Πτωματοφάγα ζώα


Κάθε πόλεμος...
... έχει τα θύματά του. Κι όσο είναι αυτός πιο φονικός τόσο πιο πολύ οι ηττημένοι δυσκολεύονται να μαζέψουν τους νεκρούς τους. Το πεδίο της μάχης μοιάζει με ένα απέραντο πλουσιοπάροχο τραπέζι για τις ύαινες που δεν αργούν να ξεπροβάλουν.

Τα θύματα...
... της οικονομικής κρίσης πληθαίνουν στην Αμερική. Και οι ύαινες μυρίστηκαν αίμα. Οι τράπεζες που ήταν οι πρωταίτιες της κρίσης βρήκαν έναν ακόμη τρόπο για να αποσπάσουν μερικά δολάρια παραπάνω από εκείνους που δεν τα έχουν: τους ανέργους. Η δημοσιογράφος Μπάρμπαρα Κέπελ εξηγεί πώς. Εδώ και δύο χρόνια, όσο πληθαίνουν οι άνεργοι τόσο οι αμερικανικές πολιτείες δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα με τις καταβολές των επιδομάτων ανεργίας. Έτσι, οι τράπεζες τούς έκαναν μια ελκυστική πρόταση: «Εσείς θα μας στέλνετε τα χρήματα του ταμείου ανεργίας κι εμείς θα εκδίδουμε χρεωστικές κάρτες με τις οποίες οι απολυμένοι θα μπορούν να εισπράττουν τα επιδόματά τους». Οι πολιτείες εξοικονόμησαν έτσι το κόστος της εκτύπωσης και της ταχυδρόμησης των επιταγών. Μα αν αυτή η συμφωνία ήταν καλή για τις πολιτείες, ήταν ακόμη καλύτερη για τις τράπεζες: το πρακτορείο Ασοσιέιτεντ Πρες υπολογίζει πως η Κεντρική Τράπεζα του Μιζούρι θα κερδίσει 6,3 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το τέλος του έτους μόνο από αυτή τη δουλειά. Οι τραπεζίτες κερδίζουν από την εκμετάλλευση των κεφαλαίων του ταμείου ανεργίας, αλλά και από τις προμήθειες επί των αγορών που κάνουν οι άνεργοι με τις χρεωστικές κάρτες (2%-3% ανά συναλλαγή). Οι ύαινες μπορούν να ζήσουν ακόμη και από τις σάρκες των πεθαμένων.

Σαν τραγικός...
... χρονικογράφος αυτού του άνισου πολέμου, ο Δημοκρατικός βουλευτής Ντένις Κιούσινιτς δήλωσε τις προάλλες:
«Ο ταξικός πόλεμος έληξε. Χάσαμε. Αυτή την αναγγελία έχω να κάνω σήμερα. Οι εργαζόμενοι έχασαν. Η μεσαία τάξη έχασε». Η συγκλονιστική δήλωση του Κιούσινιτς, που είναι πρόεδρος της επιτροπής εσωτερικής πολιτικής του Κογκρέσου, έγινε καθώς ανακοινωνόταν ότι η ανεργία στις ΗΠΑ είχε φτάσει στο 10%, σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά την οικονομική κατάρρευση του 2008 που συνέτριψε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. «Ελάτε στην πατρίδα μου το Κλίβελαντ. Και θα σας δείξω εκεί τι πάει να πει ταξικός πόλεμος. Θα σας δείξω ερειπωμένες γειτονιές. Θα σας δείξω επιχειρήσεις που έκλεισαν επειδή στέρεψαν τα κεφάλαια». Ο Κιούσινιτς, μία από τις ελάχιστες προοδευτικές εξαιρέσεις του Κογκρέσου, που οι Δημοκρατικοί δεν τον προτίμησαν όταν διεκδίκησε δύο φορές το χρίσμα τους για την προεδρία της χώρας, έριξε στο κυβερνητικό σχέδιο για τη διάσωση των τραπεζών την ευθύνη για την όξυνση των ανισοτήτων στις ΗΠΑ. «Μπορείτε να λέτε πως σταθεροποίησε την αμερικανική οικονομία», είπε. «Αυτό που βλέπω εγώ, είναι πως σταθεροποίησε τη Γουόλ Στριτ, τις αγορές και τις τράπεζες».

Η ανεργία...
... δεν είναι τα απόνερα της κρίσης. Είναι το τίμημα που πληρώνουν οι εργαζόμενοι για να ξαναπάρει μπροστά η πολεμική μηχανή της εκμετάλλευσης. 

