Ενας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής έρχεται…

Tου Xαριδημου K. Tσουκα*

Ο λόγος και η πρακτική που υιοθετεί κάποιος ως αρχηγός της αντιπολίτευσης προοιωνίζονται συνήθως τον τρόπο που θα κυβερνήσει. Οπως δεν χρειάζονταν μαντικές ικανότητες να προβλέψει κανείς, πριν από έξι και πλέον χρόνια, ότι ο Καραμανλής Β΄ δεν θα έφερνε τον μεταρρυθμιστικό άνεμο ως πρωθυπουργός (αν και ο πάταγος της αποτυχίας του ήταν απρόβλεπτος), έτσι και σήμερα μπορεί βάσιμα κανείς να διαβλέψει ότι η κατρακύλα της χώρας δεν θα ανακοπεί ουσιωδώς αν τον διαδεχθεί στην πρωθυπουργία ο Παπανδρέου Γ΄.

Και οι δύο έχουν αξιοπρόσεκτα κοινά σημεία. Πρόκειται για πολιτικές μετριότητες, δίχως επεξεργασμένη άποψη για τη χώρα και, κυρίως, χωρίς πολιτικό θάρρος. Εκτοξεύθηκαν σε ηγετικά αξιώματα εξαιτίας του επωνύμου τους, όχι των ικανοτήτων τους ή κάποιου συμβολισμού που ενσάρκωνε η ηγεσία τους. Επαγγελματίες πολιτικοί, μεγάλωσαν σε προνομιούχες πολιτικές οικογένειες έχοντας διαμορφώσει ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα κόμματά τους και τους δημόσιους θεσμούς. Δεν έχουν βιωματική αίσθηση των προβλημάτων, δεν παθιάζονται με τον τόπο.

Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται τις βαθιές δομές που καθηλώνουν τη χώρα, τον συστημικό χαρακτήρα των προβλημάτων, την ιστορικότητά τους, αλλά τα ερμηνεύουν απλοϊκά ως αποτέλεσμα κακών κυβερνητικών επιλογών μόνο. Δεν βλέπουν ότι οι εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές συνήθως ερείδονται σε ένα υπόστρωμα ιστορικών νεοελληνικών εθισμών – αναξιοκρατίας, κομματισμού, πόλωσης, έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ανοχής της παρανομίας, φατριασμού, αρχηγισμού, κρατικού πατερναλισμού, τοπικισμού και θυματοποιητικού λαϊκισμού.

Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ξέρουμε πλέον ότι η νοοτροπία «φύγε εσύ, να ’ρθω εγώ κι όλα θα αλλάξουν» είναι φενάκη. Η διαφθορά δεν καταπολεμήθηκε επειδή έφυγε το ΠΑΣΟΚ και ήρθε η Ν. Δ. το 2004, γιατί η διαφθορά δεν είναι θέμα χρώματος των κυβερνώντων, αλλά βαθειών διοικητικών δομών και νοοτροπιών. Η ελλαδική επαρχία δεν θα αγκαλιάσει ξαφνικά τις ανεμογεννήτριες το 2009 επειδή αυτές θα προταθούν από τον μειλίχιο πρωθυπουργό Παπανδρέου, γιατί οι αντιδράσεις δεν έχουν να κάνουν τόσο με το ύφος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, όσο με τη βαθιά ριζωμένη νοοτροπία καχυποψίας και προστασίας τοπικών μικροσυμφερόντων. Πώς αλλάζουν αυτές οι νοοτροπίες; Κανείς δεν δείχνει να προβληματίζεται.

