Δεν υπάρχει οικονομική επιστήμη ---Μαθήματα δημοσιογραφίας

Ο Αλμπέρ Καμύ μπαίνει σε μια μπουάτ μαζί με τους συναδέλφους του από την εφημερίδα Combat, που αγωνίστηκε κατά της ναζιστικής κατοχής. Είναι ενθουσιασμένος, και αναφωνεί: «Αξίζει τον κόπο να αγωνίζεσαι για ένα τέτοιο επάγγελμα!». Τη σκηνή αυτή την περιγράφει ο διευθυντής του Νουβέλ Ομπζερβατέρ Ζαν Ντανιέλ στο βιβλίο του «Ο Καμύ κόντρα στο ρεύμα», το οποίο έχει αφιερώσει στον φίλο του και μέντορά του.
  • Θυμάται πολύ καλά πώς τον γνώρισε. Οι νέοι της γενιάς του που είχαν έφεση στο γράψιμο δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, την πολιτική στράτευση και τη δημοσιογραφία. Οι θεοί της εποχής εκείνης- ο Χέμινγουεϊ, ο Ντος Πάσος, ο Στάινμπεκ, ο Μαλρώ- τα έκαναν όλα. Έτσι κι ο ίδιος, όταν τελείωσε το πρώτο του άρθρο, πίστεψε ότι ήταν έτοιμος να γράψει βιβλίο (δεν είχε άδικο: ώς τώρα έχει γράψει είκοσι τέσσερα!). Αλλά αφορμή για τη γνωριμία του με τον Καμύ δεν ήταν εκείνο το άρθρο, παρά το περιοδικό Caliban που εξέδιδε τότε. Και, φυσικά, ο πόλεμος της Αλγερίας.
Ογδόντα οκτώ ετών σήμερα, μια θρυλική πια μορφή της γαλλικής δημοσιογραφίας, ο Ντανιέλ εργάστηκε και ως συντάκτης και ως διευθυντής. Και με τις δύο ιδιότητές του βρέθηκε ανάμεσα στην εξουσία και την ιστορία. Ένας άνθρωπος με εξουσία- λέει σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς - είναι ένας άνθρωπος που κάτι κρύβει, κι ο δημοσιογράφος πρέπει να το ανακαλύψει.
  • Να ανακαλύψει το έγκλημα, χωρίς να παρασύρεται από τις φιλοδοξίες του.
  • Να αναγνωρίζει τον ολοκληρωτισμό και να τον καταγγέλλει: αυτή είναι η πρώτη υποχρέωση του δημοσιογράφου, σύμφωνα με τον Καμύ. Έχει άλλες τρεις.
  • Να μη λέει ψέματα.
  • Να αρνείται να υποταχθεί.
  • Να απορρίπτει οποιαδήποτε μορφή δεσποτισμού, ακόμη και προσωρινού. Ο Ντανιέλ προσθέτει ακόμη μία:
  • να γνωρίζει ο δημοσιογράφος τις παγίδες της τεχνολογίας. Στο κάτω κάτω, όταν έγραφε τον οδηγό του ο Καμύ δεν υπήρχε ακόμη η τηλεόραση.

Η δημοσιογραφία, λέει ο Ντανιέλ, συνίσταται στο να ζεις την ιστορία την ώρα που παράγεται. Άλλωστε, όλα τα εργαλεία της πρόγνωσης έχουν χαθεί. Δεν υπάρχει οικονομική επιστήμη, δεν υπάρχει αναλυτική γνώση της οικονομίας. Όλοι έχουν κάνει λάθος. Εδώ και δέκα χρόνια κάνουν όλοι λάθος. Και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η απίστευτη ιστορία του Ομπάμα. Ποιος την προέβλεψε, ποιος μπορούσε να την προβλέψει; Τελικά είχε δίκιο ο Καμύ; Αξίζει τον κόπο να παλεύει κανείς γι΄ αυτό το επάγγελμα; Ο βετεράνος Γάλλος δημοσιογράφος κάνει μια μακρά παύση, προτού απαντήσει. «Αξίζει τον κόπο. Ναι, πιστεύω πως αξίζει τον κόπο. Άργησα να απαντήσω γιατί τελευταία είμαι πολύ ανήσυχος, και κάπως απαισιόδοξος. Ας πούμε, όμως, πως αξίζει τον κόπο». Του Μιχάλη Μητσού/ mmitsos@dolnet.gr ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4497827&ct=2 =========== 

Περί την οικονομία άποψη.... 

