Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πόσους τουρίστες χωράει η Ελλάδα;

Συχνά στη σύγχρονη εποχή ακούμε τον όρο βιώσιμη ανάπτυξη. Ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά τι σημαίνει; Σημαίνει επενδύσεις που δεν καταστρέφουν τη φύση, που αναδεικνύουν και αξιοποιούν το περιβάλλον και που δεν υπονομεύονται από τις συνέπειες που μπορεί να προκαλούν στον χώρο τους, αλλά και στις συγγενείς περιοχές. Σημαίνει ανάπτυξη σε κλάδους που έχουν μέλλον.
Τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια; Πως χειρίστηκαν το θέμα οι εναλλασσόμενες κυβερνήσεις; Ποιο σχέδιο είχαν και πως το υλοποίησαν;  Ο άναρχος, χωρίς κανόνες, κατασκευαστικός τυφώνας, που δεν άφησε χώρους πρασίνου και αναπνοής στις πόλεις μας, επεκτάθηκε και στις ωραιότερες περιοχές πρασίνου και παραλιών. Έκτιζαν, έκτιζαν και δεν υπολόγιζαν τίποτα απολύτως. Οι βιολογικοί καθαρισμοί, υποδομές οδοποιίας, χώροι παρκαρίσματος, υπηρεσίες υγείας, κόστιζαν και ήταν υπόθεση της Πολιτείας που αγρόν αγόραζε.

Οι εργολάβοι, διασυνδεδεμένοι με το πολιτικό σύστημα, οικοδομούσαν τα πάντα για να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους. Πολλά δάση αποψιλώθηκαν, άλλα κάηκαν και αποχαρακτηρίστηκαν, ενώ οι ρυπάνσεις στις μαγευτικές παραλίες υπονόμευσαν τον φυσικό πλούτο και έπληξαν τη γοητεία της καθαρής θάλασσας.

Τα πρώτα SOS

Πέρα από τα δάση που καίγονται, οι γοητευτικοί κόλποι όπως ο Βόρειος Ευβοϊκός και ο Κορινθιακός, έχουν εκπέμψει προ πολλού SOS, λόγω της ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος από βιομηχανικά, βιοτεχνικά και αστικά απόβλητα. Το κίνδυνο βίωσαν φέτος πρώτοι, οι κατέχοντες κατοικία στα παράλια του Κορινθιακού, ειδικά στις ακτές της βόρειας Πελοποννήσου που έχουν κατακλυστεί από πολυκατοικίες από τον Ισθμό μέχρι το Ρίο! Τους τρόμαξαν και με το δίκιο τους, οι τσούχτρες. Διότι τις τσούχτρες τις βλέπουν και τις αισθάνονται με οξύ πόνο.

Τους ρύπους που προκάλεσαν την αλλαγή συσχετισμών στο θαλάσσιο περιβάλλον, που εξαφάνισαν δελφίνια και χελώνες και κάθε οργανισμό που έτρωγε τσούχτρες και διατηρούσε τις ισορροπίες, τους έβλεπαν μεν, αλλά δεν μιλούσαν για να μην τρομοκρατήσουν τους επισκέπτες και πέσει ο τζίρος στις τοπικές αγορές.

Και τελικά φέτος, τρομοκρατήθηκαν όλοι μαζί! Η ανθρώπινη απληστία αφαίρεσε και συνεχίζει να αφαιρεί από τη φύση το δικαίωμα και την ικανότητα να κυβερνάει το χώρο της. Οι συνέπειες, αν δεν παρθούν δραστικά μέτρα, θα είναι δραματικές.