Συγκρίνετε την προεκλογική συνέντευξη Καραμανλή στις 29/2/2004 με την προεκλογική συνέντευξη Παπανδρέου στις 20/9/2009 (και οι δύο στην «Καθημερινή») και θα δείτε εντυπωσιακές ομοιότητες: ένας στρογγυλεμένος, προγραμματικά κενός, αλλά επικοινωνιακά «αισιόδοξος» λόγος· πληκτική φλυαρία για «διάλογο» · η αναπόφευκτη αναφορά στην «πολιτική βούληση» για ένα «άλλο κράτος» και μια «νέα αρχή». Λόγια του αέρα! Αυτό που απουσιάζει και από τους δύο ηγέτες είναι ακριβώς η ισχυρή βούληση – τα κότσια να εφαρμόσουν δύσκολες αλλά απαραίτητες αλλαγές, με πολιτικό κόστος. Η καραμανλική επανίδρυση του κράτους κατέληξε σε φάρσα, ενώ η παπανδρεϊκή βούληση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 εξανεμίστηκε τη στιγμή που συγκρούστηκε με το παγόβουνο του κρατικιστικού ΠΑΣΟΚ.

Η τρίτη γενιά των Παπανδρέου ετοιμάζεται να κυβερνήσει. Η τέταρτη υποθέτω ότι ήδη προπονείται. Δεδομένου ότι ο Παπανδρέου Γ΄ δεν είναι νέος στην εκτελεστική εξουσία, μπορούμε να εικάσουμε πώς θα πολιτευθεί: με πληθώρα εξωυπηρεσιακών συμβούλων, παρακάμπτοντας τους δημόσιους λειτουργούς (όπως στο υπουργείο Εξωτερικών) · με το βαθύ ΠΑΣΟΚ συσπειρωμένο γύρω του, πνίγοντας τις όποιες εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες μεταρρυθμιστών υπουργών του· δίχως αυτοφυές πολιτικό ένστικτο, χωρίς κινητοποιό αρχή και αρθρωμένη στρατηγική, με περιορισμένα προσωπικά βιώματα της χώρας που κυβερνάει· χωρίς πάθος, αλλά με αναβλητικότητα και ισορροπισμούς. Οι ραφές που συγκρατούν το ΠΑΣΟΚ θα φανούν στην πρώτη μεγάλη κρίση που θα διαχειριστεί.

Αν ο κ. Παπανδρέου κατανοούσε βαθιά τον φαύλο κύκλο των προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα, θα διακινδύνευε μια απλή, αδάπανη και βαθιά συμβολική κίνηση: θα δεσμευόταν ότι, ένα μήνα μετά την εκλογή του, ο γενικός γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου και οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων δεν θα είναι πολιτικώς επιλεγμένα πρόσωπα, αλλά ανώτατα στελέχη της διοίκησης. Οποιος θέλει να κάνει ρήξεις, πρέπει πρώτα να διαρρήξει την παραδοσιακή σχέση του κυβερνώντος κόμματος με το κράτος, να δεθεί ο ίδιος στο κατάρτι της αξιοκρατίας και της ακομμάτιστης διοίκησης. Ετσι αρχίζει να λύνεται ο γόρδιος δεσμός του κομματισμού που πνίγει τη χώρα.

Φυσικά, δεν θα το κάνει. Ο κ. Παπανδρέου δεν έχει τη στόφα του ηγέτη των ρήξεων. Εχοντας μεγαλώσει στη σκιά του πατέρα του, δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να διαπράξει συμβολική πατροκτονία: να χειραφετηθεί από τον πατέρα - αφέντη, να βρει τη δική του φωνή, να εμμείνει σε έναν νεωτερικό πολιτικό λόγο αισθητά διαφορετικό από τον παλαιοπασοκικό. Τα καναδοαμερικανικά και σουηδικά βιώματά του δεν τα έχει μεταβολίσει σε ρεαλιστική στρατηγική ρήξεων με τις βαθιές ελλαδικές νοοτροπίες. Παραμένουν ευσεβείς πόθοι και συνθήματα.

Ενας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής πρωθυπουργός έρχεται. Η κατρακύλα θα συνεχιστεί, ο ρυθμός της ίσως διαφέρει…

* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@alba. edu. gr) είναι καθηγητής στο ALBA και στο Πανεπιστήμιο Warwick.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_27/09/2009_330987

Σχόλια