Να φύγουν όλοι, να μη μείνει ούτε ένας!


Να φύγουν όλοι!
Του Σταθη Kαλυβα*
Que se vayan todos, que no quede ni uno solo: Να φύγουν όλοι, να μη μείνει ούτε ένας! Το σύνθημα αναφερόταν στους πολιτικούς και δόνησε την Αργεντινή στις 20 Δεκεμβρίου 2001, οδηγώντας σε παραίτηση τον πρόεδρο Fernando De la Rua, ο οποίος αναγκάστηκε να διαφύγει από το πολιορκημένο προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο.
Ισως το μέλλον μας να είναι το παρελθόν της Αργεντινής. Αλλωστε, ο συνδυασμός της διάχυτης αριστερίστικης κουλτούρας του πεζοδρομίου και της ανεπαρκούς ή άστοχης αστυνόμευσης τροφοδότησε θλιβερά επαναλαμβανόμενες ταραχές σε περιόδους ευημερίας. Φαίνεται μάλλον δύσκολο, επομένως, να τις αποφύγουμε σε εποχές βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Τι θα συνέβαινε, όμως, την επομένη μιας υποθετικής κοινωνικής έκρηξης; Και τι θα είχε να μας πει το παράδειγμα της Αργεντινής;
Οπως είναι γνωστό, η Αργεντινή βρέθηκε στη δίνη μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, που στη βάση της είχε ένα υπέρογκο χρέος, έχοντας προσδέσει το νόμισμά της στο δολάριο. Η κρίση αυτή οδήγησε στην κατάρρευση του τραπεζικού της συστήματος και το πάγωμα των καταθέσεων, πράγμα που έπληξε κυρίως την μεσαία τάξη η οποία είδε να χάνονται οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν ήταν μαζικές, είχαν σύμβολο την κατσαρόλα και οδήγησαν την κυβέρνηση στην ανακήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Το αποτέλεσμα υπήρξε ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Οι ταραχές κατέληξαν σε μαζικές λεηλασίες με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, εξαναγκάζοντας τον De la Rua σε παραίτηση. Ακολούθησε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση που κατέληξε στην απόφαση αποσύνδεσης του πέσο από το δολάριο, τον Ιανουάριο του 2002. Η υποτίμηση προκάλεσε το κουρέλιασμα των αποταμιεύσεων και έβαλε την χώρα σε μια μεγάλη οικονομική ύφεση. Σιγά σιγά, όμως, η υποτίμηση αυτή (και όχι η στάση πληρωμών) συνέβαλε στην οικονομική σταθεροποίηση, ενώ η χώρα εκμεταλλεύθηκε τον μεγάλο εξαγώγιμο φυσικό της πλούτο και τη θετική διεθνή οικονομική συγκυρία. Τα θεμελιώδη προβλήματα της χώρας μπορεί να μην αντιμετωπίστηκαν όσο αποτελεσματικά θα έπρεπε (γι’ αυτό και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη σημερινή συγκυρία), αλλά η οικονομία κατάφερε να ορθοποδήσει μέσω των εξαγωγών και να περάσει σε φάση μεγέθυνσης.
Η πολιτική κρίση υπήρξε παρατεταμένη και η χώρα άλλαξε τέσσερις προέδρους ώς τις εκλογές του 2003. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι πως η ολοκληρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής τάξης δεν είχε τις πολιτικές συνέπειες που θα περίμενε κανείς. Οι δημοσκοπήσεις της εποχής έδειχναν πως το σύνθημα «να φύγουν όλοι» εξέφραζε το 70% του πληθυσμού. Τελικά όμως ο κόσμος αυτός ψήφισε τους ίδιους πολιτικούς στις εκλογές του 2003, αναβαπτίζοντάς τους μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Η μεσαία τάξη εγκατέλειψε τους δρόμους με την ίδια ταχύτητα με την οποία είχε βγει σ’ αυτούς, και οι διαδηλώσεις εκφυλίστηκαν.