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ συγκλήθηκε προ μηνός στο Νταβός της Ελβετίας για να αναλύσει την οικονομική κρίση. Ο οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί, ένας από τους λίγους που την είχε προβλέψει από το 2006, είπε σε μία από τις συνεδριάσεις: «Η οικονομική θεωρία περί λογικού όντος δεν λειτούργησε κατά την εφαρμογή στην πράξη». Ο ίδιος και άλλοι έγκριτοι οικονομολόγοι παίρνουν τις αποστάσεις τους από αυτό που λέγεται λογική των αγορών και αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στη θεωρία περί συμπεριφοράς («behavioral economics»). Η θεωρία αυτή έχει ως αρχή ότι οι αποφάσεις που αφορούν στην οικονομία επηρεάζονται, όπως άλλωστε και άλλες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, από ψυχολογικούς παράγοντες συναφείς με το παράλογο και όχι με τη λογική. Η πλέον κραυγαλέα απόρριψη του λογικού προτύπου προσκομίστηκε παραδόξως από τον υπέρτατο ρασιοναλιστή, τον Άλαν Γκρίνσπαν. «Διέπραξα σφάλμα όταν υπέθεσα ότι το αίσθημα αυτοσυντήρησης και τα συμφέροντα οργανισμών, κυρίως δε τραπεζών, ήταν τόσο ισχυρά ώστε οι οργανισμοί αυτοί να είναι οι πλέον ενδεδειγμένοι να προστατεύουν τους μετόχους τους», είπε ο πρώην διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ στο Κογκρέσο τον περασμένο Οκτώβριο. Γι’ αυτό ο Γκρίνσπαν δεν είδε την κρίση που κατέφθανε, το ρασιοναλιστικό του πρότυπο τον εμπόδισε, όπως ισχυρίζεται τώρα ο Ντάνιελ Κέινμαν, καθηγητής του Πρίνστον, που συχνά αναφέρεται ως ο πατέρας της θεωρίας της συμπεριφοράς. Ο Κέινμαν υιοθέτησε μία από τις πλέον εντυπωσιακές ιδέες που ακούστηκαν στο Νταβός, η οποία ανήκει στον ψυχολόγο Γκάρι Κλάιν. Πρόκειται για τη θεωρία περί «προθανάτιας ανάλυσης». Η ανάλυση αυτή είναι σαν να υποβάλλει τη συμβατική σκέψη σε «δοκιμασία αντοχής στην αγχώδη ένταση». Ας πούμε ότι μια επιχείρηση ή μια κυβέρνηση έχει επιλέξει ένα σχέδιο δράσης. Πριν ακόμη το σχέδιο εφαρμοστεί, το αφεντικό ζητά από τον κόσμο να υποθέσει ότι ύστερα από μία πενταετία το σχέδιο θα έχει αποτύχει. Τους ζητά λοιπόν να γράψουν εν συντομία τους λόγους της αποτυχίας. Με τη μέθοδο αυτή πολλά από τα προβλήματα που παρέβλεψαν εκείνοι που λαμβάνουν τις αποφάσεις έρχονται στην επιφάνεια. Εκείνο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, άτομα όπως ο Τζων Γκάρντνερ του «Common Cause» έχουν κάνει ξεκάθαρο ότι ένα από τα πιο απαραίτητα καθήκοντα που έχει η κοινωνία τις επόμενες λίγες δεκαετίες είναι να θεμελιώσει στη γραφειοκρατική δομή των οργανισμών ένα θεσμισμένο «άνοιγμα» και μια ευαισθησία στην πρόκληση που θα αντικαταστήσει τη χαρακτηριστική σήμερα θεσμισμένη αντίσταση. Αυτή η συμπεριφορά της ενεργού προσκόλλησης σε μιαν απαρχαιωμένη αντίληψη της πραγματικότητας είναι η βάση για πολλές ψυχοπάθειες. Οι ψυχίατροι την ονομάζουν “συναισθηματική μεταφορά” και αφορά όχι μόνον άτομα αλλά και οργανισμούς. Διότι η αλήθεια ή η πραγματικότητα αποφεύγεται όταν είναι οδυνηρή. Η ολοκληρωτική αφοσίωση στην αλήθεια σημαίνει μια ζωή συνεχούς, ατέρμονης και αυστηρής αυτοεξέτασης. Η συνεχής αυτοεξέταση και ο φιλοσοφικός στοχασμός είναι απαραίτητα για την ύστατη επιβίωσή μας. Είναι εξαιρετικά δύσκολο για τα ανθρώπινα όντα και τους οργανισμούς να δεχθούν ότι εκείνο που ήταν κάποτε πραγματικό και λειτουργικό, σήμερα δεν είναι. Ότι έγινε ένα συνεκτικό σύστημα από ψέμματα και πρέπει πλέον να αναθεωρηθεί. Ότι πρέπει να δεχθούν την πρόκληση και να αλλάξουν γραμμή πλεύσης. Πώς όμως να αναθεωρηθεί αυτός ο στιλπνός καρτεσιανός ορθολογισμός με την άψογη «γεωμετρική» ιδέα της πραγματικότητας που προσφέρει; Εφόσον η μέτρηση έχει γίνει ένα είδος επιστημονικού ειδώλου, τι θα μετράει από ’δω και πέρα η οικονομική επιστήμη; Τις τεράστιες ζημιές, την απληστία, το φόβο, τη μανία του κέρδους; Προφανώς αναγνωρίζεται ότι η ροπή του οικονομικού συστήματος να περνά κρίσεις κάθε 15-20 χρόνια και να καταρρέει περιοδικά είναι ένα πρόβλημα ιδιαίτερα επικίνδυνο σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Πώς όμως να αναθεωρηθεί η ιδέα ότι τα κέρδη πρέπει συνεχώς να αυξάνονται; Για να βγούμε από την κρίση χρειάζεται μια οργάνωση του οικονομικού συστήματος σε άλλη βάση, μια νέα αρχιτεκτονική της οικονομίας, ικανή να θωρακίσει το σύστημα από τα λάθη; Δυστυχώς το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλο και, όπως όλα τα μεγάλα προβλήματα των ανθρώπινων κοινωνιών, είναι στην ουσία του ηθικό πρόβλημα. Για να γίνει δεκτή αυτή η πρόκληση, προαπαιτείται μια σημαντική ηθική απόφαση που μάλλον οδηγεί στην αυτοαναίρεση του συστήματος. Εύλογη, λοιπόν, η τόση αμηχανία στους αρχηγούς των κρατών και τα επιτελεία τους. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολη όχι μόνο η προθανάτια αλλά κυρίως η επιθανάτια ανάλυση. Μεταθανάτια ανάλυση κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει. Ας ευχηθούμε ότι θα ζήσουν αρκετοί για να την κάνουν. http://www.ardin.gr/page/article.php?id=0a16c804-5ac0-c829-9abc-00004a5a ======== 