Μποτιλιάρισμα στην Κρήτη

Προχθές άκουγα στις ειδήσεις ότι λόγω της τουριστικής κοσμοπλημμύρας στο νομό Χανίων για να κάνει κανείς μια διαδρομή μιας ώρας, χρειάστηκαν πάνω από τρεις, λόγω μποτιλιαρίσματος! Λες και είμαστε στο κέντρο της Αθήνας! Και το ερώτημα που προκύπτει, τώρα που είμαστε ενθουσιασμένοι από την θεαματική αύξηση του τουριστικού ρεύματος, είναι: Τελικά πόσους τουρίστες χωράει αυτός ο μικρός, ωραίος, ευλογημένος τόπος, για να συνεχίσει να είναι ωραίος και ευλογημένος και να αξιοποιεί την προίκα της φυσικής του ομορφιάς;

Πόσους; Με επενδύσεις μόνο σε κλίνες, διότι έτσι νομίζουμε ότι επενδύουμε, ποιοι έχουν υπολογίσει τις συνέπειες από την οικιστική επιβάρυνση; Και αν οι επιβαρύνσεις απειλούν τις φυσικές ισορροπίες, ποιο είναι το εναλλακτικό σχέδιο; Παρότι είναι τόσο απλό, εδώ σε αυτόν τον τόπο, μοιάζει ακόμα ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Δεν πρέπει να θέλουμε ολοένα και περισσότερους τουρίστες. Πρέπει να θέλουμε τουρίστες με αυξημένες οικονομικές δυνατότητες και –κατά το δυνατόν– τουρίστες που διαθέτουν κουλτούρα σεβασμού του περιβάλλοντος.

Το παράδειγμα της Κόστα Ρίκα

Η Κόστα Ρίκα είναι χώρα της Κεντρικής Αμερικής, που βρέχεται από τον Ειρηνικό Ωκεανό στα δυτικά και την Καραϊβική Θάλασσα στα ανατολικά. Πρόκειται για μια χώρα με τροπικά δάση, ψηλά βουνά και πανέμορφες παραλίες. Και ενώ καλύπτει μόνο το 0,03% της επιφάνειας της Γης –με έκταση 51.100 τ.χλμ– η βιοποικιλότητά της αγγίζει το 5% του πλανήτη: 12.000 είδη φυτών, 1.239 είδη πεταλούδων, 838 είδη πτηνών, 440 είδη ερπετών και αμφιβίων και 232 είδη θηλαστικών.

Το 27% της επιφάνειάς της καλύπτεται από εθνικά πάρκα, που προστατεύονται και διατηρούνται, γεγονός που είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών των εκάστοτε κυβερνήσεων. Οι ταξιδιώτες που την έχουν επισκεφτεί μιλούν για μια χώρα εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς. Οι πολιτικοί της συνειδητοποίησαν νωρίς –πριν από περίπου 15 χρόνια– ότι με τις κατάλληλες πολιτικές μπορούν να συνδυάσουν την πράσινη με την οικονομική ανάπτυξη και τώρα η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης χάρη στον οικοτουρισμό.

Τη δεκαετία του ’90, η χώρα συνειδητοποίησε ότι το μέλλον της βρίσκεται στον πράσινο τουρισμό και στην προστασία του περιβάλλοντος. Άρχισε τότε να εφαρμόζει πολιτικές πράσινης ανάπτυξης. Οι αλλαγές ξεκίνησαν από το ίδιο το υπουργείο Περιβάλλοντος: πρόκειται για τη μοναδική χώρα στον κόσμο όπου το περιβάλλον, η ενέργεια, το νερό και τα ορυχεία βρίσκονται υπό την εποπτεία του υπουργού Περιβάλλοντος!

Όσον αφορά την ενέργεια, περίπου το 95% του ηλεκτρικού ρεύματος παράγεται από ανανεώσιμες πηγές! Το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας αυτής (περίπου το 82%) παράγεται από τα υδροηλεκτρικά φράγματα, και το υπόλοιπο από τον ήλιο, τον άνεμο και τη γεωθερμία. Το πρώτο κοίτασμα πετρελαίου ανακαλύφθηκε πριν από περίπου πέντε χρόνια. Τι έκανε η τότε κυβέρνηση; Απαγόρευσε την εξόρυξη!

Οι αντιδράσεις στη Βαρκελώνη

Και για όσους δεν καταλαβαίνουν, τις προηγούμενες μέρες στην Βαρκελώνη (πριν την τρομοκρατική επίθεση) έγιναν διαμαρτυρίες των κατοίκων για την υπερβολική αύξηση των τουριστών! Το επιχείρημα των διαμαρτυρομένων ήταν ότι η πόλη δεν έχει τις αναγκαίες υποδομές να τους φιλοξενήσει με αποτέλεσμα να απειλείται η ισορροπία και η εξ αυτής γοητεία που προσελκύει τους επισκέπτες.

