Πώς η κρίση εξέθεσε τους οικονομολόγους

Η καθαρή μακροοικονομική θεωρία αγνοεί το πως λειτουργούν πραγματικά οι οικονομίες. Οι λάθος παραδοχές των αποτελεσματικών αγορών και των ορθολογικών προσδοκιών. Τα μαθήματα από τις παγκόσμιες κρίσεις.
 του Martin Wolf

Tα οικονομικά είναι όπως η ιατρική (σε αντίθεση για παράδειγμα με την κοσμολογία) μια πρακτική ενασχόληση. Ο στόχος τους είναι να κάνουν τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος.

Είναι κάτι που ισχύει ιδίως για τα μακροοικονομικά, τα οποίο επινόησε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς ως απάντηση στην μεγάλη κρίση του 1929. Τα τεστ για την ειδικότητα αυτή είναι το κατά πόσον οι πρεσβευτές της μπορούν να κατανοήσουν τι μπορεί να εξελιχθεί άσχημα σε μια οικονομία και πώς να το διορθώσουν.
Όταν η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2007 έπιασε σχεδόν το σύνολο των οικονομολόγων εξαπίνης, το αποτέλεσμα στο πρώτο από τα δύο αυτά τεστ ήταν αρνητικό. Στο δεύτερο τεστ ήταν λίγο καλύτερο. Σε κάθε περίπτωση, τα μακροοικονομικά χρειάζονται ανοικοδόμηση.
Σε άρθρο του στους Financial Times το 2009, ο Γουίλιαμ Μπούιτερ, που τώρα βρίσκεται στη Citi, υποστήριζε ότι: «οι πιο διαδεδομένες μακροοικονομικές θεωρητικές καινοτομίες μετά τη δεκαετία του 1970 αποδείχθηκαν αυτό-αναφορικοί, εσωστρεφείς αντιπερισπασμοί, στην καλύτερη περίπτωση».
Μια εξαιρετικά ενδελεχής ανάλυση, που δημοσιεύτηκε στο Oxford Review of Economic Policy με τον τίτλο «Ανοικοδομώντας την Μακροοικονομική Θεωρία», οδηγεί τον αναγνώστη στο ίδιο περίπου συμπέρασμα.
Η πιο διαδεδομένη προσέγγιση αποδείχθηκε πράγματι κατάφωρα προβληματική. Επιπλέον, κορυφαίοι οικονομολόγοι έχουν μεγάλες διαφωνίες για το τι πρέπει να γίνει για αυτό. Ο Σωκράτης λέει ότι η γνώση της άγνοιας μας είναι πολύ καλύτερη από την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουμε. Αν είναι έτσι, τα μακροοικονομικά βρίσκονται σε καλό σημείο.
Όπως εξηγούν οι Ντέιβιντ Βάινς και Σάμιουελ Γουίλς στην εξαιρετική αυτή επισκόπηση τους, το βασικό μακροοικονομικό μοντέλο βασιζόταν σε δύο κρίσιμες παραδοχές: την υπόθεση των αποτελεσματικών αγορών και τις ορθολογικές προσδοκίες. Καμία δεν φαίνεται σήμερα πειστική.
Είναι συζητήσιμο κατά πόσον είναι καν δυνατό να υπάρξουν «ορθολογικές προσδοκίες» για ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον. Η αβεβαιότητα αυτή βοηθάει να εξηγήσει ότι υπάρχουν θεσμοί - όπως το χρήμα, το χρέος και οι τράπεζες – που έχουν τόσο σημαντικό αντίκτυπο και παρ’ όλα αυτά αγνοούνται από τα καθιερωμένα μοντέλα.
Είναι καλύτερο να είσαι κατά προσέγγιση σωστός, παρά εντελώς λάθος. Ως εκ τούτου, η άποψη του Χίμαν Μίνσκι για τους κινδύνους των κερδοσκοπικών τάσεων του χρηματοοικονομικού τομέα ήταν κατά προσέγγιση σωστή, ενώ πολλοί από τους πιο λαμπρούς μακροοικονομολόγους αποδείχθηκε ότι είχαν εντελώς λάθος.
Το επιχείρημα ότι το καθιερωμένο μοντέλο λειτουργεί σε ομαλές συνθήκες δεν είναι αρκετό. Πρέπει επίσης να καταλάβουμε τα ρίσκα των κρίσεων και τι να κάνουμε για αυτά. Σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι οι κρίσεις είναι, όπως σημειώνει ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς, τα συμβάντα με το μεγαλύτερο κόστος.
Τα μακροοικονομικά που δεν περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο κρίσεων χάνουν αυτό που είναι ουσιώδες, όπως μια ιατρική επιστήμη που δεν θα λάμβανε υπόψη την πιθανότητα καρδιακών επεισοδίων. Επιπλέον, οι κρίσεις είναι ενδογενείς: αυτό σημαίνει ότι προκαλούνται από τις δυνάμεις που λειτουργούν εντός της οικονομίας. Είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της τάσης για υπερβολική αισιοδοξία και της ευπάθειας οποιουδήποτε συστήματος υψηλά μοχλευμένων χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών.
