Το θλιβερό τάνγκο Βενιζέλου

Ο κ. αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Ε. Βενιζέ­λος στην πρόσφατη συνέ­ντευξή του αναρωτήθηκε: «Υπάρχει έστω κι ένας Έλληνας πολίτης που πι­στεύει ότι μπορούσαμε χωρίς κίνδυνο για τη χώρα, χωρίς δραματικό κίνδυ­νο για τις περιουσίες, τις δουλειές, τα εισοδήματα και τις προοπτικές των Ελλήνων, να πάρουμε άλλες αποφά­σεις, πιο φιλικές, λιγότερο δύσκολες και δεν τις παίρνουμε;»
Προσωπικά αναρωτιόμαστε αν σή­μερα υπάρχει έστω κι ένας Έλληνας πολίτης που πιστεύει ότι ο κ. Βενι­ζέλος και η κυβέρνησή του λένε την αλήθεια. Υπάρχει έστω και ένας που πιστεύει ότι αυτές οι απανωτές απο­φάσεις στραγγίσματος του μέσου ελ­ληνικού νοικοκυριού και της ελληνι­κής οικονομίας θα μας σώσουν από την επίσημη πτώχευση; Υπάρχει έστω και ένας αφελής που σήμερα να πι­στεύει ότι υπάρχει μέλλον για τη χώ­ρα ακολουθώντας αυτό τον μονόδρο­μο που σε κάθε βήμα του αποδεικνύ­εται καταστροφικός;

Θυμάται άραγε κανείς τις δηλώ­σεις του κ. Παπανδρέου πριν από κά­μποσους μήνες, που μας έλεγε ότι τα συνέρια αναδιάρθρωσης, σαν κι αυτό που μας επιβλήθηκε με τις αποφά­σεις της 21ης Ιουλίου, ισοδυναμούν με καταστροφή της χώρας; Σε συνέ­ντευξή του στη γαλλική εφημερίδα «Le Figaro » (15.11.10) ο πρωθυπουρ­γός Γιώργος Παπανδρέου έλεγε για ένα πιθανό σενάριο αναδιάρθρωσης με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους: «Αυτό το σενάριο δεν συζητείται καν. Θα είναι καταστροφή για τους Έλλη­νες πολίτες, δεδομένων των θυσιών στις οποίες συναίνεσαν» και τόνιζε ότι θα είναι και «καταστροφή για την εμπιστοσύνη προς την Ευρώπη και το ευρώ». Και γεμάτος με προσποιη­τή αυτοπεποίθηση εξακολουθούσε: «Συνεχίζουμε στην ίδια κατεύθυνση. Διαψεύσαμε, ήδη, όσους υποστήρι­ξαν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να τα­κτοποιήσει τους λογαριασμούς της. Συνεχίζεται η προσπάθειά μας».

Τζάμπα μάγκες
Τότε ο πρωθυπουργός το έπαι­ζε και τζάμπα μάγκας απέναντι στη Μέρκελ, η οποία δήλωνε ότι η Γερμα­νία ήθελε να δει συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα στο κόστος μιας πι­θανής αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας. Αυτό που υπονοούσε η Μέρκελ το είδαμε να συμβαίνει με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, οι οποίες βασίζονται σε μια συμφωνία για εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων (PSI) με συμμετοχή ιδιωτικών τραπε­ζών και φαινομενικό «κούρεμα» κα­τά 21%. Όμως την εποχή εκείνη ο κ. Παπανδρέου καυτηρίαζε τη στάση του Βερολίνου και την πρόταση για συμμετοχή τραπεζών και επενδυτών στον μηχανισμό στήριξης κρατών - μελών της ευρωζώνης, προειδοποι­ώντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στη χρεοκο­πία μίας χώρας - μέλους. «Η γερμα­νική κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι οι τράπεζες, που χρηματοδοτούν χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους, θα πρέπει να είναι έτοιμες να αναλά­βουν το κόστος μιας πιθανής στάσης πληρωμών... Η θέση αυτή δημιούρ­γησε έναν κύκλο υψηλότερων επιτο­κίων για χώρες που φάνηκε ότι ήσαν σε δυσχερή θέση, όπως η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία» παρατήρησε ο κ. Πα­πανδρέου και πρόσθεσε στον ίδιο τό­νο: «Θα μπορούσε να δημιουργήσει μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία... Είναι σαν να λες σε κάποιον που βρί­σκεται σε δεινή θέση, ότι του αυξά­νεις το φορτίο που έχει να σηκώσει». («Εξπρές», 16.11.10).