Οι κάτοικοι διέγνωσαν έγκαιρα τους κινδύνους που αφορούν το μέλλον της Βαρκελώνης και την ποιότητα ζωής τους. Δεν θέλουν με κανένα τρόπο η γοητευτική πόλη τους να γίνει Ντίσνεϊλαντ. Εμείς τι θέλουμε;
ΠΗΓΗ
=============

  • Κίνδυνοι για τις υποδομές και την κοινωνική συνοχή από τον όγκο τουριστών στη Σαντορίνη
  •  

    Τουριστική αποικία δεύτερης διαλογής: Τα…μπιτσόμπαρα και οι ξαπλώστρες δεν αποτελούν την …βαριά βιομηχανία της χώρας

     ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΒΑΛΙΑ Είχα επισημάνει στο παρελθόν ότι ένας από τους «τιμωρητικούς» στόχους της μνημονιακής…προσαρμογής, ήταν η μετατροπή της Ελλάδας σε ένα είδος πάμφθηνης τουριστικής αποικίας για τους μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος κεντροευρωπαίους που θέλουν να πλένουν τα πόδια τους σε πεντακάθαρα, αλλά και ασφαλή ύδατα, υπηρετούμενοι από νεόπτωχους ιθαγενείς σερβιτόρους. Η εμπειρία του φετινού καλοκαιριού με έπεισε για την ακρίβεια της πρόβλεψης. Τα νησιά βούλιαξαν από τουριστικές ορδές με πρώτους και καλύτερους τους Γερμανούς που δεν λογαριάζουν από αισθήματα συμπάθειας ή αντιπάθειας στο ντόπιο πληθυσμό αφού πιστεύουν ακράδαντα ότι ένας τόσο προνομιακός παραθεριστικός προορισμός δεν μπορεί να…χαρίζεται σε «αχάριστους και τεμπέληδες» κατώτερης φυλετικής υπόστασης. Τα σπίτια όμως των ιθαγενών, βολεύουν για έναν εξαιρετικά προσιτό καλοκαιρινό εποικισμό. Η ενοικίαση παραθεριστικών κατοικιών μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας “Airbnb” έσπασε κάθε ρεκόρ και φυσικά ρεκόρ έσπασε και η καταμέτρηση «κεφαλιών» στις πύλες εισόδου της χώρας. Στο τέλος της ημέρας βεβαίως και πάλι πλουσιότεροι δεν γίναμε(εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων)καθώς σύντομα θα φανεί ότι ο διπλασιασμός του αριθμού των επισκεπτών μέσα σε πέντε μόλις χρόνια δεν σημαίνει μεγαλύτερο τζίρο γιατί δεν συνοδεύεται από αύξηση της κατά κεφαλήν τουριστικής δαπάνης.Το άκρως αντίθετο συμβαίνει… Ας μην σας κουράσω με νούμερα. Τα έχω ξαναγράψει και μπορεί να τα βρει κανείς σε επίσημα στοιχεία που δεν επιδέχονται της παραμικρής αμφισβήτησης. Συνοπτικά απλώς λέω ότι από το 2009 υπερδιπλασιάστηκε ο αριθμός των ξένων επισκεπτών που σύντομα θα φτάσει τα 30 εκατομμύρια και…γκρεμίστηκε η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη κάπου στα 500 ευρώ την ώρα που στην Ισπανία (οι κάτοικοι της οποίας ευλόγως διαμαρτύρονται για τον τουριστικό υπερκορεσμό) ξεπερνά τα 1100 ευρώ και στην «δική» μας Κύπρο τα 850! Θα με ρωτήσετε λοιπόν γιατί πανηγυρίζουν οι κυβερνητικοί παράγοντες και οι διάφοροι καλοβολεμένοι φανφαρόνοι των εγχώριων τουριστικών ενώσεων. Πολύ απλά γιατί οι εκάστοτε υπουργοί έχουν συνηθίσει να μετρούν το μέγεθος της «επιτυχίας» σε κεφάλια, ανεξαρτήτως προέλευσης, ποιότητας και αγοραστικής δύναμης. Δεν κάθονται να λογαριάσουν αν οι υπερπλήρεις(αλλά και…υπερχρεωμένες στις τράπεζες)ξενοδοχειακές μονάδες μαζικού τουρισμού έχουν ξεπουλήσει τα δωμάτια από τον Φλεβάρη σε ξένους πράκτορες, όπως η γερμανικών συμφερόντων TUI. Oύτε τους απασχολεί το γεγονός ότι η ανεξέλεγκτη και συχνά «λαθραία» ενοικίαση κατοικιών διαλύει τις μικρότερες μονάδες των νησιών και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που χτίστηκαν με ιδρώτα και αίμα. Κάποιος βλάξ ανακάλυψε κάποια στιγμή ότι «ο μαζικός τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας». Μεγαλύτερη παραδοχή συλλογικής παραίτησης δεν υπάρχει. Είναι σαν να ομολογείς ότι κληρονόμησες το οικόπεδο φιλέτο από τον μπάρμπα σου και επειδή είσαι παντελώς ανίκανος να το αξιοποιήσεις, το δίνεις στο γείτονα για να παρκάρει το τροχόσπιτο, να λιάζεται και να σου δίνει λίγο χαρτζηλίκι. Οι Ελληνες στράφηκαν όλο και περισσότερο σε αυτού του είδους τις υπηρεσίες «υποδοχής» οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό κορμό μιας παραγωγικής μηχανής που θα ξεκολλήσει τη χώρα από το τέλμα, θα οδηγήσει στην αυτόνομη ανάπτυξη και θα συγκρατήσει την διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό. Φυσικά και ο τουρισμός αποτελεί μία ζωτική οικονομική παράμετρο. Δεν μπορούν όμως τα…μπιτσόμπαρα και οι ξαπλώστρες να αποτελούν την…βαριά βιομηχανία μιας χώρας. Ειδικότερα μάλιστα στο επίπεδο που αυτό δημιουργεί συνθήκες κορεσμού και οδηγεί σε κανιβαλικές καταστάσεις οι οποίες υπονομεύουν το επίπεδο διαβίωσης του ντόπιου πληθυσμού. 