Μεταγεννέστερη προσθήκη: 9/4/2009

Όταν οι εξισώσεις «δεν βγαίνουν» : η πτώση των μαθηματικών της Γουόλ Στριτ
Βορά των επικριτών τους τα «μαθηματικά μυαλά» του αμερικανικού χρηματιστηρίου.

Στις ΗΠΑ τους αποκαλούν quants: πρόκειται για συντόμευση του όρου quantitative analysts, ποσοτικοί αναλυτές. Είναι οι μαθηματικοί και οι φυσικοί που, πριν την οικονομική κρίση, θεωρούνταν το αντίστοιχο των πυρηνικών όπλων για το χρηματιστήριο, καθώς ήταν τα «λαμπρά μυαλά» που δημιουργούσαν τα απαραίτητα οικονομικά εργαλεία, μοντέλα και προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών που χρησιμοποιούνται στον κόσμο της Γουόλ Στριτ και των άλλων χρηματιστηρίων του κόσμου.

Πριν την κρίση αντιμετωπίζονταν σαν βασιλιάδες. Μετά την έλευση της κρίσης, οι quants κυριολεκτικά τρέχουν για να κρυφτούν, καθώς ο χρηματιστηριακός κόσμος τους θεωρεί υπεύθυνους για τις κινήσεις που έφεραν την οικονομική ύφεση.

«Σκοπός τους ήταν να κάνουν πιο εύκολο το κέρδος. Πίστευαν πως ήταν καλή ιδέα να κάνουν αναχρονιστική την παλιομοδίτικη μελέτη του οικονομικού κόσμου» ήταν αυτό που δήλωσε ένας σύμβουλος επενδύσεων από τη Νέα Υόρκη, ο οποίος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Η άποψή του ήταν πως, δίνοντας στους χρηματιστές τόσο ισχυρά εργαλεία, τους έκανε να χάσουν την επαφή με την οικονομική πραγματικότητα: να νιώσουν πως παίζουν απλά ένα παιχνίδι, μια και τα πράγματα φάνταζαν πλέον πολύ πιο απλά.

