Η λιτανεία του ευρώ και η σημασία του εθνικού νομίσματος

Δ. Καζάκης
Ας αφήσουμε προς στιγμή τον κ. Σαμαρά να ψάχνει εναγωνίως την ανάπτυξη στα αποκαΐδια της ευρωκρατούμενης Ελλάδας, τον κ. Βενιζέλο να ψάχνει για το κόμμα του, τον κ. Κουβέλη να ψάχνει από πού να κρατηθεί, τον κ. Τσίπρα να το παίζει παράγοντας  διεθνούς βεληνεκούς ως άλλος Παπανδρέου, τον κ. Καμμένο να φυλάει καραούλι μπας και του μείνει κανένας βουλευτής και την κ. Παπαρήγα να ξεφτιλίζει με τον χειρότερο τρόπο το κόμμα της. Ας τους αφήσουμε όλους αυτούς κι ας ασχοληθούμε με τα σοβαρά. Με αυτά δηλαδή που αρνούνται να ασχοληθούν όλοι αυτοί.

Έχετε προσέξει τι συμβαίνει όταν μιλούν για το ευρώ; Όλοι τους κάνουν σαν να μιλούν για τα ιερά και όσια, ενώ η κ. Παπαρήγα αρκείται να το ξορκίζει ως τυπικός οπαδός παραθρησκευτικού δόγματος. Όλοι τους στηρίζονται, με την βοήθεια του επίσημου και ανεπίσημου συστήματος μαύρης προπαγάνδας, σ’ έναν φετιχισμό του νομίσματος. Αυτός ο φετιχισμός στηρίζεται στο γεγονός ότι ο κοινός άνθρωπος πιστεύει πώς το ευρώ, ή όποιο άλλο χαρτονόμισμα είναι το ίδιο πράγμα, αρκεί να το έχει στην τσέπη του. Κι επομένως το πιο «ακριβό» νόμισμα σε συναλλακτική αξία, θεωρείται και ως το πιο πολύτιμο νόμισμα. Έτσι το ευρώ ως ένα από τα παγκόσμια αποθεματικά νομίσματα, ως «σκληρό» νόμισμα των διεθνών συναλλαγών, νομίζει ο απλός κόσμος ότι είναι πιο πολύτιμο από κάποιο εθνικό νόμισμα που αφορά μια μικρή οικονομία. Σ’ αυτήν την εντύπωση βασίζεται η ισχύς του ευρώ στην κοινή γνώμη.

Βέβαια, αυτό δεν είναι παρά μόνο μια εντύπωση και τίποτε παραπάνω. Μια εντύπωση που όλο και περισσότερο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ζωντανή πραγματικότητα που γίνεται ολοένα και πιο ζοφερή για τα λαϊκά νοικοκυριά. Κι έτσι ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης μεταστρέφεται και οριοθετείται απέναντι στο ευρώ, καθώς το ένστικτο της επιβίωσης το οδηγεί αλάνθαστα να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να διακινδυνεύει η ίδια η ζωή της κοινωνίας στο βωμό του «ισχυρού» ευρώ. Πολύ σύντομα η ίδια η ζωή θα επιβάλλει στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού την εγκατάλειψη του ευρώ ως μονόδρομο για την ίδια την επιβίωσή του.

Αυτή η μεταστροφή της κοινής γνώμης και της συνείδησης του ελληνικού λαού απέναντι στο ευρώ οφείλεται σε τελευταία ανάλυση και η κατάσταση εσωτερικών τριγμών και διάλυσης που παρατηρείται όχι μόνο στα κόμματα της συγκυβέρνησης, αλλά και στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σε λίγο καιρό όλες οι ηγεσίες των κομμάτων θα τρέμουν να ξεστομίσουν κάτι θετικό υπέρ του ευρώ και κάτω από την πίεση της ογκούμενης λαϊκής οργής τα κόμματα του «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» θα καταρρεύσουν μέσα σε φαγωμάρες, ανταγωνισμούς, διχόνοιες όλων των ειδών, αλλά και σ’ ένα πολιτικό ξεκατίνιασμα άνευ προηγουμένου, όπως συμβαίνει σήμερα με τους Ανεξάρτητους Έλληνες. Μόνο το ΚΚΕ θα παραμείνει έτσι όπως είναι σήμερα. Μια δύναμη που όλο και περισσότερο βυθίζεται στο περιθώριο παίρνοντας όλο και πιο καθολικά χαρακτηριστικά παραθρησκευτικού αναχωρητισμού.

Κοινή συνισταμένη όλων η πλήρης αδυναμία να εξηγήσουν αυτό που συμβαίνει με το ευρώ. Πώς γίνεται και το «ισχυρό» νόμισμα παράγει τέτοια καταστροφή, τέτοια γενικευμένη χρεοκοπία; Όλοι έχουν μια και μόνη εξήγηση. Την κακή εφαρμογή. Προφανώς, λένε, τα προβλήματα οφείλονται στα μίγματα πολιτικής και γενικά στην διαχείριση του νομίσματος. Δεν φταίει η συνταγή, αλλά ο τρόπος εκτέλεσης. Κι έτσι οι απανταχού πιστοί του ευρώ σχεδιάζουν μια ακόμη πιο θανατηφόρα δόση της ίδιας συνταγής, αγνοώντας τις εκατόμβες των θυμάτων και τις καταστροφές που θα προξενήσει στους λαούς και τις οικονομίες. Ενώ κάποιοι άλλοι στην «ροζουλί αριστερά», όπως ονόμασε το κόμμα του ο ίδιος ο κ. Τσίπρας στο φετινό φεστιβάλ της KOE, ονειρεύονται ότι αρκεί να αλλάξουν το μίγμα πολιτικής με το ευρώ για να αντιμετωπίσουν τα οξυμένα προβλήματα του λαού και της χώρας. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όπως με αφέλεια λένε, το ίδιο δεν είναι; Τι ευρώ, τι δραχμή.

Το ίδιο λένε και από το ΚΚΕ, αλλά αυτοί τα ρίχνουν όλα στον καπιταλισμό με το αφοπλιστικό «για όλα φταίει ο καπιταλισμός»! Μεγαλοφυής διαπίστωση, η οποία οδηγεί και σε μια άλλη ακόμη πιο εντυπωσιακή. Από την στιγμή που είναι καπιταλισμός τι να το κάνεις, μια από τα ίδια! Κι έτσι ο καπιταλισμός με ισχυρό εργατικό κίνημα και κατακτήσεις της εργασίας εξομοιώνεται με τον καπιταλισμό της πείνας και της εξαθλίωσης, ενώ ο καπιταλισμός της δημοκρατίας για τον λαό εξομοιώνεται με τον καπιταλισμό του φασισμού και της αποικιοκρατίας. Όλα στο ίδιο τσουβάλι, όλα  ένας αχταρμάς για να κρύψουν την προϊούσα συνθηκολόγησή τους μπροστά στον αντίπαλο.