    Οι Ισπανοί το είδαν νωρίς και δικαίως σήμερα διαμαρτύρονται, απειλώντας να…πετάξουν τους εισβολείς στη θάλασσα. Στην Βενετία υπάρχει επίσης κύμα ξεσηκωμού κατά του τουριστικού στίφους που απειλεί να καταστρέψει την μοναδικότητα της μνημειακής πόλης. Στην Ελλάδα νοιώθουν την αηδία του μπατιροτουρισμού στον Λαγανά, στα Μαλια, στο Φαληράκι, και σε αρκετές άλλες νησιωτικές τοποθεσίες. Στην Μύκονο επετεύχθη επιτέλους η… «Ιμπιζοποίηση» με τίμημα την άκρως αντιαισθητική επιδρομή μελαψών πετροδολλαριάδων… Ελάχιστες φωτισμένες φωνές όπως ο δήμαρχος Σαντορίνης Νικόλαος Ζώρζος απευθύνουν έκκληση στην πολιτεία να σταματήσει την χορήγηση νέων αδειών για τουριστικά καταλύματα και να βάλει φρένο στην παραχώρηση αγροτικής γης για παραθεριστική εκμετάλλευση. «Η Σαντορίνη είναι πλέον κορεσμένος τουριστικός προορισμός», λέει ο δήμαρχος και οι αριθμοί τον δικαιώνουν απόλυτα: Το νησί καλείται να εξυπηρετήσει 85 χιλιάδες επισκέπτες ημερησίως, δηλαδή μία πυκνότητα 1118 ατόμων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο που συγκρίνεται μόνο με αυτήν της Αττικής! Και κατά τα άλλα πανηγυρίζουμε…