Θα περίμενε ίσως κανείς πως μια τόσο οξεία πολιτική κρίση σε μια χώρα με το πολιτικό παρελθόν της Αργεντινής θα ευνοούσε στρατιωτικού τύπου λύσεις, αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ούτε και η Αριστερά μπόρεσε να εξαργυρώσει πολιτικά την κρίση παρά το γεγονός πως πρωταγωνίστησε στις ταραχές. Μάλιστα, η προσπάθεια δημιουργίας μιας επαναστατικής δυναμικής στη βάση κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Με άλλα λόγια, το πολιτικό σύστημα κατάφερε να περάσει αλώβητο, αν και τραυματισμένο, μέσα από μια πρωτοφανή κρίση – και αυτό σε μια χώρα με σχετικά περιορισμένη δημοκρατική παράδοση.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως οι ταραχές δεν είχαν συνέπειες. Οι Ριζοσπάστες, το κόμμα που κυβερνούσε τον Δεκέμβριο του 2001, βρέθηκαν σε μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση, ενώ οι Περονιστές επανήλθαν στην εξουσία. Η κρίση συνέβαλε ώς ένα βαθμό και στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού στο εσωτερικό των δύο αυτών μεγάλων κομμάτων. Σύμφωνα επίσης με τη διεισδυτική ανάλυση του Isidoro Cheresky, η κρίση μετέβαλε τη λογική της πολιτικής αντιπροσώπευσης, συμβάλλοντας στην εξασθένηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτοτήτων και στη μετάβαση σε ένα πιο προσωποκεντρικό τύπο πολιτικής ηγεσίας. Πάνω απ’ όλα, εκείνο που ξαφνιάζει είναι η ανθεκτικότητα του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής τάξης σε πείσμα της βαθύτατης απονομιμοποίησής τους, καθώς και η απομόνωση και η ήττα των πολιτικών άκρων σε πείσμα της βαθύτατης κρίσης.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη χώρα μας; Το παράδειγμα της Αργεντινής μας θυμίζει πως ο πολιτικός αντίκτυπος μιας κοινωνικής έκρηξης εξαρτάται κυρίως από τη σύνθεσή της: απαιτεί τη συμμετοχή κοινωνικών στρωμάτων πέρα από τους «συνήθεις υπόπτους». Δίχως τη μαζική συμμετοχή της μεσαίας τάξης, οι ταραχές έχουν περιορισμένες πολιτικές επιπτώσεις. Για να γίνει κάτι τέτοιο, όμως, απαιτείται ένα ισχυρότατο σοκ, όπως ήταν το πάγωμα των τραπεζικών καταθέσεων στην Αργεντινή. Στην ελληνική περίπτωση, κάτι αντίστοιχο θα ήταν μια έντονη κρίση ρευστότητας ή οι άμεσες οικονομικές συνέπειες της εξόδου από το ευρώ. Αλλά και στην ακραία αυτή περίπτωση, η πολιτική αστάθεια δύσκολα θα επηρέαζε τη δημοκρατική νομιμότητα. Οπως και στην Αργεντινή, έτσι και στην Ελλάδα, το πολιτικό σύστημα διαθέτει μεγάλη ανθεκτικότητα.
Από την άλλη, οι μαζικές ταραχές θα επηρέαζαν οπωσδήποτε αρνητικά το μέτωπο των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θα έσπρωχναν τη χώρα ακόμα πιο βαθιά στην οικονομική ύφεση χωρίς να την οδηγήσουν απαραίτητα στον δρόμο της εξόδου από την κρίση. Σε σχέση με την Αργεντινή, η στρατηγική της υποτίμησης θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος για την Ελλάδα, γι’ αυτό και δεν αποτελεί το πιθανότερο σενάριο: το σοκ της εξόδου από τη Ευρωζώνη ξεπερνάει αυτό της αποκοπής του πέσο από το δολάριο. Ούτε, βέβαια, διαθέτουμε τον εξαγώγιμο πλούτο της Αργεντινής.
Η περίπτωση της Αργεντινής υπενθυμίζει, ανάμεσα στα άλλα, την ανθεκτικότητα της πολιτικής τάξης. Ακόμα κι αν ξεσπάσουν μαζικές κοινωνικές εκρήξεις, είναι αμφίβολο αν θα δούμε ριζικές πολιτικές αλλαγές. Το να διατηρείται στην κορυφή η ίδια πολιτική τάξη που την οδήγησε στη χρεοκοπία είναι βέβαια ηθικά δυσάρεστο και πολιτικά προβληματικό. Ομως, οι εναλλακτικές που προκύπτουν από την πλήρη απαξίωσή της είναι ακόμη χειρότερες. Επιπλέον, οι κρίσεις έχουν ένα καλό: μπορούν να ταρακουνήσουν τους πάντες, πολιτικούς και κοινωνίες, αναγκάζοντάς τους να αλλάξουν. Καμιά φορά, το ζόρι μπορεί να αποδειχθεί καλός σύμβουλος.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/04/2010_398030 
============