Τα θυμάται αυτά κανείς; Τις θυ­μούνται αυτές τις δηλώσεις η κυβέρ­νηση και ο κ. Παπανδρέου σήμερα; Πώς γίνεται κι αυτό ακριβώς που ισο­δυναμούσε με απόλυτη καταστροφή τότε, αποτελεί την καλύτερη δυνατή λύση σήμερα; Πότε μας κορόιδευαν; Τι διαφορετικό από αυτό που καταδί­καζε και απευχόταν τότε ο κ. Παπαν­δρέου είναι οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου;
Θυμάται κανείς τις απανωτές δη­λώσεις του προηγούμενου υπουργού οικονομικού κ. Παπακωνσταντίνου ότι «η αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας θα ήταν καταστροφή για την ευρωζώνη» («Κέρδος», 16.9.10); Και τόνιζε: «Είναι εντελώς εκτός συζήτη­σης η αναδιάρθρωση. Θα ήταν κατα­στροφή... Θα είχε επιπτώσεις στην ευρωζώνη… Ο λόγος που οι αγορές δεν έχουν ακόμη ανταποκριθεί, είναι ότι περιμένουν να δουν αν μπορούμε να μείνουμε εντός της πορείας μας». Κι έτσι έπραξαν. Όσο περισσότερο έμενε εντός πορείας η κυβέρνηση τόσο περισσότερο βυθιζόταν το κα­ράβι, τόσο περισσότερο αύξαναν οι πιέσεις των αγορών. Φτάσαμε στο σημείο τα ελληνικά ομόλογα να πλη­ρώνουν ασφάλιστρα έναντι κινδύνου για χρεοκοπία τα υψηλότερα από την εποχή που επινοήθηκαν τα CDS. Τε­λικά, για ποιον δούλευε και δουλεύει αυτή η κυβέρνηση; Πότε θα τελειώσει αυτή η κοροϊδία;
Πότε θα λογοδοτήσει κάποιος για όλα αυτά; Θυμάστε τον πρωθυπουρ­γό που σε συνέντευξή του στον κατε­ξοχήν εκπρόσωπο του γερμανικού κι­τρινισμού, την «Bild» (24.11.11), δή­λωνε ανερυθρίαστα: «Σας υπόσχομαι ότι η Ελλάδα θα αποπληρώσει και το τελευταίο σεντ»; Αυτή τη διαβεβαί­ωση έδινε ο τζάμπα μάγκας πρωθυ­πουργός στη μακροσκελή συνέντευ­ξή του, υπό τον τίτλο: «Στοιχηματί­ζετε ότι δεν θα πληρώσετε ποτέ τα χρέη σας, κ. Παπανδρέου;». Ο πρω­θυπουργός επισημαίνει ότι «η ελλη­νική οικονομία έχει μεγάλη δυναμική
και αυτή τη στιγμή βιώνει μία πραγμα­τική έκρηξη των εξαγωγών της, χάρη στις διαρκείς δομικές μεταρρυθμίσεις και τις θυσίες που υπέστη ο ελληνικός λαός την προηγούμενη χρονιά και συ­νεχίζει να υφίσταται».