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4552276&ct=2
===========
Oι «Oίκοι»
Εξίσου καυστικός είναι ο Γάλλος οικονομολόγος απέναντι στους περιλάλητους «οίκους αξιολόγησης», οι οποίοι υποτίθεται ότι μας κρατούν σε πολιτική ομηρία, καθώς οι εκθέσεις τους επηρεάζουν καταλυτικά το κόστος δανεισμού κάθε χώρας. Ο Φιτουσί υπενθυμίζει ότι οι ίδιοι οίκοι που έδιναν άριστα το καλοκαίρι του 2008 στα τοξικά απόβλητα της Λίμαν Μπράδερς και των άλλων μεγαθηρίων της Γουόλ Στριτ που κατέρρευσαν, σήμερα ρίχνουν κάτω από τη βάση ολόκληρες εθνικές οικονομίες της Ευρωζώνης. «Η ανικανότητά τους βρίσκεται σήμερα στην υπηρεσία των αγορών ομολόγων. Χθες, συνέβαλαν στην κρίση υποεκτιμώντας τους εγγενείς κινδύνους των χρεωμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων, σήμερα κινδυνεύουν να την βαθύνουν υπερεκτιμώντας τον κίνδυνο από το χρέος του δημοσίου». Ολα αυτά δεν σημαίνουν, βεβαίως, ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα των ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών είναι ανύπαρκτο ή ασήμαντο. Διαμηνύουν, ωστόσο, ότι η αντιμετώπισή του δεν είναι μονόδρομος, όπως επιμένει μια διαδεδομένη, αλλά πολύ επικίνδυνη φιλοσοφία, η οποία καταλήγει να αρνείται, επί της ουσίας, την πολιτική, την ίδια τη δημοκρατία, στο όνομα μιας υποτιθέμενης «οικονομικής αναγκαιότητας». Αν η ευφορία της δεκαετίας του 1990 βρήκε τη συνόψισή της στον αφορισμό του Τζορτζ Στεφανόπουλος «it’s the economy, stupid» (είναι η οικονομία που αποφασίζει, ανόητε), η μεγάλη κρίση στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας μάς άφησε μια πολύ διαφορετική κληρονομιά: «It’s politics, stupid»!
«Πού πήγαν τα λεφτά» ρωτούν οι φορολογούμενοι
Αλήθεια, πού πήγαν αυτά τα τεράστια κονδύλια που ξόδεψε το κράτος από τους φόρους μας, εξαιτίας των οποίων βρεθήκαμε ξαφνικά χρεωμένοι μέχρι τον λαιμό; Στο απλό αυτό ερώτημα, που ελάχιστους απασχολεί, τα στοιχεία που δίνει ο αρθογράφος της Le Monde μιλούν από μόνα τους: «Σύμφωνα με το ΔNT, οι χώρες του G20 αφιέρωσαν κατά μέσον όρο το 17,6% του ΑΕΠ στην άμεση ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος και μόνο, πάντα κατά μέσον όρο, το 0,5% του ΑΕΠ το 2008, το 1,5% το 2009 και το 1% το 2010 σε επιδοτήσεις μέσω κρατικού προϋπολογισμού». Οσο για την Ευρωζώνη, «οι κρατικές δαπάνες για την αναθέρμανση της οικονομίας έφτασαν, στο σύνολο της τριετίας, μόλις το 1,6% του αθροιστικού ΑΕΠ, ενώ στις ΗΠΑ ανέβηκαν στο 5,6%».
Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: Οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν δύο φορές για λογαριασμό των τραπεζών, την πρώτη φορά επειδή «πρέπει» να διασωθούν με χρήματα των φορολογουμένων και τη δεύτερη για να καλύψουν τις μαύρες τρύπες του προϋπολογισμού, που έτσι δημιουργήθηκαν. Στο ενδιάμεσο διάστημα, ήταν οι ίδιες τράπεζες που λήστευαν τα εθνικά κράτη, αφού δανείζονταν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με 1,5% και δάνειζαν τα κράτη με 5,5% ή 6%. Το απλό ερώτημα, γιατί, αφού «πρέπει» να τους δώσουμε τόσα λεφτά, δεν τις εθνικοποιούμε τουλάχιστον ούτε καν τις υποχρεώνουμε να αλλάξουν τους όρους λειτουργίας τους (δάνεια, επιτόκια, φορολόγηση κερδών κ.ά.), περιμένει ακόμη την απάντησή του.

το πλήρε άρθρο εδώ----->

Σχόλια