Η άρχουσα τάξη γνωρίζει πολύ καλά πώς σκυλί που γαυγίζει αντικαπιταλιστικά δεν δαγκώνει, δεν είναι επικίνδυνο. Ο κίνδυνος ξεκινά γι’ αυτήν από την στιγμή που η αντιπαράθεση αρχίσει να γίνεται πάνω σε συγκεκριμένα μέτωπα και προτάσεις διεξόδου από σήμερα. Πάνω στο έδαφος του δικού της συστήματος και ταυτόχρονα υπερβαίνοντας τα όρια αυτού του συστήματος. Με οδηγό όχι κάποια γενική ιδεολογία, ή κάποιες δήθεν σιδερένιες νομοτέλειες που βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο σε εγχειρίδια ευνουχισμού της ελεύθερης σκέψης και της ζωντανής πραγματικότητας, αλλά τα άμεσα πρακτικά συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται και τα υπερασπίζει.

Κι όμως, μπορεί να ξαφνιαστούν ορισμένοι, αλλά δεν είναι όλα τα νομίσματα ίδια. Όχι γιατί δεν έχουν την ίδια αξία, αλλά γιατί δεν αντιπροσωπεύουν τα ίδια πράγματα ακόμη κι όταν υπηρετούν την ίδια οικονομία. Το νόμισμα δεν έχει από μόνο του καμιά αξία. Είναι σύμβολο αξίας. Αποτυπώνει δηλαδή την αξία που του δίνει η οικονομία. Άλλοτε υπερτιμημένη κι άλλοτε υποτιμημένη με βάση τις συγκυρίες και τον χαρακτήρα της οικονομίας. Η ίδια η ετυμολογία του συνδέει το νόμισμα με το νομίζω και τον νόμο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Πρόκειται για την συμβατική απεικόνιση της αξίας των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου στην αγορά.

Επομένως αυτός που κατέχει και εκδίδει το νόμισμα ουσιαστικά ελέγχει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων. Στις απαρχές αυτοί που εξέδιδαν και κατείχαν το νόμισμα ήταν οι ιδιώτες τραπεζίτες. Χάρις σ’ αυτό το μονοπωλιακό τους προνόμιο θησαύριζαν σε βάρος όλων των άλλων συντελεστών που είχαν ανάγκη από χρήμα. Πολύ γρήγορα ανακάλυψαν πώς αντί να παράγουν νόμισμα σε μεγάλες ποσότητες και να κινδυνεύουν να πλημμυρίσει η αγορά και έτσι να χάσει την αξία του, καλύτερα θα ήταν να δανείζουν όσους ήθελαν περισσότερο χρήμα αντλώντας τόκους ως ανταμοιβή και κέρδος.

Εκατοντάδες χρόνια πριν, οι τραπεζίτες άρχισαν να ειδικεύονται, με τους πλουσιότερους
και με μεγαλύτερη επιρροή από αυτούς να συνδέονται όλο και περισσότερο με το εξωτερικό εμπόριο και τις πράξεις συναλλάγματος. Δεδομένου ότι αυτοί ήταν πιο πλούσιοι και πιο κοσμοπολίτες και επειδή ασχολούνταν όλο και περισσότερο με ζητήματα πολιτικής σημασίας, όπως είναι η σταθερότητα και η υποτίμηση των νομισμάτων, ο πόλεμος και η ειρήνη, οι γάμοι ανάμεσα σε δυναστείες, τα εμπορικά μονοπώλια σε όλο τον κόσμο, έγιναν χρηματοδότες και οικονομικοί σύμβουλοι των κυβερνήσεων. Επιπλέον, είχαν πάντα εμμονή με τη σταθερότητα των νομισματικών συναλλαγών και χρησιμοποίησαν την εξουσία και την επιρροή τους για να πετύχουν δύο πράγματα:

1) Να πάρουν στα χέρια τους όλα τα χρήματα και τα χρέη που εκφράζονται από ένα εξαιρετικά περιορισμένο εμπόρευμα - τελικά τον χρυσό.

2) Να πάρουν στα χέρια τους όλα τα νομισματικά θέματα μακριά από τον έλεγχο των κυβερνήσεων και της πολιτικής εξουσίας, με το αιτιολογικό ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται καλύτερα από ιδιωτικά συμφέροντα τραπεζών με όρους μιας τέτοιας σταθερής αξίας του χρυσού.

Όσο πιο περιορισμένη και σπάνια ήταν η διάθεση του χρυσού και όσο περισσότερο βρισκόταν στα χέρια αποκλειστικά των τραπεζιτών, τόσο μεγαλύτερα ήταν τα κέρδη τους. Όπως ο φεουδάρχης που κατέχει το μονοπώλιο στη γη αποσπά την γαιοπρόσοδο από τον αγρότη και την κοινωνία, βασισμένος στο γεγονός ότι δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη γη, έτσι και ο τραπεζίτης. Όσο κρατά στα χέρια του το μονοπώλιο του νομίσματος και του δανεισμού, τόσο μεγαλύτερα κέρδη μπορεί να αποκομίσει με την μορφή τόκων και άλλων ανταλλαγμάτων. Ιδίως όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για χρήμα στην οικονομία. Όποιος θέλει να αυξήσει τον τζίρο του δεν έχει παρά να καταφύγει στον τραπεζίτη για να δανειστεί κι έτσι να εκτεθεί στην τοκογλυφία της τράπεζας.

Η τραπεζική πίστη ήταν γνωστή στους Ιταλούς και τους Ολλανδούς πολύ πριν γίνει ένα από τα μέσα της αγγλικής παγκόσμιας κυριαρχίας. Παρ 'όλα αυτά, η ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας από τον Ουίλλιαμ Πάτερσον και τους φίλους του το 1694 ήταν ένα από τα πιο σημαντικά ορόσημα στην ιστορία της σύγχρονης οικονομίας. Για γενιές, οι τραπεζίτες είχαν επιδιώξει να αποφύγουν το ένα σοβαρό μειονέκτημα του χρυσού, το βάρος του, χρησιμοποιώντας κομμάτια από χαρτί που εκπροσωπούσαν συγκεκριμένα κομμάτια του χρυσού. Σήμερα, καλούμε τέτοια χαρτιά πιστοποιητικά χρυσού που δίνουν το δικαίωμα στον κομιστή να το ανταλλάξει με ένα κομμάτι χρυσού επί τη εμφανίσει, όπως συνηθίζουν να αναγράφουν πάνω τους. Όμως εν όψει της ευκολίας του χαρτιού, μόνο ένα μικρό ποσοστό των κατόχων τέτοιου πιστοποιητικού ζητούσε την εξαργύρωσή του με χρυσό. Από νωρίς έγινε σαφές ότι ο χρυσός που χρειάζεται να υπάρχει είναι μόνο ένα μικρό κλάσμα των πιστοποιητικών που διακινούνται. Αυτή η υπέρβαση του όγκου των χάρτινων αξιώσεων σχετικά με τα αποθέματα χρυσού είναι αυτά που ονομάστηκαν τελικά χαρτονομίσματα.