Όλα στους τοκογλύφους
Πού πήγε αυτή η «μεγάλη δυναμι­κή» της ελληνικής οικονομίας με την «πραγματική έκρηξη των εξαγωγών της» – η οποία είναι δημιούργημα του γνωστού ταλέντου του κ. Γεωργίου, προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, στη στατιστική μεθοδολογία – αλλά και η απόδοση των «δομικών μεταρρυθμίσεων» και των θυσιών «που υπέστη ο ελληνι­κός λαός την προηγούμενη χρονιά και συνεχίζει να υφίσταται»; Τι απέγιναν όλα αυτά; Τίποτε. Απλώς ήταν λόγια του αέρα. Το μόνο που μετρούσε και εξακολουθεί να μετρά για την κυβέρ­νηση είναι η υπόσχεση του πρωθυ­πουργού ότι «η Ελλάδα θα αποπλη­ρώσει και το τελευταίο σεντ» στους τοκογλύφους δανειστές της και στις κυβερνήσεις τους. Έστω κι αν χρεια­στεί να εξοντωθεί κοινωνικά και οικο­νομικά ο πληθυσμός της και να ακρω­τηριαστεί ως χώρα.
Αυτό το νόημα είχαν και οι δηλώ­σεις Βενιζέλου κατά την επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (22.9): «Ο κόσμος – και δικαίως – νο­μίζει ότι η κρίση είναι αυτή που ζού­με, δηλαδή η περικοπή μισθών, συ­ντάξεων, εισοδημάτων, η μείωση των προοπτικών που έχουν τα νέα παιδιά. Αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι η κρί­ση. Αυτό είναι μια προσπάθεια, πολύ
σκληρή, που κάνουμε να προστατευ­θούμε και να αποφύγουμε την κρίση. Γιατί η κρίση θα είναι η Αργεντινή του 2000, δηλαδή η πλήρης διάλυση της οικονομίας, των θεσμών, του κοινωνι­κού ιστού και της παραγωγικής βάσης της χώρας. Κι αυτό οφείλεται στο γε­γονός ότι, δυστυχώς, η ευρωζώνη αυ­τή τη στιγμή, δεν έχει το πολιτικό και θεσμικό επίπεδο που απαιτούν οι κρί­σιμες περιστάσεις. Και η νευρικότητα που υπάρχει σε μεγάλες χώρες – χώ­ρες που ηγούνται της ευρωζώνης – για δικούς τους εσωτερικούς λόγους, ξεσπάει επάνω μας. Εμείς πρέπει να είμαστε απολύτως συνεπείς στις υπο­χρεώσεις μας, πρέπει να εκπληρώ­σουμε όλες τις υποχρεώσεις, για να μη χρησιμοποιούνται επιχειρήματα ή άλλοθι εις βάρος μας».

«Η τρομοκρατία της πείνας» και ο Καβάγιο
Καταρχάς, θα πρέπει να πούμε στον μεγάλο και πολύ υπουργό μας να είναι πιο διαβασμένος όταν προσπαθεί να εκβιάσει τον λαό με πρό­στυχα διλήμματα. Η Αργεντινή δεν κατέρρευσε το 2000, αλλά το 2001. Εκτός κι αν η αναφορά του κ. Βενιζέλου στην Αργεντινή του 2000 είχε άλλη λογική. Ανεξερεύνηται αι βουλαί του Υψί­στου. Πόσω μάλλον του κ. Βενιζέλου, του γνω­στού κατά κόσμον Μπενίτο, όπως πολύ εύστο­χα τον έχει βαφτίσει ο Τζίμης Πανούσης.
