Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Αναστοχασμός στο μέχρι σήμερα σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Η Ε.Ε. βρίσκεται μπροστά σε ακόμη μία δομική κρίση στην εξηντάχρονη πορεία της. Τούτη τη φορά φαίνεται ότι πρόκειται για μια κρίση βαθιά, έντονη, υπαρξιακή. Κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα.
Αντί να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σκέφτονται οι πολιτικές αρχηγεσίες της Γερμανίας και των άλλων «μεγάλων» ευρωπαϊκών χωρών για το μέλλον της Ε.Ε., είναι θεμιτό να αναστοχαστούμε τα προβλήματα, τους τρόπους και τα μέσα που έχουν ακολουθήσει μέχρι σήμερα οι ενωσιακές διαδικασίες μήπως και καταλάβουμε τι έχει πάει στραβά μέχρι σήμερα σε σχέση με τον σχεδιασμό και θέτει εν αμφιβόλω την ίδια την ύπαρξη του ευρωπαϊκού οράματος.


Συγκεκριμένα λοιπόν: Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπιστούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις, όχι απλές αποκλίσεις θέσεων, ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις.
  • Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. 
Παραμερίστηκαν με επιμέλεια, κρύφτηκαν κάτω από το χαλί.
Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχτηκε σε «μη λύση» των βασικών προβλημάτων.
  • Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ», η οποία στηρίζεται, ως γνωστόν, στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις κρίσεις αυτές». 
Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη, γιατί μόνο έτσι η λύση, ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς, διευρύνοντας το φάσμα των τομέων τής από κοινού δράσης, βαθαίνοντας την ολοκλήρωση. Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
  • Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών αρχηγεσιών. Βαθιά ριζωμένες στην πλανητική οικονομία και στις εξεζητημένες τεχνολογίες της, πολιτιστικά φιλελεύθερες, δηλαδή «μοντέρνες», «ανοιχτόμυαλες», οι κατεστημένες αρχηγεσίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού -αυτές που ελέγχουν τις διεθνείς ροές του χρήματος και της πληροφορίας-, στον βαθμό που η εξουσία τους ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, εκδηλώνουν μια αυξανόμενη περιφρόνηση για τις αξίες και τις αρετές που, κάποτε θεμελίωναν το δημοκρατικό ιδεώδες. 
  • Έγκλειστες μέσα στα πολλαπλά τους «δίκτυα», στους κόλπους των οποίων ζουν μονίμως «νομαδικά», βιώνουν τον εγκλεισμό τους μέσα στον ανθρώπινα συρρικνωμένο κόσμο της οικονομίας σαν μια ευγενή, «κοσμοπολίτικη» περιπέτεια, ενώ καθημερινά γίνεται όλο και πιο έκδηλη η δραματική ανικανότητά τους να κατανοήσουν αυτούς που δεν τους μοιάζουν, και πρώτα απ’ όλους τους καθημερινούς ανθρώπους της ίδιας της χώρας τους.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές αρχηγεσίες αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση, εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών, όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής», θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης.
Σε χώρους εξαιρετικής σημασίας για το εθνικό συμφέρον, τα έθνη προτιμούν τη βεβαιότητα ή την αυτοελεγχόμενη αβεβαιότητα της εθνικής αυτάρκειας έναντι μιας ανεξέλεγκτης αβεβαιότητας...
Η λογική της διαφορετικότητας σημαίνει ότι σε ένα θέμα ζωτικής σημασίας οι απώλειες δεν αντισταθμίζονται με τα κέρδη σε κάποιο άλλο (λιγότερο ζωτικής σημασίας)...
Η λογική της ενοποίησης μετατρέπει τις αβεβαιότητες της υπερεθνικής λειτουργικής διαδικασίας σε δημιουργικές.
Η λογική της διαφορετικότητας τις αντιμετωπίζει ως καταστροφικές έπειτα από ένα συγκεκριμένο όριο: Η ρωσική ρουλέτα αποτελεί ένα ευχάριστο παιχνίδι, φτάνει το όπλο να είναι γεμισμένο με άσφαιρα.
  • Βασίστηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίοι θεώρησαν κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης, δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται) «εξ υφαρπαγής», δευτερευόντως επειδή φαίνεται πως «πείστηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στη γενικότερη ευημερία τους φτάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία.
  • Αυτή η «πειθώ» οφείλεται πρωταρχικά στα ΜΜΕ και στην ηγεμονία που αυτά ασκούν στη διαμόρφωση των επιθυμητών αντιλήψεων. Η αίσθηση αυτή ήταν καταλυτικά κυρίαρχη στις νεοεισερχόμενες χώρες οι οποίες εμφανίζονται «βασιλικότερες του βασιλέως».
Όμως, παρ’ όλα αυτά, η Ε.Ε., αυτό το ιδιαίτερο μόρφωμα κατάφερε να δημιουργήσει, με το πέρασμα του χρόνου και παρά το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα, ένα δικό του πολιτικό σύστημα, ιδιόμορφο, με τους δικούς του κανόνες και τα δικά του θεσμικά όργανα που νομοθετούν σ’ ένα εξαιρετικά ευρύ πεδίο, ξεκινώντας από την οικονομία και φτάνοντας μέχρι τον χώρο της Δικαιοσύνης, του περιβάλλοντος και της μετανάστευσης.
  • Με τη διαδικασία αυτή και στα «μουλωχτά» δημιουργήθηκε ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο, ένα νομικό δίχτυ που απλώθηκε πάνω από τα εθνικά κράτη, υποτάσσοντας σημαντικά κομμάτια της κυριαρχίας τους. 
  • Επομένως, είναι λίγο παράδοξο σήμερα να μιλάμε για απουσία πολιτικής πρακτικής εκ μέρους των πολιτικών ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών. Το πολιτικό αναπόφευκτα είναι πάντοτε παρόν στις ανθρώπινες και ως εκ τούτου, στις κοινωνικές διεργασίες. 
  • Όμως, πρόκειται για το πολιτικό χαμηλής εντάσεως που κατευθύνεται στη σφαίρα της οικονομίας και σε συναφή θέματα που υποστηρίζουν την οικονομική προσέγγιση των όλων των λοιπών προβλημάτων των ευρωπαϊκών λαών. 
  • Αλλά και σε αυτό το επίπεδο τα αποτελέσματα ως προς τους αρχικούς σκοπούς ήταν με τον ερχομό της οικονομικής κρίσης καταστροφικά.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η «πολιτική» έκφραση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές, παρ’ ότι διαθλούμενες σε έναν βαθμό από την ιστορικότητα του κάθε εθνικού κράτους, ουσιαστικά συγκλίνουν στην εγκαθίδρυση και τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως βασικού εργαλείου της ολοκλήρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης αποτέλεσε, μέχρι την περίοδο αυτή, στόχο «διακρατικών» συμφωνιών ελλείψει μιας ενιαίας(;) πολιτικής βούλησης.
Χρειάζεται, όμως, πολλή προσοχή σ’ αυτό το σημείο. Η ενιαία βούληση μπορεί να προέλθει και από την κατίσχυση και επικράτηση μίας και μόνης βούλησης, η οποία να εκπορεύεται από μία μεγάλη δύναμη.
Η κατάσταση μεταβάλλεται τυπικά από την ημερομηνία ψήφισης της Ενιαίας Πράξης (1986). Από την ημερομηνία αυτή ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο και της «πολιτειακής» δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έννομη συγκρότησή της -τυπικά- μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ άρχισε να μη βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στις κατηγορίες του διεθνούς δικαίου. Αυτό συνεχίστηκε με τις συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας. Επίσης, και με το απορριφθέν ευρωπαϊκό Σύνταγμα, αλλά και την απορριφθείσα (;) Ευρωπαϊκή Συνθήκη. «Εκείνο που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι η μορφή που λαμβάνει η ενωσιακή διαδικασία συνιστά (ειδικά μετά το συμβούλιο κορυφής των Βρυξελλών 21/22.6.2007) μια νέα ιστορική φάση. Η ύλη της ενωσιακής διαδικασίας παρουσιάζει πλέον, και μάλιστα σε εντεινόμενο βαθμό, χαρακτηριστικά πολιτειακής υφής (...) Η ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα (...) Τούτο διαπιστώνεται από το γεγονός της άμεσης υποταγής στις αποφάσεις της τόσο των κρατών - μελών όσο και των πολιτών επιστρατεύοντας τις αρχές, οι οποίες στο πλαίσιο του κράτους νομιμοποιούν την εξουσία. Γι’ αυτό ακριβώς και γίνεται δεκτό ότι η ευρωπαϊκή ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα. Έτσι εξηγείται η προσφυγή του ενωσιακού νομοθέτη σε έννοιες και ρυθμίσεις που ανάγονται σε κατηγορίες του κρατικογενούς ευρωπαϊκού συνταγματικού λόγου...» (Δ.Θ. Τσάτσος, “Η Έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία” εκδ. Πόλις, 2007, σελ. 67).