Στην πραγματικότητα, η δημιουργία του πιστοποιητικών χαρτιού σε ποσότητα πολύ μεγαλύτερη από τα διαθέσιμα αποθέματα σημαίνει ότι οι τραπεζίτες δημιουργούν χρήμα από το τίποτα. Το ίδιο πράγμα θα μπορούσε να γίνει και με άλλο τρόπο, όχι από τις εκδοτικές τράπεζες, δηλαδή από τις τράπεζες που εκδίδουν το νόμισμα, αλλά και από τις καταθετικές τράπεζες. Οι τραπεζίτες ανακάλυψαν ότι οι διαταγές πληρωμής και οι επιταγές που εκδίδονται έναντι των καταθέσεων από τους καταθέτες και να δίδονται σε τρίτα πρόσωπα συχνά δεν έχουν εισπραχθεί από τον τελευταίο, αλλά έχουν κατατεθεί στους δικούς τους λογαριασμούς. Έτσι δεν υπήρχαν πραγματικές κινήσεις κεφαλαίων, και οι πληρωμές γίνονταν απλά με λογιστικές εγγραφές στους λογαριασμούς.

Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο για τον τραπεζίτη να κρατά διαθέσιμα σε πραγματικό χρήμα (χρυσό, εντάλματα και χαρτονομίσματα) όχι περισσότερο από το ποσοστό των καταθέσεων που ενδέχεται να αναληφθούν και να εξαργυρωθούν. Το υπόλοιπο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δάνεια και αν αυτά τα δάνεια έγιναν δημιουργώντας μια κατάθεση για τον οφειλέτη, ο οποίος με τη σειρά του θα ήθελε να χρησιμοποιήσει επιταγές και όχι πραγματικό χρήμα, αυτές οι «νεοδημιουργηθείσες καταθέσεις» ή τα δάνεια θα μπορούσαν επίσης να καλύπτονται επαρκώς με τη διατήρηση αποθεμάτων σε μόνο ενός κλάσματος της αξίας τους. Αυτές οι καταθέσεις, επίσης, ήταν μια δημιουργία χρήματος από το τίποτα. Ο Ουίλλιαμ Πάτερσον, όταν απέκτησε τον καταστατικό χάρτη της Τράπεζας της Αγγλίας, είπε ότι «η Τράπεζα έχει το όφελος των τόκων για όλα τα χρήματα που δημιουργεί από το τίποτα.»

Για να δημιουργεί όμως η τράπεζα χρήμα από το τίποτα θα πρέπει να έχει το μονοπώλιο της έκδοσης νομίσματος και δανεισμού. Να ελέγχει τον διαθέσιμο χρυσό και να τις καταθέσεις. Με τον τρόπο αυτό οποιοσδήποτε χρειάζεται χρήμα ως καταναλωτής, είτε ως επιχειρηματίας θα πρέπει αναγκαστικά να πάει στην τράπεζα και να το δανειστεί. Κι όταν η τράπεζα ελέγχει το διαθέσιμο πραγματικό χρήμα μπορεί και δανείζει πολλές φορές περισσότερο από την αξία του πραγματικού χρήματος που διαθέτει σε νόμισμα και καταθέσεις. Με αυτόν τον τρόπο οι τράπεζες αρμέγουν την οικονομία για χρήμα που δάνεισαν ενώ το δημιούργησαν από το τίποτα.

Η κατάσταση αυτή εξέθεσε από την αρχή ολόκληρη την οικονομία στη νεοφεουδαρχική εκμετάλλευση των τραπεζιτών. Η τοκογλυφία με τα δάνεια, οι χρεοκοπίες και τα απανωτά κραχ ήταν το αποτέλεσμα. Για να σπάσει το μονοπώλιο των τραπεζιτών στην έκδοση του νομίσματος και τον έλεγχο της πίστης, άρχισε να αναπτύσσεται ένα ολόκληρο κίνημα που συνέδεε την δημοκρατία με την ανάγκη το κράτος να πάρει στα χέρια την έκδοση του νομίσματος και τον έλεγχο της πίστης. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές δηλώσεις αυτής της μεταστροφής ήταν εκείνη του Αβραάμ Λίνκολ το 1865:

«Το χρήμα είναι δημιούργημα του Νόμου, και έτσι η δημιουργία της πρωτότυπης έκδοσης του χρήματος θα πρέπει να διατηρηθεί ως το αποκλειστικό μονοπώλιο της εθνικής κυβέρνησης. Το χρήμα δεν έχουν καμία αξία για το κράτος άλλο από εκείνο που του έχουν ανατεθεί από την κυκλοφορία…
Δεν υπάρχει πιο επιτακτικό καθήκον για μια κυβέρνηση από το καθήκον που οφείλει στον λαό να του παράσχει ένα υγιές και ομοιόμορφο νόμισμα, καθώς και της ρύθμισης της κυκλοφορίας του μέσου της ανταλλαγής, έτσι ώστε η εργασία θα πρέπει να προστατεύεται από ένα φαύλο νόμισμα, και το εμπόριο θα διευκολύνεται από φθηνή και ασφαλή ανταλλαγή…
Οι νομισματικές ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού με υψηλότερο βιοτικό επίπεδο μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί από την κυβέρνηση. Οι ανάγκες αυτές μπορούν να καλυφθούν από την έκδοση ενός εθνικού νομίσματος και πιστωτικών μέσων διαμέσου της λειτουργίας ενός εθνικού τραπεζικού συστήματος. Η κυκλοφορία ενός μέσου συναλλαγής που εκδίδεται και υποστηρίζεται από την κυβέρνηση μπορεί να ρυθμιστεί και το θέμα του πλεονασμού μπορεί αποφευχθεί με την απόσυρση από την κυκλοφορία των ποσών που είναι αναγκαία διαμέσου της φορολογίας, της εκ νέου κατάθεσης και αλλιώς. Η κυβέρνηση έχει τη δύναμη να ρυθμίζει το νόμισμα και την πίστη του έθνους.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να εγγυηθεί το νόμισμα, την πίστη και τις τραπεζικές καταθέσεις της χώρας. Κανένα άτομο δεν πρέπει να υποστεί απώλεια χρημάτων λόγω υποτίμησης, ή ανατίμησης του νομίσματος, ή πτώχευση Τράπεζας.
Η κυβέρνηση, που διαθέτει τη δύναμη να δημιουργεί και να εκδίδει νόμισμα και πίστη ως χρήμα και απολαμβάνει το δικαίωμα να αποσύρει όσο νόμισμα και πίστη είναι αναγκαίο από την κυκλοφορία με τη φορολογία ή αλλιώς, δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να δανειστεί κεφάλαια με τόκο ως μέσο χρηματοδότησης του κυβερνητικού έργου και της δημόσιας επιχείρησης. Η κυβέρνηση πρέπει να δημιουργεί, να εκδίδει και να κυκλοφορεί το σύνολο των νομισμάτων και πιστώσεων που απαιτούνται για να ικανοποιήσει τις δαπάνες της κυβέρνησης και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Το προνόμιο της δημιουργίας και έκδοσης χρήματος είναι, όχι μόνο το ανώτατο αποκλειστικό προνόμιο της κυβέρνησης, αλλά αποτελεί τη μεγαλύτερη δημιουργική ευκαιρία της κυβέρνησης.
Με την υιοθέτηση αυτών των αρχών, θα ικανοποιηθεί η πολύχρονη ανάγκη για ένα ενιαίο μέσο. Οι φορολογούμενοι θα γλυτώσουν τεράστια ποσά από τόκους, εκπτώσεις  και συναλλαγές. Η χρηματοδότηση όλων των δημόσιων επιχειρήσεων, η διατήρηση μιας σταθερής κυβέρνησης και ομαλής προόδου, καθώς και η συμπεριφορά του Δημοσίου Ταμείου θα γίνει ζήτημα πρακτικής διοίκησης. Οι άνθρωποι μπορούν και θα πρέπει να διαθέτουν ένα νόμισμα τόσο ασφαλές, όσο η δική τους κυβέρνηση. Το χρήμα θα πάψει να είναι ο αφέντης και θα γίνει ο υπηρέτης της ανθρωπότητας. Η δημοκρατία θα γίνει ανώτερη από την δύναμη του χρήματος.»