Ας δούμε όμως αν η Αργεντινή του 2000, κα­τά Βενιζέλο, ή του 2001 οδηγήθηκε στην κα­τάρρευση γιατί ακολούθησε άλλη πολιτική. Τον
Μάρτιο του 2001, περίπου 50 χιλιάδες κόσμου διαδήλωναν στους κεντρικούς δρόμους του Μπουένος Άιρες για την 25η επέτειο της στρα­τιωτικής χούντας. Σύμφωνα με τους «Financial Times» (26.3.01), «πολλοί έκαναν συγκρίσεις ανάμεσα στη στρατιωτική χούντα του 1976 και το οικονομικό μοντέλο της αγοράς που ακο­λούθησε την επιστροφή στη δημοκρατία. Ένα πανό έγραφε: «Χούντα σημαίνει τρομοκρατία του αίματος. Αγορά σημαίνει τρομοκρατία της πείνας». Σας λέει τίποτε αυτό;
Το ΔΝΤ βρισκόταν ήδη στον δεύτερο χρόνο παρέμβασής του στην Αργεντινή προκειμένου να τη «σώσει» από την κρίση χρέους και την κα­τάρρευση. Οι πολιτικές που απαιτούσε να επι­βληθούν είχαν εκτινάξει την ανεργία στο 16%, το λαϊκό εισόδημα είχε βυθιστεί κατά 20%-30%, η εσωτερική αγορά πέθαινε κι όμως το χρέος αύξανε και η ύφεση βάθαινε.
«Λιτότητα ή κατάρρευση»
Τότε, σαν Ιππότης της Αποκαλύψεως πάνω σε μαύρο άλογο, εμφανίζεται ο Ντομίνγκο Κα-βάγιο, εκ του Χάρβαρντ και επιφανής πολιτικός του κατεστημένου. Κάτι δηλαδή σαν τον δικό μας Μπενίτο. Αναλαμβάνει τα ηνία της οικονομίας τον Μάρτιο του 2001 και υπόσχεται ότι θα σώσει πάση θυσία την Αργεντινή. Η κυβέρνηση του δίνει έκτακτες εξουσίες για να κινηθεί εν λευκώ. Το πρώτο που κάνει είναι να διαπραγ­ματευτεί μια εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων (PSI) με τις τράπεζες - δανειστές της Αργεντι­νής, με το ΔΝΤ και την Ουάσιγκτον, στην οποία μάλιστα υπόσχεται ότι η χώρα του δεν πρόκει­ται να εγκαταλείψει ποτέ το δολάριο. Να σας θυμίσουμε ότι η Αργεντινή είχε κλειδώσει το δικό της νόμισμα με το δολάριο για τους ίδιους περίπου λόγους που και η Ελλάδα βρίσκεται υπό καθεστώς ευρώ.
Πριν εφαρμοστεί η πρώτη φάση της συμφω­νίας PSI, ο μέγας και πολύς Καβάγιο ανακοι­νώνει ένα πρωτοφανές πρόγραμμα λιτότητας, φοροεπιδρομής και περικοπών σαν αυτό που ανακοίνωσε ο δικός μας Μπενίτο. Ο Αργεντίνος ομόλογος του κ. Βενιζέλου το ονόμασε πρόγραμμα «μηδενικού πρωτογενούς ελλείμ­ματος» και υποσχέθηκε ότι μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου τα δημοσιονομικά της Αργεντινής θα εμφάνιζαν πρωτογενή πλεονάσματα. Σας θυμίζει τίποτε αυτό;
Συνεχίζουμε: «Λιτότητα ή κατάρρευση» ήταν το δίλημμα που έθεσε στον λαό της Αργεντινής ο Καβάγιο, και το «Economist» (19.7.01) της εποχής το είχε αναδείξει σε κεντρικό του τίτλο. Λίγο νωρίτερα είχε προχωρήσει η πρώ­τη φάση της ανταλλαγής ομολόγων PSI με από­λυτη επιτυχία. Ο Καβάγιο δήλωνε περιχαρής: «Νικήσαμε όλους εκείνους που στοιχημάτιζαν εναντίον της Αργεντινής. Λύσαμε τις πιο επεί­γουσες ανάγκες μας και τώρα προχωρούμε μπροστά για το πιο σημαντικό: ανάπτυξη στην οικονομία της Αργεντινής». («The New York Times», 5.6.01).
