταλλάσσουν μόνο ορμή και κινητική ενέργεια. 
Ας πάμε τώρα και στην άλλη μεριά, στην Οικονομία. Όταν θέλησε ν’ αναβαθμιστεί και να πετάξει από πάνω της τη «ρετσινιά» της κοινωνικής επιστήμης, στράφηκε πού αλλού, στη Φυσική, η οποία από παλιά είχε μέθοδο, έπαιζε τα μαθηματικά στα δάχτυλα, και έχαιρε γι αυτό μεγάλης εκτίμησης.
  • Δεν γνωρίζω αν ο William Stanley Jevons, οικονομολόγος και λογικός φιλόσοφος, είχε έρθει ποτέ σε επαφή με τον Maxwell, (αν και κανονικά θα έπρεπε, μιας και αμφότεροι έζησαν την ίδια ακριβώς περίοδο, ήταν μάλιστα και κοντοχωριανοί, από το Λίβερπουλ ο πρώτος, από το Εδιμβούργο ο δεύτερος), αλλά όταν ο Jevons δημοσίευσε το 1862 το άρθρο «A General Mathematical Theory of Political Economy», ήταν φανερό ότι είχε περιλάβει στη θεωρία του πολλές από τις βασικές ιδέες της στατιστικής του Maxwell, δημοσιευμένης, τρία μόλις χρόνια πριν.  
  • Οι προϋποθέσεις που έβαζε ο Jevons στο μοντέλο του ήταν η «ισορροπία», η «ανεξαρτησία» των υποκειμένων, ο «ατομικισμός», η «μεγιστοποίηση της ωφέλειας», η «ελεύθερη αγορά», κ.ά. έννοιες, οι οποίες πέρα από τη συνάφειά τους με τους ιδεολογικούς πυλώνες του θάλλοντος κατά την περίοδο αυτή καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, απλοποιούσαν ταυτόχρονα κατά πολύ τη μαθηματική αναπαράσταση του μικρο-οικονομικού γίγνεσθαι. Ωστόσο, ο Marx, συγκαιρινός και εν μέρει συντοπίτης των προηγουμένων, είχε υιοθετήσει άλλη γραμμή, χωρίς να χρειαστεί να ξεπατικώσει κάποια στοιχειώδη φυσική θεωρία. 
  • Ο Jevons, μαζί με τους Walras και Pareto θεωρείται ο εισηγητής των νεοκλασικών οικονομικών, μιας θεωρίας, η σημασία της οποίας φαίνεται από το γεγονός ότι έχοντας φτάσει μέχρι τις μέρες μας, καθορίζει σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής των κρατών, και του δικού μας βεβαίως.
Τόσο ο Maxwell όσο και ο Jevons et al., προϋποθέτουν ένα κλειστό,  σε ισορροπία και χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις, σύστημα πολλών σωμάτων, (άνθρωποι στο ένα, εξιδανικευμένα άτομα/μόρια στο άλλο), απ’ όπου απουσιάζει κάθε εσωτερική αλληλεπίδραση, (ανεξαρτησία των οικονομικών δρώντων στο ένα, ελαστικές κρούσεις στο άλλο). Επιπλέον, εκεί όπου η θεωρία Maxwell καταλήγει στον προσδιορισμό μιας μακροσκοπικής και αντιπροσωπευτικής του συστήματος ποσότητα, της Θερμοκρασίας, η θεωρία Jevons, καταλήγει στην Τιμή, που αποτελεί και τον θεμέλιο λίθο των νεοκλασικών οικονομικών.

Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πώς κατέστη δυνατόν θεωρίες, έστω και πρωτόλειες, που απευθύνονται η μια σε έμψυχες και η άλλη σε άψυχες οντότητες,  να έχουν θεμελιωθεί στις ίδιες πάνω-κάτω βασικές αρχές, με την οικονομική να παραβλέπει τον κοινωνικό παράγοντα και την ανθρώπινη ψυχολογία και συμπεριφορά. Έκτοτε, βέβαια, κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι, αλλά όσον αφορά τη νεοκλασσική θεωρία, παρά τις περίτεχνες μαθηματικές αποφύσεις που απέκτησε στο χρόνο, λίγο απομακρύνθηκε από τις βασικές αρχές που περιγράψαμε προηγουμένως.