Η δήλωση αυτή έγινε από τον Λίνκολ λίγο πριν την λήξη του εμφυλίου πολέμου των ΗΠΑ και συνδεόταν με την ανάγκη αναγέννησης της δημοκρατίας στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, δολοφονήθηκε. Η δημοκρατία στην οποία επένδυε ο Λίνκολ έμεινε αγέννητη, όπως και η δημιουργία κρατικού εθνικού νομίσματος και πίστης. Ακόμη και σήμερα οι ΗΠΑ διαθέτουν εθνικό νόμισμα, αλλά το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης ανήκει στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα που ελέγχεται από ιδιώτες τραπεζίτες.

Το εθνικό κρατικό νόμισμα ήταν η απάντηση της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας στο μονοπώλιο των ιδιωτικών τραπεζών στην έκδοση χρήματος και της πίστης, ώστε να μην δημιουργείται χρήμα από το τίποτα. Το εθνικό κρατικό νόμισμα απηχεί την δυναμική της εθνικής οικονομίας και αντιστοιχεί στις συναλλαγές, την ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος, το εισόδημα και στις επενδύσεις της εθνικής οικονομίας. Αντιστοιχεί δηλαδή σε πραγματικές υλικές αξίες παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών μιας οικονομίας. Αντίθετα από το νόμισμα που παράγουν οι ιδιωτικές τράπεζες με μόνο κριτήριο το κέρδος εκμεταλλευόμενες τις ανάγκες κεφαλαίου και χρήματος της οικονομίας.

Το εθνικό κρατικό νόμισμα αποτελεί την απάντηση της δημοκρατίας στην μονοκρατορία των ιδιωτικών τραπεζών και στο νεοφεουδαρχικό μονοπώλιο που ασκούσαν στην διάθεση του χρήματος. Με πολλούς αγώνες κατορθώθηκε να εισαχθεί το εθνικό κρατικό νόμισμα στις περισσότερες χώρες μόλις μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ώστε να απαλλαγούν οι κοινωνίες από την δικτατορία των τραπεζιτών. Το 1945 εθνικοποιείται η πρώτη κεντρική τράπεζα στον κόσμο, η Τράπεζα της Αγγλίας και από τότε ξεκίνησε ένα μεγάλο κύμα ίδρυσης εθνικών κρατικών νομισμάτων. Ειδικά σε χώρες σαν την δική μας με μεγάλα αναπτυξιακά και παραγωγικά ελλείμματα.

Τα λέμε όλα αυτά γιατί η εισαγωγή του ευρώ μας γύρισε αιώνες πίσω. Όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά όλες τις χώρες της Ευρώπης που συμμετείχαν στο ευρωσύστημα. Με το ευρώ ο έλεγχος του νομίσματος και της έκδοσής του ξαναγύρισε στους ιδιώτες τραπεζίτες. Κι αυτή την φορά όχι σε μια χώρα, αλλά σε μια ολόκληρη σειρά χωρών όπου επιβλήθηκε καθεστώς ανοιχτών συνόρων και ελεύθερων συναλλαγών κεφαλαίου. Η ΕΚΤ είχε εξαρχής σαν μοναδική αποστολή να αφαιρέσει το εκδοτικό δικαίωμα από τα κράτη και την νομισματική κυριαρχία από τις κυβερνήσεις. Από την στιγμή που εισήχθηκε το ευρώ όποιος ήθελε χρήμα, ή κεφάλαια, θα έπρεπε να τα πάει να τα δανειστεί από τις ιδιωτικές τράπεζες, οι οποίες δάνειζαν με όρους διεθνών αγορών.

Επιπλέον το ευρώ είναι νόμισμα σταθερής νομισματικής κυκλοφορίας κι έτσι ενώ εκφράζει άριστα την διόγκωση των συναλλαγών με χρέος δεν μπορεί να εκφράσει τις οικονομίες. Καμιά από τις οικονομίες της ευρωζώνης, ακόμη και τις πιο ισχυρές. Το ευρώ κόβεται και ράβεται ανάλογα με την κυκλοφορία του κεφαλαίου και μάλιστα του δανειακού κεφαλαίου στις αγορές της ευρωζώνης και παγκόσμια. Γι' αυτό και η σταθερότητά του προϋποθέτει μεγάλους όγκους δανεισμού, μεγάλες αγορές χρέους, υπερτροφικές τελικά τράπεζες, χρηματαγορές και επενδυτικά κεφάλαια. Με ένα τέτοιο νόμισμα σε κυκλοφορία καμιά οικονομία δεν μπορεί να γλυτώσει την υπερχρέωση. Ακόμη και η Γερμανική, παρά τα τεράστια εμπορικά της πλεονάσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι στα χρόνια του ευρώ η Γερμανική οικονομία υπερδιπλασίασε το δημόσιο χρέος της, ενώ εκτινάχτηκε σε πρωτοφανή επίπεδα το ιδιωτικό χρέος της.

Όσο πιο ελλειμματικές ήταν οι οικονομίες της ευρωζώνης τόσο μεγαλύτερες ευκαιρίες για δανεισμό και κέρδη πρόσφεραν στις τράπεζες. Γι’ αυτό και η προτίμηση της επέκτασης της ευρωζώνης σε χώρες με τρομακτικές ανάγκες εισροής κεφαλαίων. Όσο μεγαλύτερη η εξάρτηση μιας χώρας από ξένα κεφάλαια, τόσο μεγαλύτερες ευκαιρίες τοκογλυφίας και κερδοσκοπίας για τις τράπεζες. Μέσα στο ευρώ οι τράπεζες βρήκαν την ευκαιρία να μετατρέψουν χώρες που πριν ήταν εξαγωγικές κατά κύριο λόγο οικονομίες σε κεφάλαια, σε εισαγωγικές κάτω από την πίεση των ανοιχτών συνόρων και της ανώτερης παραγωγικότητας κυρίως της Γερμανίας.