Υποτίθεται ότι με την ανταλλαγή και την επι­μήκυνση της διάρκειας του χρέους που είχε πετύχει η κυβέρνηση της Αργεντινής, είχαν λυ­θεί οι πιο πιεστικές ανάγκες πληρωμής τοκοχρεολυσίων και έτσι θα μπορούσε με τα πλεο­νάσματα που θα εξασφάλιζε η αιματηρή λιτό­τητα να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη.
«Κούρεμα» 20%!
Μάλιστα, επίσημα η κυβέρνηση της Αργε­ντινής τότε έλεγε ότι είχε πετύχει ένα «κούρε­μα» του χρέους της τάξης του 20%. Η αλήθεια ήταν ότι λόγω των κρυφών τότε εγγυήσεων που είχε συμφωνήσει να πληρώσει στους τρα­πεζίτες το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους
είχε αυξηθεί κατά 28%. Μέσα σε δυο μήνες η ανέχεια σάρωσε κυριολεκτικά την αργεντίνικη κοινωνία και η ύφεση χτύπησε κόκκινο. Οι αγορές και το ΔΝΤ άρχισαν να πιέζουν για πε­ρισσότερα μέτρα, πιο αυστηρές περικοπές και πιο δραστική λιτότητα. Ο Καβάγιο σε μια κρί­ση πανικού έλεγε τον Ιούλιο του 2001: «Αν θέ­λουν [οι αγορές] μπορούν να προκαλέσουν την πτώχευση [της Αργεντινής]. Όμως η Αργεντινή δεν θα αποτελέσει την αιτία της πτώχευσης, οπωσδήποτε όχι. Η Αργεντινή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, θα πληρώσει τους τόκους στο χρέος της».

Θα παραμείνουμε αμέτοχοι θεατές;
Σας θυμίζουν τίποτε αυτά τα λόγια; Να τι εί­πε ο κ. Βενιζέλος στην πρόσφατη συνέντευξη Τύπου: «Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος καθυστε­ρήσεων, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος αντιφά­σεων, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος εμπλοκών, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος κατά λάθος να οδηγηθούμε σε δραματικές εξελίξεις… Εμείς πρέπει να θωρακιστούμε απέναντι σε όλα αυ­τά. Και ο θώρακας είναι ένας και μόνο: Να εκ­πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας».
Έλεγε τίποτε διαφορετικό ο Καβάγιο της Αργεντινής του 2001; Αντίθετα, διαβεβαίω­νε, όπως κι ο κ. Βενιζέλος, ότι η «Αργεντινή θα επιστρέψει στην ανάπτυξη και, όταν αυτό γίνει, θα είναι πολύ έντονη». Και για να γίνει, εφάρμοζε την ίδια ακριβώς συνταγή: αδίστα­κτη λιτότητα, δραστικές περικοπές και γενι­κευμένη εκποίηση των πάντων μέσα από ιδι­ωτικοποιήσεις και γενικό ξεπούλημα.
Ύστερα από οχτώ μήνες ως υπουργός οικο­νομικών της Αργεντινής, ο Καβάγιο το μόνο που είχε μάθει να λέει ήταν ότι «εμείς πρέπει να τηρούμε τις υποχρεώσεις μας» και να πετσοκόβει νοικοκυριά και οικονομία σε τέτοιο βαθμό που έφτασε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2001 να απαγορεύει τις αναλήψεις από τις τράπεζες για πάνω από 1.000 δολάρια τον μήνα και να εισάγει την πολιτική της δολαριοποίησης, δηλαδή την αντικατάσταση του εγ­χώριου νομίσματος από το ίδιο το δολάριο.

Εκφοβισμοί με το νόμισμα!