Ως επί το πλείστον, οι quants είναι κάτοχοι περγαμηνών από φημισμένα πανεπιστήμια, όπως το ΜΙΤ, το Χάρβαρντ και η Οξφόρδη. Κάποιοι από αυτούς ειδικεύονται στην κατασκευή και χρήση μαθηματικών μοντέλων με σκοπό την εκτίμηση του ρίσκου, άλλοι ειδικεύονται στη δημιουργία περίπλοκων εξισώσεων που περιλαμβάνουν τεράστιες ποσότητες οικονομικών δεδομένων για να γίνουν κατανοητές οι τάσεις που ακολουθούν οι τιμές, άλλοι σχεδιάζουν συστήματα οικονομικής ασφαλείας. Κατά τον Πίτερ Κολμ, πρώην quant που εργάστηκε για χρόνια στην Goldman Sachs, δεν υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα στα άτομα και στα δολάρια: «τα μαθηματικά και η δομή είναι παρεμφερή. Πάρτε για παράδειγμα μια διαδικασία σύντηξης ή ροής θερμότητας. Οι διακυμάνσεις στα ποσοστά πιθανότητας μεταβολής των τιμών ακολουθούν παρόμοιες αρχές».

Οι quants εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και γνώρισαν μεγάλη ζήτηση στη δεκαετία του 1990. Στην αργκό της Γουόλ Στριτ, τα μέσα που παρέχουν ονομάζονται «μαύρα κουτιά».

Ωστόσο, κατά τα τέλη του 20ού αιώνα άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες ενδείξεις πως τα «μαύρα κουτιά» ενδεχομένως να περιέχουν βόμβες: δύο από τους πιο διάσημους quants, οι Ρόμπερτ Μέρτον και Μάιρον Σκόουλς κέρδισαν το Νόμπελ οικονομικών επιστημών το 1997, αλλά το hedge fund (hedge funds: επενδυτικά κεφάλαια, που διαθέτουν μεγάλη ελευθερία επενδυτικών κινήσεων, καθώς επενδύουν σε πάγια - μετοχές, ομόλογα, πολύτιμα μέταλλα - και βρίσκονται κυρίως σε offshore δικαιοδοσίες) τους, Long Term Capital Management κατέρρευσε ένα χρόνο μετά.

«Όλοι σε κάποια φάση πίστευαν πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάποιο μοντέλο. Ο κόσμος έπαιρνε μεγαλύτερα ρίσκα, καθώς είχε την πεποίθηση πως είχε μαζί του τη μαθηματική επιστήμη» λέει ο Τζόελ Νάροφ, οικονομικός αναλυτής.

Το πλέον περιζήτητο «όπλο» που δημιουργήθηκε από τους quants ήταν τα CDOs (Collateralized Debt Obligations: επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου), καθώς και τα CMOs (στεγαστικά δάνεια).

Ωστόσο, αυτό που στην αρχή φάνηκε ως ένας τρόπος να «νικηθεί το σύστημα» γύρισε μπούμερανγκ: τα μαθηματικά και οι αλγόριθμοι έγιναν τόσο περίπλοκα, που πρακτικά πήραν τον έλεγχο από τους ελεγκτές τους, καθώς αυτοί δεν ήξεραν πια τι χρησιμοποιούσαν. Αλλά παρά τα υψηλά μαθηματικά, το ενδεχόμενο της πτώσης της αγοράς ακινήτων είχε μείνει εκτός - και αυτό ακριβώς ήταν που συνέβη.

Ο Μαρκ Πάντο, ειδικός στις στρατηγικές αγορών που εργάζεται για την Cantor Fitzgerald (ΗΠΑ) παρομοιάζει αυτό που συνέβη με τον αυτόματο πιλότο ενός αεροσκάφους: «όλα είναι μια χαρά όσο δουλεύει. Αλλά όπως όλα όσα βασίζονται στους υπολογιστές, δεν υπάρχει η ανθρώπινη κρίση. Απλά βασίζεσαι στα δεδομένα που έχουν εισαχθεί. Υπάρχει πλέον η αντίληψη πως το χρηματιστήριο και το εμπόριο γενικότερα είναι επιστήμη, αλλά αυτό είναι λάθος, καθώς χρειάζεται ένστικτο».

Παρόλα αυτά, ο Πίτερ Κολμ σπεύδει να υπερασπιστεί τους quants, καθώς θεωρεί πως το φταίξιμο ανήκει στους ίδιους τους χρηματιστές που μεταχειρίστηκαν λάθος τα εργαλεία που τους δόθηκαν: «αυτοί οι ίδιοι επέλεξαν να έχουν τυφλή πίστη. Ήταν οι επιχειρηματίες που προέβησαν στις κινήσεις που προέβησαν».

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_07/04/2009_274319

--------------

Δεν υπάρχει Οικονομική επιστήμη!