Έτσι η καθαρή εξαγωγή κεφαλαίων από την Γερμανία ως ποσοστό του ΑΕΠ της ήταν το 2000 μόλις στο 3,3%, ενώ το 2010 έφτασε το 35%, ενώ το 2011 το 33%. Η Τσεχία που το 2000 ήταν καθαρά εισαγωγική χώρα σε κεφάλαια της τάξης του 8,5% του ΑΕΠ, το 2011 ξεπέρασε το 49% του ΑΕΠ της. Η Κύπρος το 2007, μια χρονιά πριν την ένταξή της στο ευρώ, ήταν καθαρά εξαγωγική χώρα κεφαλαίων της τάξης του 12% του ΑΕΠ της, κατάντησε να είναι χώρα καθαρής εισαγωγής κεφαλαίων το 2011 της τάξης του 71% του ΑΕΠ. Η Γαλλία που το 2001 ήταν καθαρά εισαγωγέας κεφαλαίων της τάξης του 2% του ΑΕΠ της, το 2011 έφτασε να είναι καθαρά εισαγωγέας κεφαλαίων της τάξης του 15% του ΑΕΠ της. Η Ελλάδα ήταν παραδοσιακά καθαρά εισαγωγική κεφαλαίων οικονομία. Το 2001 η καθαρή εισαγωγή κεφαλαίων ανερχόταν στο 46,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2010 έφτασε στο κορυφαίο ύψος του 98,4%, για να πέσει τον επόμενο χρόνο λόγω της κρίσης στο 86% του ΑΕΠ.

Όσο μεγάλωναν οι ανάγκες των οικονομιών για κεφάλαια, τόσο αύξαιναν τα χρέη των οικονομιών (ιδιωτικά και δημόσια) και οι δυνατότητες των τραπεζών για κερδοσκοπία. Έτσι λειτουργεί το ευρώ και γι’ αυτό είναι ένα νόμισμα που παράγει χρέη για όλους. Μόνο που οι οικονομίες καθαρής εξαγωγής κεφαλαίου δανείζονται για να εξάγουν και με τα πλεονάσματα που πετυχαίνουν λόγω της εξαγωγής επενδύσεων και προϊόντων στις άλλες χώρες της ευρωζώνης μπορούν και πληρώνουν τα χρέη τους. Ενώ οι οικονομίες καθαρής εισαγωγής κεφαλαίου φορτώνονται χρέη τόσο από το άνοιγμα των αγορών τους στα κεφάλαια που εισέρχονται, όσο για να καλύψουν τα ελλείμματα που δημιουργούνται. Γι’ αυτό και αυτές οι οικονομίες έπεσαν πρώτες στο φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας. Με πρώτη την Ελλάδα μιας και το 98% των κεφαλαίων που εισέρεαν σε τέτοιο ποσοστό αφορούσαν την κερδοσκοπία με το δημόσιο χρέος της χώρας και την χρηματοπιστωτική αγορά.

Μπορεί λοιπόν κανείς να μας εξηγήσει πώς θα μπορέσει να ξεφύγει από αυτήν την κρίση υπερχρέωσης και χρεοκοπίας η Ελλάδα; Μπορεί να μας εξηγήσει κανείς πώς θα γλυτώσουν από αυτήν την κρίση οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, ακόμη και οι πιο ανεπτυγμένες; Τέλος, μπορεί κάποιος από τους αντιμνημονιακούς να μας εξηγήσει πώς θα κατορθώσει να αναδιανείμει εισοδήματα και να χρηματοδοτήσει την οικονομία εντός του ευρώ και υπό καθεστώς ελευθερίας κίνησης κεφαλαίου; Πώς θα μπορέσει να το κάνει; Από πού θα βρει τα χρήματα και τα κεφάλαια όταν εντός του ευρώ αποτελούν μονοπωλιακό προνόμιο του ευρωσυστήματος; Γιατί δεν απαντούν συγκεκριμένα και συνεχίζουν να παραμυθιάζουν τον κόσμο; Αφελείς, αδαείς, ή κοινοί απατεώνες της πολιτικής όπως τόσοι και τόσοι άλλοι; Πολύ φοβάμαι ότι ισχύουν όλα αυτά μαζί. Το θέμα είναι ότι αν πέσουμε στην παγίδα τους, είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω αυταπάτης, θα το πληρώσουμε όλοι μας πολύ ακριβά. Κι εμείς και η χώρα στο σύνολό της.

Δημοσιεύτηκε σε 2 μέρη στο Χωνί, 23 και 30 Δεκεμβρίου 2012.
=========================

Insert Coin

Ο τίτλος του συγκεκριμένου αφηγήματος είναι εμπνευσμένος από τα πρώτα ηλεκτρονικά παιχνίδια της δεκαετίας του 1980 όπου έπρεπε να τα «ταΐσεις» με κέρματα για να ξεκινήσει το παιχνίδι.

Αφορμή και έμπνευση για το περιεχόμενο του αφηγήματος είναι η διαστρεβλωμένη άποψη που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων για την έννοια του χρήματος. Η διαστρεβλωμένη εικόνα δεν οφείλεται μονάχα στην έλλειψη παιδείας και την προπαγάνδα των ΜΜΕ. Πιθανόν ο σημαντικότερος λόγος σχετίζεται με το περιβάλλον, δηλαδή τον τρόπο που μεγαλώνει και ζει ένας άνθρωπος μέσα στον δυτικό κόσμο όπου κυριαρχούν «ήπιες» ή «άγριες» μορφές καπιταλιστικών συστημάτων.

Για παράδειγμα, όταν ένα παιδάκι κάνει μια ζημιά, συνήθως οι γονείς του το μαλώνουν τονίζοντας πόσα χρήματα κόστισε για να αγοραστεί το αγαθό ή πόσα χρήματα θα κοστίσει η αποκατάσταση. Σπανίως ο γονιός θα εξηγήσει στο παιδί του πως όλα τα αγαθά έχουν αξία και πρέπει να τα σεβόμαστε για αναρίθμητους λόγους. Ως αποτέλεσμα το παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον «θεοποίησης» του χρήματος αφού αποτελεί ύψιστη «αμαρτία» η σπατάλη του.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται ότι το χρήμα είναι ένα απλό συμβόλαιο (ή συμφωνητικό) του οποίου οι όροι συνεχώς μεταβάλλονται. Ο κάτοχος ενός χαρτονομίσματος έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιους πόρους οι οποίοι είναι φυσικά ή τεχνικά αγαθά και ανθρώπινες υπηρεσίες. Σε καμία περίπτωση το χαρτονόμισμα δεν διασφαλίζει στον κάτοχό του ότι διαρκώς θα έχει πρόσβαση στον ίδιο αριθμό πόρων. Συναυτουργός και η σύγχρονη οικονομική θεωρία που τις περισσότερες φορές ταυτίζει, αντί να διαχωρίζει, τους πόρους με τα χρήματα.

Θα προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε τα παραπάνω με το παρακάτω παράδειγμα:

Ο Γιώργος είναι ο ιδιοκτήτης ενός μικρού ξενοδοχείου και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα λόγω μειωμένων εσόδων αλλά και ανεξόφλητων οφειλών από πελάτες. O Γιώργος αδυνατεί να πληρώσει τους προμηθευτές του και χρωστάει στον Δημήτρη 50 ευρώ.