Αν λοιπόν, διαπιστώνετε κάτι τις το αφύσικο και απάνθρωπο στις τωρινές οικονομικές πολιτικές, τώρα γνωρίζετε την πηγή τους. Ένα σύνολο από ξέμπαρκα,  ιδανικά άτομα, είχαν στο νου τους, και όχι ανθρώπους.
--------------

Ο αργόσυρτος θάνατος της καινοτομίας

Το εξώφυλλο πρόσφατου τεύχους του Economist (12-18 Ιανουαρίου 2013) με τον σκεπτόμενο του Ροντέν να στοχάζεται καθήμενος σε μια σύγχρονη χέστρα, θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια μεταμοντέρνα μετεγγραφή στον 21ο αιώνα του ανάποδου ουρητήρα του Ντυσάμ, εικόνα, που θα παρέπεμπε στην εμφάνιση κάποιου νέου προκλητικού παριζιάνικου ή νεοϋορκέζικου καλλιτεχνικού ρεύματος. 

  • Λάθος, όμως, ανάγνωση. Όπως μαρτυράει η φούσκα πάνω από το κεφάλι του γλυπτού, αυτό που αναρωτιέται ο σκεπτόμενος είναι αν θα υπάρξει ποτέ κάτι τόσο χρήσιμο όσο μια κοινή κοινότατη χέστρα. Μια ενδιαφέρουσα, λοιπόν, εισαγωγή στο θέμα που πραγματεύεται στις μέσα σελίδες και το οποίο δεν είναι άλλο από την φτώχεια της καινοτομίας τις τελευταίες δεκαετίες στο δυτικό κόσμο.
  • Παρά τη βαβούρα από την πρόσφατη αναζωογόνηση της Silicon Valley, αρκετοί, ακόμα κι  ανάμεσα στους ανυπόμονους νέους ενοίκους της, εκφράζουν την άποψη ότι ο ρυθμός των καινοτόμων ανακαλύψεων στην Αμερική εδώ και δεκαετίες ακολουθεί την κατιούσα. Την ίδια άποψη έχει κι ο Peter Thiel, ιδρυτής του PayPal, καθώς κι ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός οικονομολόγων και μηχανικών. Κάποιοι δε, εκφράζουν την άποψη ότι μια από τις αιτίες της πρόσφατης κρίσης μπορεί να εδράζεται και στην μακρόχρονη τεχνολογική στάση. 
  • Με μια πρώτη ματιά τέτοιες σκέψεις φαντάζουν αιρετικές, μιας και οι περισσότεροι βομβαρδιζόμαστε καθημερινά για τα μύρια θαύματα που επιφύλαξε στον πρόσφατο πολιτισμό μας η εξέλιξη και η τεχνολογική πρόοδος. Τίποτε πιο μακριά απ’ αυτό. Τίποτε πιο μακριά απ’ την πραγματικότητα των αριθμών και της αδιαμεσολάβητης εμπειρίας. Παρ’ όλες τις επίπεδες οθόνες, τα λεπτά σαν τσιγαρόχαρτα τηλέφωνα και το σαματά της ευρυζωνικότητας, πάρτε το χαμπάρι: ο κόσμος στέρεψε από ιδέες!
Αν εξετάσει κανείς τη χρονική εξέλιξη των κερδών στον κλάδο της μεταποίησης στην Αμερική, διαπιστώνει ότι από το 1970 και μετά η καμπύλη παραμένει σχεδόν οριζόντια. Σύμφωνα με τον Economist για το φαινόμενο αυτό υπάρχουν τρεις ερμηνείες, οι οποίες στο σύνολό τους δεν είναι άσχετες με το φρενάρισμα της τεχνολογικής εξέλιξης.