Ήταν κι αυτό ένα πρόβλημα: τι να κάνουν τα εκατομμύρια που έβγαζαν κάθε μέρα. Κι έτσι πήγαιναν στην τουαλέτα κι έβαζαν στοίχημα 100 δολάρια ποιος θα κατουρήσει πιο μακριά. Το αποκαλύπτει σ΄ ένα άρθρο του στοΝew Υork Μagο Μάικλ Οσίνσκι, ένας μαθηματικός που προσελήφθη το 1985 στη Lehman για να προτείνει νέα χρηματιστηριακά προϊόντα. Ζούσε καλά, το ετήσιο μπόνους του ύστερα από μερικά χρόνια έφτανε τα 125.000 δολάρια, αλλά ήθελε να ζήσει ακόμη καλύτερα. Πήγε έτσι μια μέρα στο αφεντικό του και του ζήτησε να περάσει στο τρέιντινγκ, όπου τα κέρδη μετριούνταν σε εκατομμύρια. «Μάικ», του είπε εκείνος, «αυτό που θέλεις είναι να βρίσκεις ανθρώπους πιο βλάκες από σένα και να τους εκμεταλλεύεσαι; Γιατί αυτό κάνουν οι τρέιντερς». Ο Οσίνσκι μετακόμισε σε άλλη εταιρεία που του έδινε περισσότερα, κι ύστερα σ΄ άλλη. Η ειδικότητά του ήταν τα προγράμματα τιτλοποίησης ενυπόθηκων δανείων. Και ο κύκλος του ήταν τρελαμένοι τριαντάρηδες που μεταχειρίζονταν τα δισεκατομμύρια όπως άλλοι μεταχειρίζονται τα μαχαιροπίρουνα στο τραπέζι. «Το δικό μου πρόγραμμα Μανχάταν:πώς συνέβαλα στην κατασκευή της βόμβας που προκάλεσε την έκρηξη της Γουόλ Στριτ»,έτσι τιτλοφορείται το αποκαλυπτικό του άρθρο στο αμερικανικό περιοδικό. Το 2001, σε ηλικία 45 ετών, πλούσιος και αηδιασμένος από το ρόλο του «Οπενχάιμερ των αγορών», παράτησε τα χρηματιστήρια και στράφηκε στην οστρεοκαλλιέργεια. «Είναι πιο δύσκολο, και πιο γοητευτικό», σημειώνει. Ο Οσίνσκι προσπαθεί να τα βρει με τη συνείδησή του μέσα από μια δημόσια εξομολόγηση. Ο Στάνφορντ Κέρκλαντ διάλεξε έναν πιο χρήσιμο τρόπο για να εξιλεωθεί. Πρώην δεύτερος στην ιεραρχία της Countrywide, της αμερικανικής τράπεζας στεγαστικής πίστης που κατέρρευσε από τις πρώτες αφού βυθίστηκε μέχρι το λαιμό στο σκάνδαλο των subprimes, ίδρυσε μαζί με πρώην συναδέλφους του μια νέα τράπεζα στεγαστικής πίστης, την ΡennyΜac. Ο οργανισμός αυτός, που θεωρείται σήμερα πρότυπο στην Καλιφόρνια, εξαγοράζει από τις τράπεζες τα διαμερίσματα που κατάσχονται επειδή οι ιδιοκτήτες τους αδυνατούν να πληρώσουν τα δάνειά τους και επαναδιαπραγματεύεται με τους τελευταίους τους όρους αυτών των δανείων. Με τον τρόπο αυτό, ο Κέρκλαντ κερδίζει και πάλι εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι οικογένειες που κινδύνευαν να βρεθούν στο δρόμο τον θεωρούν ευεργέτη τους. Τέτοιες ατομικές πρωτοβουλίεςγράφει ο Σιλβέν Σιπέλ στηΜοντ- αποτελούν βέβαια σταγόνα στον ωκεανό. Τέσσερα εκατομμύρια οικογένειες κινδυνεύουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες να χάσουν τα σπίτια τους. Πριν από ένα μήνα, στη διάρκεια ενός πλειστηριασμού που έγινε στο Συνεδριακό Κέντρο Jacob Javits της Νέας Υόρκης, σηκώθηκαν ξαφνικά κάποιοι άνθρωποι που τους είχαν διώξει από τα σπίτια τους κι άρχισαν να φωνάζουν στους παρισταμένους: «Μην αγοράζετε! Οι κατασχέσεις είναι έγκλημα. Μια μέρα θα πάρουν και το δικό σας σπίτι». Η αστυνομία επενέβη άμεσα. Και τους πέταξε στο δρόμο για δεύτερη φορά.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artID=4511434

Σχόλια