Ο Δημήτρης είναι αγρότης και προμηθεύει το μικρό ξενοδοχείο με οπωροκηπευτικά. Ο Δημήτρης έχει προσωρινά σταματήσει να προμηθεύει το ξενοδοχείο για να πιέσει τον ξενοδόχο να αποπληρώσει το χρέος του. Ο Δημήτρης χρωστάει 50 ευρώ στην Ελένη.

Η Ελένη είναι γεωπόνος και παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον αγρότη. Η Ελένη έχει προσωρινά σταματήσει να συμβουλεύει τον αγρότη για να τον πιέσει να αποπληρώσει το χρέος του. Η Ελένη χρωστάει 50 ευρώ στον Γιώργο από παλιότερη διαμονή της στο ξενοδοχείο.

Ένα πρωινό, καταφθάνει φουριόζος στο ξενοδοχείο ο Ανδρέας ο οποίος είναι πωλητής στο επάγγελμα και συγγενής του Γιώργου. Ο Ανδρέας δεσμεύει ένα δωμάτιο αξίας 50 ευρώ τη βραδιά και πληρώνει 50 ευρώ ως προκαταβολή. Συμφωνεί με το Γιώργο ότι θα πληρώσει τις υπόλοιπες διανυκτερεύσεις κατά την αναχώρησή του (check out) και φεύγει τρέχοντας για να προλάβει τις δουλειές του.

Ο Γιώργος εισπράττει τα 50 ευρώ και τα δίνει άμεσα στον αγρότη-Δημήτρη αποπληρώνοντας το χρέος του και αποκαθιστώντας την μεταξύ τους εμπιστοσύνη. Ο Γιώργος μπορεί και πάλι να παραγγείλει φρούτα με λίγες μέρες πίστωση.

Ο Δημήτρης εισπράττει τα 50 ευρώ και τα δίνει άμεσα στην Ελένη εξοφλώντας το χρέος του και αποκαθιστώντας την μεταξύ τους εμπιστοσύνη. Ο Δημήτρης μπορεί και πάλι να ζητήσει από την Ελένη-Γεωπόνο συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Μόλις η Ελένη εισέπραξε τα 50 ευρώ πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο του Γιώργου και του παρέδωσε τα 50 ευρώ εξοφλώντας το χρέος της και αποκαθιστώντας την μεταξύ τους εμπιστοσύνη.

Έπειτα από λίγη ώρα, έρχεται ο Ανδρέας στο ξενοδοχείο και ενημερώνει τον Γιώργο ότι δεν θα διανυκτερεύσει καθώς πρέπει να επιστρέψει εσπευσμένα στον τόπο διαμονής του λόγω κάποιου σοβαρού οικογενειακού προβλήματος. Ο Ανδρέας ζητάει να του επιστραφούν τα 50 ευρώ της προκαταβολής και ο Γιώργος που τυγχάνει να είναι και συγγενής του ικανοποιεί το αίτημα του Ανδρέα επιστρέφοντας ουσιαστικά το χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που μόλις πριν λίγο είχε εισπράξει από την Ελένη (η οποία το είχε πάρει από τον Δημήτρη ο οποίος με τη σειρά του το είχε πάρει από τον Γιώργο).

Το «περίεργο» είναι ότι παρόλο που δεν άλλαξε ο τελικός κάτοχος του χαρτονομίσματος το συνολικό χρέος όλων εκμηδενίστηκε. Και μόνο η παρουσία του χαρτονομίσματος κατά τη διάρκεια των συναλλαγών συνετέλεσε ώστε να διαγραφεί το χρέος. Η παρουσία του χαρτονομίσματος αποκατάστησε την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συναλλασσόμενους με αποτέλεσμα να αποκατασταθεί και η μεταξύ τους εμπορική δραστηριότητα.

Αν αντί για χαρτονόμισμα οι πληρωμές γινόταν με κάποιο αξιόγραφο-επιταγή, λογιστικά δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Το χρέος θα εκμηδενιζόταν και η εμπορική δραστηριότητα θα συνεχιζόταν κανονικά, αρκεί ηεπιταγή να είχε αντίκρισμα. Το ίδιο θα συνέβαινε και αν αντί για επιταγή χρησιμοποιούταν κάποιο αγαθό αποδεκτής αξίας από όλους τους συναλλασσόμενους. Τέλος, αν οι συναλλασσόμενοι (Ξενοδόχος-Γεωργός-Γεωπόνος) κατάφερναν να μαζευτούν γύρω από ένα τραπέζι, θα είχαν εκμηδενίσει το χρέος με απλούς λογιστικούς συμψηφισμούς.

Στην πραγματική οικονομία συναντάμε καθημερινά παραδείγματα όπως αυτό του ξενοδόχου, με τη διαφορά ότι εμπλέκονται εκατομμύρια συναλλασσόμενοι άγνωστοι μεταξύ τους. Αυτός είναι και ο λόγος που απαιτείται κάτι «κοινώς αποδεκτό» (σχεδόν θεϊκό) το οποίο να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και ως επέκταση την εμπορική δραστηριότητα.

Ακόμα, το παράδειγμα επιδιώκει να κάνει κατανοητό ότι σε σχέση με τα δισεκατομμύρια του Α.Ε.Π. και των λοιπών «μαγειρεμένων» δεικτών που αναφέρονται στα ΜΜΕ, ελάχιστο είναι το πραγματικό χρήμα σε φυσική μορφή που απαιτείται για να κινητοποιηθεί η οικονομία και να παραχθούν τα απαραίτητα αγαθά και υπηρεσίες.

Το πραγματικό χρήμα που θα απαιτούνταν για να κινητοποιηθεί πλήρως η οικονομία θα ήταν ακόμα μικρότερο εάν δεν υπήρχαν οι παράλογοι φόροι (Φόρος «Προστιθέμενης» Αξίας, ειδικοί φόροι στα καύσιμα, ποτά, τσιγάρα κ.α., χαράτσια, μεγάλη-άδικη φορολογία εισοδήματος) που επιβάλλονται από το κράτος.

Διαχρονικά όμως, ο σημαντικότερος παράγοντας μείωσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία είναι τατραπεζικά επιτόκια (το κόστος του δανεισμού). Τα τραπεζικά επιτόκια επιβάλλονται με τη δικαιολογία ότι η «αξία» του χρήματος συνεχώς μειώνεται εφόσον ο πληθωρισμός είναι μονίμως θετικός. Όσο πιο μεγάλος ο πληθωρισμός, τόσο γρηγορότερα απαξιώνεται το χρήμα οπότε πρέπει ως αντιστάθμισμα να αυξάνονται τα επιτόκια. Η διαχρονική προπαγάνδα του οικονομικό-πολιτικού συστήματος προσπαθεί να παγιώσει την αντίληψη ότι ο πληθωρισμός είναι ένα αναγκαίο κακό και πως οι τιμές των αγαθών και προϊόντων συνεχώς θα αυξάνουν.