Στις 5 Δεκεμβρίου 2001 ο Καβάγιο δήλωνε ότι «αν η Αργεντινή το αποφασίσει, θα υπάρ­ξει στην πράξη 100% χρήση του δολαρίου». Ήταν κι αυτή μια ακόμη κίνηση να εξευμενι­στούν οι αγορές, που έβλεπαν την ύφεση να βαθαίνει και είχαν ήδη αρχίσει να ξεφορτώ­νονται μαζικά τα κρατικά ομόλογα της χώρας. «Όταν θα υπερβούμε τη χρηματιστική κρίση, η αντίληψη των αγορών ότι δεν μπορούμε να συμμορφωθούμε με τις υποχρεώσεις μας και ότι θα οδηγηθούμε σε πτώχευση και υποτί­μηση, θα διαλυθεί. Και τότε θα είστε σε θέση να δείτε την οικονομική επανενεργοποίηση» (Agence France -Presse, 6.12.01). Αυτή ήταν
η τελευταία επίσημη δήλωση του Καβάγιο πριν από την ολοκληρωτική κατάρρευση της Αργεντινής προς τα τέλη Δεκεμβρίου 2001. Μήπως σας θυμίζει τίποτε; Μήπως εντελώς τυχαία σας θυμίζει τις δηλώσεις των δικών μας υπουργών με πρώτον τη τάξη τον κ. Βε­νιζέλο;
Η Αργεντινή, την οποία αρέσκεται να επικα­λείται ο δικός μας Μπενίτο, κατέρρευσε γιατί οι υπουργοί και οι κυβερνήσεις της ήξεραν μό­νο να «τηρούν τις υποχρεώσεις τους» απένα­ντι στις αγορές. Ούτε που διανοήθηκαν ποτέ να «τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους» απένα­ντι στον λαό που τους εκλέγει, αφελώς ποιών. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι ο κ. Βενιζέλος ξέρει τι λέει, ακόμη κι όταν αναφέρεται στην Αργεντι­νή, τότε πόσο καιρό του δίνετε μέχρι να επιφέ­ρει την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, όπως ακριβώς και ο ομόλογός του στην Αργε­ντινή Καβάγιο το 2001; Είναι μάλλον σίγουρο ότι η θητεία του κ. Βενιζέλου και της κυβέρνησής του δεν θα είναι μακροβιότερη του κ. Καβάγιο, ούτε και η κατάληξή τους καλύτερη.
  • Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη δική μας κατάσταση και σ’ αυτήν της Αργεντινής είναι το γεγονός ότι δίνεται μια τεράστια ευκαιρία στον ελληνικό λαό. Ίσως η τελευταία πριν επέλθει η πλήρης κατάρρευση, που έτσι κι αλλιώς προγραμματίζεται από τις αγορές και το πολιτικό προσωπικό της ευρωζώνης. Μή­πως ο ελληνικός λαός θα πρέπει να μάθει να κάνει στάση πληρωμών προς το κράτος, την κυβέρνηση και τις αγορές, πριν υποστεί ο ίδι­ος παύση πληρωμών προς όφελος των δανει­στών, των τραπεζών και των αγορών; Μήπως έτσι πάρει τις τύχες στα χέρια του, πριν τις παραδώσει ολοκληρωτικά στις δυνάμεις που του έχουν επιβάλει καθεστώς κατοχής και δουλοπαροικίας;
Μήπως έτσι αρχίσει επιτέλους αυτός να εκ­βιάζει ώστε να σταματήσουν πια να τον εκβι­άζουν με το πιστόλι στον κρόταφο; Είναι μια ιδέα. Άλλωστε τι έχει να χάσει ο λαός; Το πα­ράδειγμα της Αργεντινής, που προσφάτως τόσο αγαπά να επικαλείται ο δικός μας Μπενίτο, δείχνει ξεκάθαρα πού πάει το πράγμα.

Σχόλια