  • Η πρώτη ερμηνεία έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον «εκτατικό» και «εντατικό» τρόπο ανάπτυξης. Ο δυτικός κόσμος, ό,τι είχε να πάρει από τον πρώτο, με την προσθήκη περισσότερης εργασίας, κεφαλαίου και πρώτων υλών, το πήρε. Το επιπλέον, το οποίο παρέχει μόνο η «εντατική» ανάπτυξη, και η οποία πυροδοτείται από το τεχνολογικό πλεονέκτημα, όπως δείχνουν τα στοιχεία, είτε είναι πενιχρό, είτε δεν μπορεί πλέον να αποσπασθεί. 
  • Όλον τον 19ο αιώνα η παραγωγικότητα στη Βρετανία αυξανόταν συστηματικά, κατά 1% το χρόνο. Αντίστοιχα στην Αμερική, μέχρι το μέσον του 20ου, η αύξηση βρισκόταν στο 2.5% ετησίως. Από το 1970 όμως και μετά αρχίζει να φλερτάρει με ρυθμούς κάτω του 2%, ενώ στη δεκαετία του 2000, η πτώση είναι δραματική, κάτω του 1%.
  • Ο Robert Gordon, οικονομολόγος στο πανεπιστήμιο Northwestern των ΗΠΑ θεωρεί ότι οι δυο προηγούμενοι αιώνες έδωσαν ένα μεγάλο κύμα ανακαλύψεων, το οποίο πλέον έχει σβήσει, κι ότι τώρα επιστρέφουμε σ’ ένα καθεστώς όπου η ανάπτυξη θα πορεύεται, όπως και παλιά, με τρόπο «εκτατικό». Αν το καλοσκεφτείς, συνεχίζει ο Gordon, οι θεμελιακές καινοτομίες, όπως η ικανότητα να χρησιμοποιείς ενέργεια σε μεγάλη κλίμακα, να μετακινείσαι από το σημείο Α στο Β, να ζεις σε άνετα σπίτια, και να συνομιλείς με όσους χρειάζεσαι, ήταν ελάχιστες. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά έχουν πραγματοποιηθεί. Το να πάει η ανθρωπότητα σε μια άλλη γενιά, εξ ίσου βασικών ανακαλύψεων, χρειάζεται ακόμα πολύς δρόμος, ο οποίος ούτε ορατός είναι, ούτε εύκολος. Το να μετατρέψεις τα terabytes της γνώσης του γονιδιόματος σε κάποιο ιατρικό όφελος είναι πολύ πιο δύσκολο από το να ανακαλύψεις τα αντιβιοτικά. 
Μια δεύτερη εξήγηση της τεχνολογικής στάσης, είναι ότι παρά τον αυξανόμενο αριθμό των πατεντών, των ερευνητών και των χρημάτων που ξοδεύονται στην έρευνα και την ανάπτυξη, στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματα είναι κι εδώ πενιχρά. Για παράδειγμα ένα ερευνητής της δεκαετίας του 1950 στην Αμερική συνέβαλλε 7 φορές περισσότερο στην οικονομία απ’ ότι ένας ομόλογός του, τη δεκαετία του 2000. Αν αφήσουμε απ’ έξω το γεγονός ότι οι περισσότερες πατέντες στερούνται πραγματικής αξίας, μιας και το μόνο που εξυπηρετούν είναι ο εμπλουτισμός των βιογραφικών για μια θέση στην ακαδημαϊκή ιεραρχία, και ότι επιπλέον, οι ερευνητικές εργασίες είναι το ίδιο αυτοαναφορικές όπως και οι πατέντες, τότε μένει ένας άλλος παράγοντας (κατά Economist): το βάρος της γνώσης. Καθώς με τα χρόνια έχουμε φυσιολογικά μεγαλύτερη συσσώρευση γνώσης, ένας νέος επιστήμονας χρειάζεται όλο και περισσότερο χρόνο για να γίνει κύριος του γνωστικού του πεδίου, και να γεννήσει νέες ιδέες. Αν και υπάρχει κάποια βάση, η άποψή μου είναι ότι η εξήγηση αυτή δεν έχει βάρος. Για την αδυναμία ειδικά της έρευνας να παράξει αποτελέσματα ανάλογα με τους πόρους που διατίθενται για το σκοπό αυτό, θ’ ασχοληθούμε σε επόμενο κείμενο.  