    Πηγή: Τουριστική αποικία δεύτερης διαλογής: Τα…μπιτσόμπαρα και οι ξαπλώστρες δεν αποτελούν την …βαριά βιομηχανία της χώρας http://mignatiou.com/2017/09/touristiki-apikia-defteris-dialogis-tampitsompara-ke-i-xaplostres-den-apoteloun-tin-varia-viomichania-tis-choras/

      =====================

     

    Τα Althea Studios και το άθλιο τροχόσπιτο

    ====

    Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο; Και πριν πάει εκεί; Ιδρώνει σε λάντζες. Ακούει ανακόλουθα διδάγματα γύρω από τη μοναδικότητα της ελληνικής λέξης “Φιλότιμο” και άλλα καλά που μόνο το δαιμόνιο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας μπορεί να σκαρφιστεί. Σήμερα παρουσιάζουμε την εμπειρία που είχε εποχικός εργαζόμενος σε εστιατόριο της Σαντορίνης το περασμένο καλοκαίρι. Το θυμάσαι; Είναι εκείνο που οι αριθμοί κατέδειξαν ως το πιο εμπορικά πετυχημένο της δεκαετίας. Είναι ακριβώς εκείνο που παρακαλάμε να έρθει και του χρόνου. Η κατάθεση του ανθρώπου – πρώην εργαζομένου- που επιλέγουμε να παρουσιάσουμε χωρίς όνομα –τα στοιχεία του είναι στη διάθεσή μας- είναι καταγραφή όλων όσα βίωσαν, βιώνουν καθημερινά εργαζόμενοι στη βαριά βιομηχανία της χώρας, τον τουρισμό. Πίσω από τα χαμόγελα των διαφημιστικών σποτ για τη μοναδικότητα της Ελλάδας υπάρχει το σκληρό πρόσωπο μιας βιομηχανίας που ανεμπόδιστα εκμεταλλεύεται ανθρώπους, μηδενίζει εργασιακά δικαιώματα, κερδίζει στραγγίζοντας κόπο ανθρώπων κυριολεκτικά αφημένων στην όρεξη αφεντικών τους. Τα τελευταία δεν έχουν μάθει ν’ ακούν όχι. Ή έστω κάτι που να θυμίζει δικαίωμα εργαζομένου.
    1η μέρα
    Βγήκα στον κεντρικό καβάλα στο μηχανάκι και κατευθύνθηκα προς το μέρος που θα έμενα για τους επόμενους 5 μήνες. Τέλη Απρίλη κι όλα ήταν έτοιμα να δεχτούν τις ορδές των τουριστών. Το νησί, ασβεστωμένη και καλογυαλισμένη βιτρίνα μιας πετυχημένης τουριστικής βιομηχανίας που, μαζί με τη φάβα Σαντορίνης απ’ την Ινδία, αλέθει και το εργατικό δυναμικό. Ήξερα πού πήγαινα. Τα είχα συζητήσει με τον Κύριο Διευθυντή. Ήμουν λέει απ’ τους τυχερούς που θα είχα κι ένα ρεπό την εβδομάδα. Και σπίτι. Και φαγητό. Και εντεκάωρες βάρδιες. Και σπαστό ωράριο. Υπερωρίες; Τι είν’ αυτό; Α, θα είχα και μισθό. Τα μισά στην τράπεζα και τ’ άλλα στο χέρι, με τη σύμβαση να γράφει πως δουλεύω πενθήμερο. Σωματείο; Αστεία πράγματα! Πήρα την απόφαση να ξαναφύγω για σεζόν μετά από πολλή σκέψη. Στην Αθήνα ένας σερβιτόρος δεν παίρνει πολλά, αλλά στα νησιά συνήθως βγαίνουν λεφτά. Βέβαια, πρέπει να ξεχάσεις πως είσαι άνθρωπος, πως έχεις κι άλλα να κάνεις εκτός απ’ το να υπηρετείς τα καπρίτσια των πελατών και των αφεντικών χωρίς να λες κουβέντα. Πατάς το “pause” στη ζωή σου και την ξαναπιάνεις από Οκτώβρη.
    7η μέρα
    Είμαστε μια ομάδα!” διαλαλούσε μ’ ενθουσιασμό ο Κύριος Διευθυντής στο πρώτο μίτινγκ. Κάνα-δυο 18άχρονα τον πίστεψαν μάλλον. Οι υπόλοιποι ακούγαμε με δυσπιστία πως πρέπει να μοιραζόμαστε τα πουρμπουάρ που βγάζουμε μ’ έναν σωρό κόσμο. Οι μπάρμαν ήθελαν μεγαλύτερα ποσοστά, η κουζίνα το ίδιο. Γκρίνια. Είχα ξεχάσει πως μέσα στον μικρόκοσμο του εστιατορίου όλα είναι με σαφήνεια διαχωρισμένα. Ο σεφ, αρχηγός και παντογνώστης. Ο μπάρμαν, κάτι σαν αλχημιστής. Είχαμε και κάμποσους υπεύθυνους που κύριό τους μέλημα ήταν να είναι υπεύθυνοι. Οι σερβιτόροι, κάπου μεταξύ του γραφικού, φιλόξενου οικοδεσπότη και του δούλου, έπρεπε να χαμογελούν όσο κι αν τους ταλαιπωρούσε η τενοντίτιδα. Τελικά, ανακοινώθηκαν τα ποσοστά και περήφανος ο Κύριος Διευθυντής μας εξήγησε το σχέδιό του: “Όταν μοιράζονται τα πουρμπουάρ, όλοι δουλεύουν περισσότερο!”. Το αμφισβήτησα. “Κι αν έτσι κάποιοι λουφάρουν;”. “Αποκλείεται!”. “Είμαστε μια οικογένεια!” επέμεινε και τα 18άχρονα ένιωσαν πως βρήκαν το σπιτικό τους.
    34η μέρα
    Κάθε βράδυ στο τέλος της βάρδιας τα πόδια μου πονούσαν. Τα βούταγα σε παγωμένο νερό – ζεστό ούτως ή αλλιώς δεν είχε τις περισσότερες φορές – και μετά καθόμουν ακίνητος στο κρεβάτι κι άκουγα το ροχαλητό του συγκάτοικου 50 πόντους από τ’ αυτί μου. “Τουλάχιστον εσείς έχετε ψυγείο” μου είπε μια συνάδελφος όταν παραπονέθηκα για το πόσο μικρό ήταν το “σπίτι” μας. Για ρεπό ούτε λόγος τον πρώτο μήνα. Ο Κύριος Διευθυντής εξήγησε πως έπρεπε να βάλουμε όλοι πλάτη για να βγει η δουλειά και κάποια στιγμή θ’ ανταμειφθούμε. Οι δυο κοπελίτσες που είχαν έρθει για να σερβίρουν κι αυτές, δεν την ήξεραν τη δουλειά. Ούτε φαινόταν πως ήθελαν να τη μάθουν. Είπα να τις βοηθήσω αλλά αρνήθηκαν. Δεν καταδέχονταν να πάρουν μαθήματα από εμένα. Ήταν φοιτήτριες και είχαν ονειρευτεί πως σύντομα θα πετύχαιναν στον τομέα τους. Ο μπάρμαν έβαζε κρυφά στα μπουκάλια τα διάφορα ανώνυμα ποτά που αυτόματα βαφτίζονταν ακριβή βότκα και τζιν, τελείωνε το οχτάωρό του κι έφευγε. Μαζί με τα πουρμπουάρ. Όφειλα να πω μια κουβέντα στον Κύριο Διευθυντή. Το αίτημά μου για ακρόαση έγινε δεκτό. Μπήκα στο γραφείο. “Παραιτούμαι!” είπα.

