Οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν δύο είδη χρηματοπιστωτικών κρίσεων

Του George Friedman

Οι κλασσικοί οικονομολόγοι, όπως ο Ανταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο αναφέρονται στην επιστήμη της πολιτικής οικονομίας στο περίφημο βιβλίο του Σμιθ περί του Πλούτου των Εθνών. Ο συγγραφέας του κατείχε τη θέση του καθηγητή της φιλοσοφίας της ηθικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Το γεγονός δεν ήταν παράξενο εκείνη την εποχή και δεν θα θεωρείτο ούτε σήμερα. Η οικονομία δεν αποτελεί μεμονωμένη υπόθεση, ασχέτως εάν αντιμετωπίζεται έτσι στις μέρες μας. Είναι μία υπόθεση που μπορεί να γίνει κατανοητή όταν συνδεθεί με την πολιτική δεδομένου ότι ο πλούτος ενός έθνους στηρίζεται και στους δύο αυτούς πυλώνες. Επίσης οι οικονομικές έννοιες είναι καλύτερα κατανοητές όταν προσεγγίζονται από μία βάση ηθικής, η λειτουργία της οικονομίας στηρίζεται σε ορισμένες, βασικές προϋποθέσεις τόσο σχετικά με την ανθρώπινη φύση όσο και με το τι θεωρείται ορθή συμπεριφορά.

Η σύγχρονη άποψη, η οποία θέλει την οικονομία μία ανεξάρτητη επιστήμη και ξεχωριστή οντότητα δεν θα ήταν αποδεκτή από τον Ανταμ Σμιθ, ο οποίος είχε αντιληφθεί ότι χωρίς τον προσδιορισμό πολιτική, ο όρος οικονομία δεν αντικατόπτριζε την πραγματικότητα. Απαραίτητο είναι να θυμηθούμε τον Ανταμ Σμιθ στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε τα περί της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν δύο είδη χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Το πρώτο υπερέχει των δυνατοτήτων της κοινωνίας να αντιμετωπίσει την κρίση και έτσι καταλήγει σε κατάσταση βαθύτατης φτώχειας; και κακής λειτουργίας. Στη δεύτερη περίπτωση, η κοινωνία διαθέτει τα μέσα διαχείρισης της κρίσης παρότι το κόστος αντιμετώπισής της επιμερίζεται στο κοινωνικό σύνολο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχουν επίσης δύο τρόποι αντιμετώπισης της κρίσης. Μπορεί κανείς να αφήσει τις αγορές να αυτορυθμιστούν, κάτι, το οποίο χρειάζεται χρόνο. Η εναλλακτική στρατηγική απαιτεί από το κράτος να οργανώσει και να διαθέσει τα μέσα της κοινωνίας, έτσι, ώστε να δοθεί σύντομα λύση στα προβλήματα. Η επιλογή του να αφεθούν οι δυνάμεις της αγοράς να επιλύσουν το πρόβλημα είναι μακροπρόθεσμα πιο αποτελεσματική, συχνά όμως συνεπάγεται και «παράπλευρες απώλειες,» όπως την εκτίναξη της ανεργίας. Ωστόσο, η παρέμβαση του κράτους συχνά δημιουργεί ανισότητες διότι δεν «τιμωρεί» τις οικονομικές εκείνες αποφάσεις που οδήγησαν στην κρίση ενώ δημιουργεί και μακροπρόθεσμα «κενά» τα οποία μπορεί να έχουν υψηλό κόστος.

Σήμερα, ένας αριθμός εμπειρογνωμόνων εκτιμά ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση ξεπερνά τα διαθέσιμα μέσα και έτσι δεν μπορεί να υπάρξει λύση ούτε από τις αγορές αλλά και ούτε από το κράτος. Όπως εκτιμούν, εάν αφεθούν οι αγορές να δώσουν τη λύση δεν μπορεί να ακολουθήσει μακρά περίοδος ύφεσης. Την επέμβαση του κράτους θεωρούν όχι μόνον αντιμετώπιση μη ικανή αλλά και επιλογή που θα επιμηκύνει την κρίση, παρότι οι επιπτώσεις της μπορεί να είναι αρχικώς ελεγχόμενες.

Μία δεύτερη ομάδα εκτιμά ότι στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης, λύση θα μπορούσε να δοθεί μόνον «οργανωμένα,» δηλαδή από το κράτος. Την άποψη αυτή συμμερίζονται πράγματι οι αρμόδιες αμερικανικές Αρχές - ο Λευκός Οίκος, το υπουργείο των Οικονομικών, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας - θεωρώντας ότι είναι πιθανόν να περιορισθούν με την κρατική παρέμβαση οι επιπτώσεις της κρίσης. Μία τρίτη ομάδα τέλος, εκφράζει την άποψη ότι η κινητοποίηση του κράτους για την αντιμετώπιση της κρίσης αποσκοπεί ουσιαστικά στη διάσωση των χρηματοπιστωτικών και επενδυτικών κολοσσών που την δημιούργησαν. Η ομάδα αυτή χωρίζεται όμως σε δύο υποομάδες, με την πρώτη να θεωρεί ότι η χρηματοπιστωτική κρίση θα έχει βαρύτατες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία αλλά και ότι υπάρχει τρόπος επίλυσής της χωρίς να δοθεί κάλυψη στοςυ υπεύθυνους για τη δημιουργία της. Από τη δεύτερη υποστηρίζεται ότι η απειλή για το οικονομικό σύστημα έχει υπερτιμηθεί και ότι η κρίση θα τελειώσει χωρίς τη σημαντική παρέμβαση του κράτους, θεωρώντας όμως ότι απαιτείται νέα νομοθεσία για να ελέγχεται καλύτερα το σύστημα στο μέλλον.

Τα τρέχοντα προβλήματα έπαψαν να είναι οικονομικά προ πολλών μηνών. Εγιναν στην ουσία πολιτικά και η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση αλλά και η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ αναγκάσθηκαν να αναλαμβάνουν ολοένα και περισσότερες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπισή τους. Κάποια στιγμή, η ισχύουσα νομοθεσία έπαψε να καλύπτει τις ενέργειές τους, τις οποίες έκριναν πλέον απαραίτητες. Τα θεσμικά αυτά όργανα προσέφυγαν στο Κογκρέσο, αλλά τουλάχιστον σε πρώτη φάση η απάντηση του νομοθετικού Σώματος ήταν αρνητική.

Ωστόσο, έχοντας διανύσει στο απώτερο αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν ανάλογες περιόδους, η Ουάσινγκτον έχει ανάλογες εμπειρίες. Το κραχ του '29, η κατάρρευση των τραπεζών αποταμίευσης το '89, αλλά και άλλες περιπτώσεις, όπως η διάσωση της Chrysler τη δεκαετία του '70, αποτελούν χρήσιμα παραδείγματα. Γεγονός είναι δε ότι τα τελευταία 75 χρόνια, ο Λευκός Οίκος έχει επιλέξει να επέμβει σε κάθε μεγάλη κρίση που απειλούσε τις αγορές ή την οικονομία της χώρας. Εκτιμάται ότι η κυβέρνηση θα λάβει μέτρα και αυτή τη φορά. Το βασικό ερώτημα όμως δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα: αλήθεια, πόσος χρόνος απομένει πριν δεχθεί η αποκαλούμενη πραγματική οικονομία ένα τεράστιο πλήγμα;

* Αναλυτής. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Stratfor

http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_1_08/10/2008_251408

Σχόλια