Όμως, αν παρατηρήσουμε τις τιμές των αγαθών στην Ελλάδα του μνημονίου, διαπιστώνουμε ότι μόνο τα αγαθά πρώτης ανάγκης (φως, νερό, θέρμανση, καύσιμα, βασικά τρόφιμα) αυξάνουν εξαιτίας της κρατικής φορολόγησης και ανοχής στα «καρτέλ». Αντίθετα, η αξία των ακριβών αγαθών (π.χ. μεγάλα και ακριβά ακίνητα, χρηματιστηριακές μετοχές, περιουσιακά στοιχεία επιχειρήσεων) συνεχώς μειώνεται κάτι που συμβαίνει όταν έχουμε αποπληθωρισμό, δηλαδή αρνητικό πληθωρισμό. Στην Ελλάδα του μνημονίου συντελείται μία ταχεία εσωτερική υποτίμηση στα περισσότερα αγαθά, όμως ο «μαγειρεμένος» πληθωρισμός και κατ’ επέκταση τα τραπεζικά επιτόκια συνεχίζουν να αυξάνονται.

Επειδή λοιπόν οι φόροι και τα τραπεζικά επιτόκια μειώνουν δραστικά την νομισματική κυκλοφορία, απαιτείται μεγαλύτερος αριθμός χαρτονομισμάτων σε φυσική μορφή για να κινητοποιήσουν την πραγματική οικονομία. Όπως θα αποδείξουμε παρακάτω, τα χαρτονομίσματα που απαιτούνται για να ενεργοποιήσουν την πραγματική οικονομία αποτελούν ελάχιστο ποσοστό του Α.Ε.Π.

Στην μακρό-οικονομία υπάρχει ένας δείκτης Μ0 που αποτυπώνει την Νομισματική Βάση ενός κράτους. ΗΝομισματική Βάση (M0) αποτυπώνει το συνολικό αριθμό των χαρτονομισμάτων και κερμάτων που βρίσκονται στην κατοχή του κοινού. Εάν στον δείκτη (Μ0) προσθέσουμε και τα Ταμειακά Διαθέσιμα των τραπεζών, προκύπτει ο δείκτης (Μ1) που αποτυπώνει το συνολικό χρήμα σε φυσική μορφή που βρίσκεται στις τσέπες των πολιτών και στα ταμεία των τραπεζών (ταμειακά διαθέσιμα). Όπως θα αναλυθεί παρακάτω, μόνο ένα μικρό μέρος από το συνολικό ταμειακό διαθέσιμο των τραπεζών διατίθενται ως ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Με βάση τους μέσους όρους διάφορων κρατών του δυτικού κόσμου, ο δείκτης της Νομισματικής Βάσης M0ισοδυναμεί με το 3 έως 5% του Α.Ε.Π., για παράδειγμα, εάν το «μαγειρεμένο» ελληνικό Α.Ε.Π. υπολογίζεται στα 200 δις ευρώ τότε ο δείκτης Μ0 υπολογίζεται στα 6 με 10 δις ευρώ. *Αυτός είναι και ο πρώτος θεωρητικός τρόπος υπολογισμού της τιμής του δείκτη ρευστότητας ή νομισματικής κυκλοφορίας (M0).

*(Ανδρέας Ξενάκης, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Η εποχικότητα στους δείκτες ρευστότηταςhttp://digilib.lib.unipi.gr/spoudai/bitstream/spoudai/159/1/t51_n1-2_114to141.pdf)

Ο δείκτης M0 μεταβάλλεται μέρα με τη μέρα και μήνα με τον μήνα. Για παράδειγμα, στο τέλος Δεκεμβρίου η ρευστότητα (M0) είναι αυξημένη λόγω του 14 μισθού. Αντίστοιχα η ρευστότητα είναι αυξημένη τους καλοκαιρινούς μήνες λόγω λιγότερων πληρωμών σε καύσιμα, ΔΕΚΟ και χάριν των χρημάτων που εισρέουν από τους τουρίστες.

Ένας δεύτερος θεωρητικός τρόπος προσεγγιστικού υπολογισμού του δείκτη ρευστότητας M0 είναι μέσω των «πηγών ρευστότητας». Οι πηγές ρευστότητας στην πραγματική οικονομία είναι οι παράγοντες που καθορίζουν το μέγεθος του δείκτη M0. Οι πηγές αυτές είναι:

Μισθοί Δημοσίων Υπαλλήλων & συνταξιούχων του Δημοσίου:

Με βάση τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού για το 2012, το ετήσιο λογιστικό κόστος των δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων του δημοσίου ανέρχεται στα 20 δις ευρώ (μικτά). Αν αφαιρέσουμε τις εισφορές και την άμεση φορολογία εισοδήματος προκύπτει ένα ποσό περίπου 15 δις ευρώ. Τα χρήματα αυτά καταβάλλονται σε 12 δόσεις οπότε η ρευστότητα σε φυσικό χρήμα που καταβάλει το κράτος για μισθούς και συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων είναι 1,25 δις € το μήνα, ας υποθέσουμε 1,5 δις € μηνιαίως. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, μεγάλο μέρος της ρευστότητας αυτής το κράτος την εισπράττει πίσω. Αυτό γίνεται μέσω των ειδικών φόρων (καύσιμα, ποτά, τσιγάρα, κ.λ.π.), των τιμολογίων των ΔΕΚΟ, του άδικου Φόρου «Προστιθέμενης» Αξίας και με παράνομα χαράτσια.

Μισθοί ιδιωτικού τομέα: Ιδιωτικοί υπάλληλοι και μικροί ελεύθεροι επαγγελματίες όπως μηχανικοί, αγρότες, κ.λ.π.

Η ρευστότητα σε φυσικό χρήμα που εισάγεται μέσω των μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων υπολογίζεται προσεγγιστικά και με αρκετή απόκλιση. Δεν είναι εύκολο να βρεθούν επίσημα νούμερα. Χοντρικά αν υποθέσουμε ότι οι παραπάνω ιδιώτες είναι περίπου τρία εκατομμύρια και λαμβάνουν κατά μέσο όρο περίπου 1000 ευρώ καθαρά μηνιαίως, προκύπτει ένα μέγεθος κοντά στα 3 δις € το μήνα.

Συντάξεις ιδιωτικού τομέα, ΟΓΑ και επιδόματα (ανέργων, ΑΜΕΑ, κλπ )

Απαιτεί αρκετή ανάλυση για να προσεγγιστεί ικανοποιητικά. Χοντρικά η ρευστότητα σε φυσικό χρήμα που αποφέρει η συγκεκριμένη πηγή δεν υπερβαίνει τα 2 δις € το μήνα.