Πώς πολιτικοί από όλα τα κόμματα προικοδότησαν κόρες και συζύγους με προνομιούχες θέσεις στη Βουλή και στο Δημόσιο

Το «βόλεμα» των κορασίδων


Κάποτε οι βουλευτές συνήθιζαν να κληροδοτούν τη βουλευτική τους έδρα στους γιους, στις θυγατέρες και στα ανίψια τους. Οι εποχές αυτές πέρασαν. Οι πολίτες δείχνουν μια απέχθεια για τα πολιτικά τζάκια, αλλά οι βουλευτές δεν εγκατέλειψαν τους συγγενείς τους. Τώρα φροντίζουν να τις διορίζουν στη Βουλή ή μέσω Βουλής στο Δημόσιο. Η πρόσφατη αποκάλυψη του διορισμού της θυγατέρας του κ. Θ. Πάγκαλου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μέσω Βουλής έφερε εκ νέου στο προσκήνιο τους πάμπολλους διορισμούς που έγιναν, κυρίως από «γαλάζιους» πολιτικούς, μέσω της ιδιότητας του «συνεργάτη» που απένειμαν σε συγγενικά τους πρόσωπα.

Πρώτος διδάξας της τακτοποίησης των βουλευτικών... κορασίδων ήταν ο πρώην υπουργός Προεδρίας, αρμόδιος για τη δημόσια διοίκηση, κ. Ι. Ποττάκης. Τη διόρισε σε θέση υπαλλήλου του υπουργείου Οικονομικών, κατ΄ εφαρμογήν νομοθετικής ρύθμισης που είχε ψηφιστεί επί υπουργίας του κ. Μ. Εβερτ και έδινε το «προνόμιο» στους μετακλητούς συνεργάτες των βουλευτών να επιλέξουν θέση στο Δημόσιο, όπως και έκαναν δεκάδες, αν όχι και εκατοντάδες πρόσωπα που το προηγούμενο διάστημα είχαν υπηρετήσει σε βουλευτικά γραφεία.

Ο «νόμος Πεπονή» με τον οποίο καθιερώθηκε το 1994 το ΑΣΕΠ έκλεισε αυτά τα «παράθυρα», πλην όμως προσωρινά. Ετσι το 2001 οι αλλαγές στον θεσμό του συνεργάτη που επιχειρήθηκαν επί των ημερών της προεδρίας του Κοινοβουλίου από τον κ. Απ. Κακλαμάνη συνοδεύτηκαν, υπό ασφυκτική διακομματική πίεση, με την- εκ νέου- παραχώρηση δικαιώματος για προνομιακό διορισμό στο Δημόσιο.