  • Η τρίτη εξήγηση βασίζεται σ’ αυτό που ο καθένας προσλαμβάνει εμπειρικά. Ενώ το πέρασμα από τον πάγο και τη σκάφη στις αρχές του αιώνα, στο ψυγείο και το πλυντήριο γύρω στο ‘70 ήταν ένα μεγάλο βήμα, από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει κάτι θεμελιακά διαφορετικό. Ό,τι υπήρχε σε ένα σπιτικό τότε, υπάρχει και σήμερα, 40 χρόνια μετά. Το ίδιο συμβαίνει και με το προσδόκιμο ζωής. Στις αρχές του 20ου  αιώνα στην Αμερική ήταν 49 χρόνια, για να αυξηθεί το 1980 στα 74. Από τότε μέχρι σήμερα η αύξηση είναι μόνο κατά 4.7 χρόνια, παρά τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν εν τω μεταξύ για τη θεραπεία κοινών ασθενειών, όπως ο καρκίνος και τα καρδιακά νοσήματα. 
  • Αλλά σκεπτικισμός επικρατεί και ως προς την πολυθρυλούμενη επίδραση της πληροφορικής, των υπολογιστών και του ιντερνετ στην αύξηση της παραγωγικότητας. Αν οι υπολογιστές μετρούσαν, τότε το αποτέλεσμά τους θα καθρεφτιζόταν και στους διάφορους δείκτες. Αλλά, δεν καθρεφτίζεται. Παρ’ όλο το Googling και Skypeing, η παραγωγικότητα δεν λέει να σηκώσει κεφάλι. 
  • «Τι κατορθώσαμε;», αναλογίζεται ο Peter Thiel. «Θελήσαμε ιπτάμενα αυτοκίνητα, κι αντί γιαυτό πήραμε 140 χαρακτήρες!». 
  • Αναμφίβολα, ο καπιταλισμός έχει από καιρό περιέλθει σε δεινή θέση, απόδειξη της οποίας είναι και η πρόσφατη οικονομική κρίση. Έχοντας εξαντλήσει τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα των προηγούμενων αιώνων, από το ’70 και μετά για να μπορέσει να πάρει παράταση στράφηκε στον κούφιο τομέα των χρηματοπιστωτικών. Ο χρόνος ζωής όμως της πλαστής αυτής αναγέννησης αποδείχτηκε μικρός. Και δικαιολογημένα. Είναι φανερή, ακόμα και στον πλέον αδαή, η αγωνία του να εύρει μια νέα διέξοδο, ένα νέο πεδίο για να βάλει και πάλι μπροστά τις μηχανές της ανάπτυξης, της εκμετάλλευσης και του κέρδους. Γιαυτό και ο παρατηρούμενος παροξυσμός, η επιτακτική επίκληση της καινοτομίας απ’ όλες τις μεριές.
«Μουλάρι, όμως ο Αστραχάν». Όσο και να την επικαλούνται, όσο και να την ψάχνουν, όσο και να προσπαθούν να την εκμαιεύσουν, αυτή δεν φαίνεται να τους κάνει το χατίρι. Ψήγματά της μόνο εμφανίζονται εδώ και κει, άπνοα όμως, κι εφήμερα, με ημερομηνία λήξης στο πρώτο φως της επόμενης ημέρας. Κι όσο αυτή δεν έρχεται, κι όσο ο καπιταλισμός δεν βρίσκει διέξοδο, τόσο θα λυσσομανά και θα τρώει τις σάρκες του και τις δικές μας, βεβαίως, βεβαίως.

Σχόλια