    81η μέρα
    Ο Κύριος Διευθυντής εμφανιζόταν κάθε βράδυ ακριβώς την ώρα που έρχονταν όλοι οι τουρίστες για το δείπνο τους. Στεκόταν κορδωτός με τα χέρια στη μέση, έδινε μερικές άχρηστες εντολές και καθόταν να φάει. Οι περισσότεροι συνάδελφοι έτρεχαν να δείξουν το φιλότιμο τους. Στο τελευταίο μίτινγκ – κάνα μήνα αφού είχα πειστεί να μην παραιτηθώ γιατί όλα θα βελτιώνονταν, μας είχε μιλήσει για το ελληνικό φιλότιμο. Μόνο εγώ και δύο ακόμα σερβιτόροι είχαμε αρνηθεί να κάνουμε απλήρωτες υπερωρίες. Υπερωρίες στην Ελλάδα της σεζόν λέγονται όλες οι ώρες που δουλεύει ο σκλάβος μετά τη λήξη του δωδεκαώρου του.
    100η μέρα
    Αύγουστος και η κίνηση στο εστιατόριο δεν είχε αυξηθεί ιδιαίτερα. Όλοι γκρίνιαζαν πως δεν κάθεται κόσμος στα μαγαζιά. Το δικό μας έκανε καλό τζίρο βέβαια, αφού το φτηνότερο πιάτο (κάτι σουβλάκια από κοτόπουλο) κόστιζε 16 ευρώ, αλλά ήταν μέρες που δε γέμιζε. Έπεφταν και τα πουρμπουάρ. Έρχονταν πελάτες – σχεδόν πάντα ξένοι – κι αφού μας έκαναν λάστιχο με τις απανωτές εντολές, δεν άφηναν τίποτα. Γιατί ν’ αφήσουν; Είχαν έρθει στη Σαντορίνη να ζήσουν το όνειρό τους και οι ιθαγενείς σερβιτόροι όφειλαν να συμμετέχουν σ’ αυτό. “Τι ώρα κλείνετε;” ρώτησε ένας καλοντυμένος Ιταλός στη μητρική του γλώσσα που πλέον είχα αρχίσει να κουτσοκαταλαβαίνω. “Στη μία”. “Σήμερα όμως θα μείνετε παραπάνω για μας!”. “Θα μου πληρώσετε την υπερωρία;” ρώτησα με το ίδιο πλατύ χαμόγελο που ρωτούσα και για τα ποτά. Πλέον έπαιρνα ρεπό. Ήρθε και η κοπέλα μου να με δει για τρεις μέρες και της εξήγησα πως αν ήθελε, μπορούσε να φάει στο εστιατόριο. Όμως εγώ δεν επιτρεπόταν να καθίσω μαζί της. Το προσωπικό δεν είχε δικαίωμα ούτε στο ρεπό να μολύνει τις ακριβές καρέκλες. Βέβαια, ούτε που είχα σκεφτεί να κάτσω σαν πελάτης εκεί, αλλά είχε πλάκα που μας το απαγόρευαν.