Για να αποτραπεί το φαινόμενο, ορίστηκε ότι εφεξής οι επιστημονικοί συνεργάτες που θα πληρώνονταν από τη Βουλή θα ήταν πρόσωπα με πανεπιστημιακό τίτλο και γνώση ξένης γλώσσας. Οι εκατοντάδες ωστόσο καταργούμενοι γραμματείς, με τη λογική ότι δεν έπρεπε να «μείνουν ξεκρέμαστοι», «βολεύτηκαν» στο Δημόσιο. Τη ρύθμιση αυτή, πλην της θυγατέρας του κ. Πάγκαλου, αξιοποίησαν και πολλοί άλλοι συγγενείς πολιτικών. Οπως η συμβία του βουλευτή Αχαΐας της ΝΔ κ. Ν. Νικολόπουλου η οποία τοποθετήθηκε σε υπηρεσία του υπουργείου Οικονομικών στην Πάτρα αλλά και η σύζυγος του «γαλάζιου» υφυπουργού Οικονομικών κ. Αντ. Μπέζα η οποία έγινε υπάλληλος στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και κατόπιν, όταν ο σύζυγός της έχασε μαζί με την υπουργική καρέκλα και την ιδιότητα του βουλευτή, μετετάγη στον Οργανισμό Λιμένος Ηγουμενίτσας, που εδρεύει στον τόπο καταγωγής και διαμονής της. Με ανάλογες διαδικασίες τακτοποιήθηκαν σε υπηρεσίες της Βουλής θυγατέρες κοινοβουλευτικών αξιωματούχων, όπως του μετέπειτα Προέδρου της Βουλής κ. Δ. Σιούφα, των διατελεσάντων σε θέσεις αντιπροέδρων της Βουλής κκ. Δ. Φράγκου, Ι. Τραγάκη και Ντ. Βρεττού, καθώς και βουλευτών, όπως του Χρήστου Βυζοβίτη, του οποίου τόσο η θυγατέρα όσο και ο γιος υπηρετούν στη Βουλή. Χρήση αυτών των διαδικασιών έκαναν πολλές εκατοντάδες μετακλητών από όλα τα κόμματα (μικρά και μεγάλα).

Η δέσμευση εξάλλου που ανελήφθη τότε διακομματικώς, ότι εκείνη ήταν «η τελευταία φορά που γίνεται τέτοιο “βόλεμα”», όχι μόνο δεν τηρήθηκε, αλλά, αντιθέτως, το 2008, επί της προεδρίας του κ. Σιούφα, υιοθετήθηκε η πιο προκλητικά ρουσφετολογική διαδικασία για το «βόλεμα» συγγενών και φίλων πολιτικών. Μέσω αυτής της διαδικασίας το Κοινοβούλιο «φορτώθηκε» με 250 επιπλέον υπαλλήλους, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων ήταν φίλοι και συγγενείς αξιωματούχων από σχεδόν όλα- πλην ΚΚΕ- τα κόμματα. Ανάμεσά τους ο γιος του εκλεγέντος με τον ΣΥΡΙΖΑ πρώην αντιπροέδρου της Βουλής κ. Αθ. Λεβέντη, καθώς και η ανιψιά της «γαλάζιας» ομολόγου του κυρίας Ελσας Παπαδημητρίου. Χρήση επίσης του «προνομίου» έγινε ακόμη και από πρόσωπα που κάλυπταν «πολιτικές» θέσεις, όπως στενοί συνεργάτες του κ. Σιούφα, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον τέως γενικό γραμματέα της Βουλής κ. Ν.Στεφάνου που έγινε... συνάδελφος των παλαιών υφισταμένων του. Ηταν μάλιστα τόσο μεγάλη η υπερφόρτωση προσωπικού στο Κοινοβούλιο που με τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής που προωθεί για ψήφιση την προσεχή εβδομάδα ο κ. Φ. Πετσάλνικος θα προβλεφθεί η δυνατότητα μετατάξεων σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου.

Σχόλια