Ο συνάδελφος μου Μάρτιν Σαντμού, σημειώνει συγκεκριμένα, την δυνατότητα «πολλαπλών ισορροπιών», την ιδέα ότι οι οικονομίες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με αυτοενισχυόµενες αρνητικές δυνάμεις. Η δυνατότητα αυτή καθιστά αναγκαία μια δυναμική απάντηση στις κρίσεις. Η πρώτη απάντηση των γιατρών σε μια καρδιακή προσβολή δεν είναι να πουν στον ασθενή να κάνει δίαιτα. Αυτό συμβαίνει μόνο αφού αντιμετωπίσουν την ίδια την καρδιακή προσβολή.
Οπότε ένα μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο αν ξέρουμε πώς να απαντήσουμε σε μια κρίση, αλλά αν το κάναμε. Στο άρθρο του στον τόμο, ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, υποστηρίζει με πειστικό κατά την άποψη μου τρόπο, ότι οι βασικές κεϋνσιανές θεραπείες – μια ισχυρή δημοσιονομική και νομισματική αντίδραση – παραμένουν σωστές. Κρίσιμη είναι επίσης και η άμεση τόνωση του τραπεζικού συστήματος. Η αντίθεση ανάμεσα στην ταχύτερη ανάκαμψη των ΗΠΑ και στις θλιβερές καθυστερήσεις στην ευρωζώνη προσφέρει ισχυρή στήριξη στην άποψη αυτή. Στην πραγματικότητα, η τελευταία έχασε πέντε χρόνια προτού αρχίσει η ανάκαμψη.
Μια σύγκριση ανάμεσα στο τι συνέβη τη δεκαετία του 1930 και την περίοδο μετά την κρίση του 2007 δείχνει ότι πράγματι έχουμε μάθει σημαντικά πράγματα. Σε σχέση με το κραχ του 1929, η άμεση πτώση του ΑΕΠ και η άνοδος της ανεργίας δεν ήταν τόσο έντονες. Επιπλέον, οι τιμές ήταν πολύ πιο σταθερές αυτή τη φορά.
Πρόκειται για πραγματικές επιτυχίες. Ωστόσο, μετά από μια δεκαετία, το επίπεδο του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος, σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, είναι λιγότερο εντυπωσιακό: η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο τα είχαν πάει καλύτερα σε αυτό το σημείο την προηγούμενη φορά. Ακόμα περισσότερο, οι χώρες της ευρωζώνης που χτυπήθηκαν περισσότερο από την κρίση, επλήγησαν πολύ άσχημα από κάθε άποψη. Η ανάκαμψη αυτή σίγουρα δεν αποτέλεσε έναν θρίαμβο.
Τα παραπάνω καταδεικνύουν πως η αντιμετώπιση μιας κρίσης αφότου έχει ξεσπάσει είναι εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Η προφανής ανάγκη είναι λοιπόν να κάνουμε τις οικονομίες μας πιο ανθεκτικές. Ακόμα και αν δεν καταλαβαίνουμε πλήρως τις οικονομικές δυνάμεις, τα μαθήματα για την μεταρρύθμιση των οικονομιών μας μοιάζουν να είναι ξεκάθαρα.
Οι οικονομίες θα ήταν πιο ανθεκτικές αν ήταν λιγότερο μοχλευμένες και συγκεκριμένα, αν ήταν λιγότερο εξαρτημένες από διαθέσιμα χρήματος που καλύπτονται από στοιχεία ενεργητικού υψηλού ρίσκου που ανήκουν σε υπερβολικά μοχλευμένους χρηματοοικονομικούς διαμεσολαβητές, γνωστούς και ως τράπεζες.
Στις προφανείς λύσεις περιλαμβάνονται η εξάλειψη των κινήτρων για μόχλευση στα φορολογικά μας συστήματα, η μεγαλύτερη ενθάρρυνση της χρήσης εργαλείων χρηματοδότησης που μπορούν να μετατραπούν άμεσα σε μετοχικό κεφάλαιο, η αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τράπεζες και οι γρήγορες κινήσεις προς την έκδοση ψηφιακού χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες.
Η ανάλυση της βασικής μακροοικονομικής θεωρίας δείχνει πως υπάρχει ουσιαστική άγνοια για το πώς λειτουργούν οι οικονομίες. Δεν είναι κάτι που προξενεί ιδιαίτερη έκπληξη. Μπορεί να μην καταλάβουμε ποτέ πως αυτά τα πολύπλοκα συστήματα – που κινούνται από τις ανθρώπινες επιθυμίες και παρανοήσεις – λειτουργούν πραγματικά. Αυτό δεν σημαίνει πως η προσπάθεια για μεγαλύτερη κατανόηση είναι μια άσκοπη ενασχόληση. Το αντίθετο, είναι πολύ σημαντική.
Αλλά είναι αντικειμενικά πιο σημαντικό να εστιάσουμε σε δύο άλλα ζητήματα. Το πρώτο είναι πως θα κάνουμε το σώμα της οικονομίας λιγότερο ευάλωτο στις επιπτώσεις του πανικού και της μανίας. Το δεύτερο είναι πως θα το κάνουμε πιο υγιές το ταχύτερο δυνατό.
Πρέπει να σκεφτούμε περισσότερο και στα δύο μέτωπα. Είναι πρακτικές προκλήσεις με τις οποίες είμαστε αντιμέτωποι.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved. 

Σχόλια