    127η μέρα
    Ρε, αυτό είναι χαλασμένο!” είπε ο πρώτος που άνοιξε το καπάκι του ταψιού με το φαγητό που προοριζόταν για μας. Η σαλάτα με τη λιγδιασμένη μαγιονέζα είχε πεθάνει από καιρό και είχε σερβιριστεί ως δείπνο για το προσωπικό. Ο σεφ είχε άλλη γνώμη: “Να λέτε κι ευχαριστώ που σας ταΐζουμε, ζώα!” άρχισε να ουρλιάζει πλέκοντας παράλληλα το εγκώμιο στην ελληνική επιχειρηματικότητα. “Εσύ!” γύρισε προς εμένα. “Ναι, εσύ που το παίζεις επαναστάτης!”. Τον κοίταξα με απορία και λύπηση. “Μετρημένες είναι οι μέρες σου εδώ μέσα!”. Μακάρι – ψέλλισα. Αμέσως μετά, επέστρεψε στην ομάδα των βοηθών του, κάτι 20άχρονων σπουδαστών που έκαναν την πρακτική τους για 300 ευρώ κι έβγαζαν όλη τη δουλειά της κουζίνας αγόγγυστα. Τους έδωσε μερικές εντολές, τους ενημέρωσε πως όποιος σηκώνει κεφάλι θα του το κόβει και τους έβαλε να προπονηθούν κόβοντας σαλάτες.
    140η μέρα
    Έφτασαν στ’ αυτιά μου πληροφορίες πως κλέβεις”. Έμεινα άναυδος όταν άκουσα τον Κύριο Διευθυντή να μιλά με φωνή όλο απογοήτευση. “Δηλαδή;” ρώτησα. Μου εξήγησε πως ήταν ύποπτο που έπαιρνα τα πλαστικά ποτήρια που μου έβαζαν τον καφέ – δικαιούμουν και καφέ – και δεν τα πετούσα στα σκουπίδια. “Τα πηγαίνω στην ανακύκλωση” απάντησα, κοιτώντας σα χαζός. “Λέγεται πως σε είδαν στην αποθήκη με μια τσάντα” συνέχισε εκείνος. “Έχω τον υπολογιστή και την κάμερά μου” είπα. “Το δωμάτιο δεν καλοκλειδώνει κι εκεί μέσα είναι όλη μου η δουλειά” πρόσθεσα, θυμίζοντας στον εαυτό μου πως προσπαθούσα να γίνω φωτογράφος. “Ναι, αλλά πήρες το εικοσάρικο από κάτω και το έβαλες στην τσέπη”. Το είχα κάνει. Ήμουν κάτω από τη μεγάλη κάμερα που παρακολουθούσε ολημερίς κάθε κίνηση, όταν είδα το εικοσάρικο που ήταν πεσμένο πολύ βολικά για όλους μας ακριβώς μπροστά της. Παρακαλούσα από καιρό να με απολύσουν ώστε να μη χάσω τα όποια δικαιώματα είχα δηλώνοντας παραίτηση, αλλά δε μου έκαναν τη χάρη. Με αντιπαθούσαν, όμως δεν μπορούσαν ν’ αγνοήσουν πως δούλευα καλά. Σχεδόν έκλεισα το μάτι στην κάμερα ασφαλείας όταν έσκυψα και το μάζεψα απ’ το πάτωμα. “Κλέφτης!” φώναξαν όλοι. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης που έκανε μόνιμα διακοπές, ο Κύριος Διευθυντής που δεν είχε καταφέρει ως τότε να οργανώσει το προσωπικό, ο σεφ που δεν του έβγαιναν οι απογραφές κι έπρεπε κάποιον να κατηγορήσει, ο μπάρμαν που όλη του η ζωή ήταν το σερβάιβορ και οι γκόμενες, η “συνάδελφος” που ταρασσόταν κάθε φορά που έβριζα μέσα απ’ τα δόντια μου για να καταπιώ την αδικία. Όλοι μαζί κατάφεραν κι έδιωξαν τον κλέφτη. Μόνο κάνα-δυο παιδιά που απ’ την πρώτη μέρα κατάλαβα πως δεν έπρεπε να βρίσκονται εκεί, με κοίταξαν με κατανόηση.