Το συγκεκριμένο και ισχύον μέχρι σήμερα στάδιο, αν και παραμένει κρατικοκεντρικής έμπνευσης, στον βαθμό κατά τον οποίο τα κράτη, μέσα από συνεργατικές νόρμες διακυβέρνησης, διατηρούν τον συνολικό πολιτικό έλεγχο σχετικά με τις εξελίξεις του κοινού συστήματος θεωρείται πως αποτελεί ένα στάδιο μετάβασης προς μια ευρωπαϊκή πολιτεία.
  • Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 καθίσταται ολοένα και πιο εμφανές ότι η Ε.Ε. βρίσκεται εγγύτερα στη μορφή ενός πολιτικού συστήματος -παρά ενός, έστω και ιδιότυπου, διεθνούς οργανισμού-, με αξιοσημείωτη ικανότητα διακυβέρνησης, στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώνονται και εφαρμόζονται πολιτικές όπως συμβαίνει στο εσωτερικό των συστατικών μερών.  
Προβάλλεται έτσι η θεώρηση της Ε.Ε. ως πολιτείας, σε αντίθεση με τη μορφή της περιφερειακής ένωσης, που ασχολείται κυρίως με τη ρύθμιση θεμάτων που εμπίπτουν στη σφαίρα της λειτουργικής διακυβέρνησης.
Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού ουσιαστικά σηματοδοτεί μια νέα διάσταση άσκησης της πολιτικής: Το συμβούλιο αρχηγών (οι 27 πρωθυπουργοί των χωρών - μελών) αποτελεί ένα αυτονομημένο σώμα (από την εκλογική τους βάση), το οποίο αποφασίζει πολιτικά και νομοθετεί μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο όνομα του ήδη υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου (που το ίδιο είχε θεσπίσει σε παλιότερες διαδικασίες), ενδύοντάς το βεβαίως με το ένδυμα ενός φυσικού νόμου που είναι δεδομένος και άτεγκτος.
  • Οι ενέργειές του είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. 
  • Ούτε τα εθνικά Κοινοβούλια ούτε και το Ευρωκοινοβούλιο μπορούν να ελέγξουν τις αποφάσεις αυτού του περίεργου μορφώματος, το οποίο διαθέτει νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες. 
Έτσι, επί της ουσίας έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο που ορίζει εγγενώς, μονοδιάστατα και απαρέγκλιτα τις διαχειριστικές πολιτικές για την εκπλήρωση ενός στόχου, την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην πραγματικότητα, η Ε.Ε. κυβερνάται, υπό μία έννοια, με έναν υπερεθνικό τρόπο, αλλά με την καθοριστική συμμετοχή των αρχηγών των εθνικών κρατών, τα οποία αντιπροσωπεύουν ορισμένους κύκλους των αρχηγεσιών των κοινωνιών τους. Χωρίς να υφίστανται άμεσες πιέσεις, τα εθνικά κράτη της Ε.Ε. συγχωνεύονται απαλά από τους αρχηγούς τους σε μια «σχετικά ανεξέλεγκτη» πολιτεία. Παρατηρείται στην πράξη μια συνεχής διάδραση μεταξύ των πολιτικοοικονομικών σχέσεων των συστατικών κρατών, οι οποίες διευθύνονται όμως από τους κεντρικούς θεσμούς.
  • Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού ελέγχου που διέθεταν παλιότερα. 