Λοιπές Κρατικές Δαπάνες

Η φυσική ρευστότητα που εισάγεται στην πραγματική οικονομία μέσω των κρατικών δαπανών απαιτεί αρκετή ανάλυση για να προσδιοριστεί. Για παράδειγμα, από τα χρήματα που καταβάλλει το κράτος για τα δημόσια έργα ένα μικρό μέρος εισρέει στην πραγματική οικονομία μέσω των μισθών στο υπαλληλικό προσωπικό (υπολογίστηκε νωρίτερα στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα) και από τις λειτουργικές δαπάνες της εταιρίας που πληρώνει για τη καθημερινή της λειτουργία. Οι δαπάνες για πληρωμές εξοπλισμού και υπηρεσιών τις περισσότερες φορές αγοράζονται από το εξωτερικό. Κλασικό παράδειγμα οι δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα όπου τα χρήματα αυτά (σε φυσική ή λογιστική μορφή) στέλνονται στο εξωτερικό.

Λοιπές Δαπάνες Ιδιωτικού Τομέα

Στην κατηγορία αυτή εντάσσουμε τις δαπάνες που γίνονται μέσω άμεσων επενδύσεων. Δηλαδή χρήματα που εισρέουν μέσω επενδυτικών προγραμμάτων δημοσίων φορέων (ελληνικό κράτος, ΕΕ) και χρήματα που καταβάλλονται από έλληνες και ξένους ιδιώτες σε κάποια επένδυση. Και πάλι μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών εισπράττεται πίσω από δημόσιους φορείς αλλά απομένει και ένα μέρος στην πραγματική οικονομία. Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν επίσημα στοιχεία για το μέγεθος των δαπανών του ιδιωτικού τομέα. Αν υποθέσουμε ότι οι δαπάνες αυτές δεν ξεπερνούν τα 10 δις ετησίως η «καθαρή» ρευστότητα που εισάγεται στην πραγματική οικονομία είναι σίγουρα λιγότερη από 5 δις € ετησίως (περίπου 0,5 δις € μηνιαίως). Η ρευστότητα σε μηνιαία βάση δεν μπορεί να υπολογιστεί από τη συγκεκριμένη πηγή γιατί δεν έχει περιοδικότητα.

Τουρισμός

Όπως και στην παραπάνω περίπτωση η συγκεκριμένη πηγή δεν έχει περιοδικότητα οπότε δεν μπορεί να κατανεμηθεί μηνιαίως. Διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία τους καλοκαιρινούς μήνες και σταδιακά παρέχει ρευστότητα-«ανάσα» σε όλους τους κλάδους. Επίσης μεγάλος μέρος της ρευστότητας αυτής εισπράττεται από το κράτος. Εφόσον οι τουριστικές εισπράξεις ανέρχονται στα 12 δις ετησίως το πραγματικό ρευστό που εισρέει στην πραγματική οικονομία είναι λιγότερο από 5 δις € ετησίως (περίπου 0,5 δις € μηνιαίως).

Τραπεζικός Δανεισμός

Σε άκρα αντίθεση με αυτό που γινόταν από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως το 2008, τα τελευταία 3 χρόνια η ρευστότητα που παρέχουν οι τράπεζες στην πραγματική οικονομία είναι σχεδόν μηδενική, πιθανόν και αρνητική. Δηλαδή ο τραπεζικός κλάδος στις μέρες μας εισπράττει (μέσω δανείων & «υπηρεσιών») περισσότερα χρήματα από την πραγματική οικονομία σε σχέση με αυτά που χορηγεί από τα ταμειακά διαθέσιμα των τραπεζών. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε εξαιτίας του γεγονότος ότι οι τράπεζες τα τελευταία 3 χρόνια έχουν αρνητική πιστωτική επέκταση. Βέβαια, ένας από τους λόγους της αρνητικής πιστωτικής επέκτασης είναι η διαγραφές και οι διακανονισμοί επισφαλών δανείων. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι τα δάνεια που παρέχουν οι τράπεζες (χορηγήσεις κυρίως μέσω τραπεζικών διαθεσίμων) είναι περισσότερα από τα χρήματα που εισπράττουν από υφιστάμενους δανειολήπτες, η διαφορά είναι σίγουρα ελάχιστη και δεν έχει νόημα να υπολογιστεί.

Αθροίζοντας της παραπάνω πηγές προκύπτει ένα μέγεθος της τάξης των 7,5 δις € το οποίο προφανώς μεταβάλλεται χρονικά. Βρίσκεται όμως μέσα στα όρια των 6 με 10 δις € που υπολογίσαμε με τον πρώτο θεωρητικό τρόπο. Όμως, ακόμα κι αν η απόκλιση είναι μεγαλύτερη, σε καμία περίπτωση ο δείκτης M0 δεν ξεπερνά τα 15 δις € και απέχει πολύ από τα 200 δις € του Α.Ε.Π. ή τα 44 δις € που υποτίθεται πως αναμένει η ελληνική κυβέρνηση από τον Οκτώβρη του 2012.

Ο απώτερος σκοπός της ανάλυσης είναι να καταδείξει το γεγονός ότι απαιτείται ελάχιστο χρήμα σε φυσική μορφή για να λειτουργήσει ομαλά η πραγματική οικονομία. Στην Ελλάδα του μνημονίου επίτηδες μειώνεται η ρευστότητα που διοχετεύεται στην αγορά με σκοπό να προκαλέσει «πνιγμό» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στα μεσαία εισοδήματα. Μέσω της μείωσης της ρευστότητας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλείνουν και οι πολίτες αναγκάζονται να ρευστοποιούν την περιουσία τους (όσοι διαθέτουν) για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Με τον τρόπο αυτό δρομολογείται μια οικονομία βόρειο-δυτικού τύπου όπου κυριαρχούν μεγάλες πολυεθνικές ενώ οι περισσότεροι πολίτες εργάζονται για ένα μισθό σε βαρετές και ανούσιες δουλειές. Ένα σύγχρονο σκλαβοπάζαρο με πολλές ομοιότητες από ταινίες επιστημονικής φαντασίας όπως το MATRIX.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ειδικά από εμάς τους έλληνες, ότι μία χώρα που δεν ελέγχει την νομισματική της κυκλοφορία δεν ελέγχει τους πόρους της, δηλαδή είναι μια χώρα απολύτως υπόδουλη. Πριν από 2500 χρόνια, η δραχμή ήταν το «κοινώς αποδεκτό» νόμισμα και παρέμεινε έτσι για περισσότερα από 500 χρόνια. Οι Αθηναίοι κυριάρχησαν στη Μεσόγειο μέσω της Αθηναϊκής συμμαχίας, που είχε ως κοινό νόμισμα τη δραχμή και ηγέτη την Αθήνα που έλεγχε την κυκλοφορία της.

Οι αρχαίοι έλληνες από την Ιωνία και έπειτα την Αθήνα, ήταν οι πρώτοι που κατανόησαν σε βάθος την έννοια του χρήματος και χρησιμοποίησαν τη δραχμή ως τη βάση (αλλά και το δούρειο ίππο) εδραίωσης του ελληνικού πολιτισμού. Ως απόγονοι ενός τόσο σημαντικού πολιτισμού, θα έπρεπε να αισθανόμαστε ηλίθιοι που «υποδουλωθήκαμε» με κόλπα που χρησιμοποιούσαν οι μακρινοί μας πρόγονοι!
Χαλυβόπουλος Δημήτρης


Σχόλια