    142η μέρα
    Ήμουν πάνω στο πιο γρήγορο καράβι για Πειραιά. Με το χαρτί της απόλυσης στο χέρι – είχα υπογράψει σύμβαση αορίστου χρόνου για να μπορούν να με διώξουν οποτεδήποτε – κι ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου και να σέρνεται προς το νησί που άφηνα πίσω. Αναρωτιόμουν αν άξιζε η ταλαιπωρία που πέρασα. Η μέση μου κι ο δεξής μου καρπός πονούσαν φριχτά. Ό,τι ειπώθηκε για μένα, δε μ’ ένοιαζε. Κανέναν δεν ένοιαζε. Έκανα έναν πρόχειρο υπολογισμό και χωρίς να βάλω μέσα τα πουρμπουάρ, έβγαλα πως έπαιρνα γύρω στα 3 ευρώ την ώρα. Ο Κύριος Διευθυντής μού είχε πει πως δεν ήταν σωστό να μην προσμετρώ τα πουρμπουάρ στο εισόδημά μου. Αν τα πρόσθετα, θα έπρεπε να είμαι πραγματικά ευχαριστημένος. Ανυπομονούσα να γυρίσω σπίτι μου και ν’ αρχίσω να σκέφτομαι σοβαρά μήπως φύγω ακόμα πιο μακριά. Μακριά απ’ την Ελλάδα. Αλλά βασικά, έπρεπε να κοιμηθώ.
    καλή σας όρεξη

    http://fragilemag.gr/142-meres-sth-santorini-to-hmerologio-enos-ergazomenou-1/

     

Σχόλια