Οι εκπορευόμενες διαδικασίες από το αυτονομημένο κέντρο διαπερνούν τα κρατικά σύνορα, διεισδύοντας στις εσωτερικές πτυχές της εθνικής πολιτικής.
Η εγγενής αδυναμία ελέγχου αυτής της διαδικασίας λόγω απουσίας ενός ευρωπαϊκού «δήμου» την καθιστά όχι μόνο δημοκρατικά έωλη στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτών, αλλά, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της θεωρίας της καρτελοποίησης της πολιτικής, την κατατάσσουν στην κατηγορία ενός καρτέλ, το οποίο επικυριαρχεί στα πολιτικά συστήματα των εθνικών κρατών - μελών. Ελάχιστες δυνατότητες υπάρχουν να ασκηθούν άλλες πολιτικές από κυβερνήσεις που θα έχουν έναν διαφορετικό προσανατολισμό. Μάλιστα, η επικυριαρχία επί των πολιτικών συστημάτων των εθνικών κρατών είναι καθοριστική και στο ποια κόμματα θα εκλεγούν στη διακυβέρνηση της χώρας. Η εναλλαγή των κομμάτων που αποδέχονται και εφαρμόζουν τις πολιτικές του «ευρωπαϊκού μορφώματος» στην εξουσία αποτελεί και την ασφαλιστική δικλείδα λειτουργίας του όλου συστήματος. Παράλληλα, όμως, αυτή η λειτουργία προπλάσματος του «ευρωπαϊκού κράτους» οδηγεί σε σοβαρούς περιορισμούς της Δημοκρατίας - ακόμα και της μορφής που η τελευταία λαμβάνει μέσα στο πλαίσιο των δυτικών μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών.

Στους δυνατούς η ισχύς
Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί ότι είχαμε αλλαγές και σε επίπεδο λειτουργίας της Ε.Ε. και του τρόπου λήψης των αποφάσεων. Με βάση τις αλλαγές αυτές, τα μεγαλύτερα κράτη αποκτούν περισσότερη ισχύ, ενώ τα μικρά και μεσαία κράτη βλέπουν να περιορίζεται η ισχύς τους στη διαμόρφωση των νόμων της Ε.Ε.
Αυτό επιτεύχθηκε καθιστώντας το μέγεθος του πληθυσμού ένα βασικό στοιχείο στις αποφάσεις για τους ευρωπαϊκούς νόμους και επομένως μειώνοντας το σχετικό βάρος των ψήφων και την επιρροή των μικρών και μεσαίων κρατών σε σύγκριση με τα μεγάλα κράτη, εκ των οποίων η Γερμανία είναι το μεγαλύτερο. Προϋπόθεση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας, η κατάργηση του καθεστώτος ομοφωνίας σχεδόν σε όλα τα ζητήματα (εκτός της εισόδου νέου μέλους στην Ένωση).
  • Οι όποιες επιπλέον αρμοδιότητες δόθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελούν απλά «φύλλο συκής» που δεν μπορεί να καλύψει την κυριαρχία της Γερμανίας και των ιδιαίτερο ρόλο των υπολοίπων μεγάλων χωρών της Γηραιάς Ηπείρου.
Αυτές οι αλλαγές έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη δυνατότητα των μικρότερων χωρών να υπερασπιστούν ισότιμα τα ζητήματα των λαών τους.
Το συμπέρασμα που αβίαστα συνάγεται είναι ότι στην Ε.Ε. οι μεγάλες δυνάμεις είναι αυτές που και τυπικά πλέον καθορίζουν τις εξελίξεις.
Σιγά - σιγά αποκαθίσταται και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό επιφαινόμενο η λογική της κυριαρχίας των ισχυρότερων χωρών, οι οποίες μέχρι και σήμερα βεβαίως επέβαλαν τις απόψεις τους, στο πλαίσιο όμως της ομοφωνίας. 
Σήμερα, με όσα σχεδιάζονται (;) φαίνεται να επιχειρείται ακόμη ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Όλα τα παραπάνω επί της ουσίας θέτουν στις ελληνικές καλένδες το μέχρι σήμερα πρόγραμμα της ευρωπαϊκής ενωσιακής διαδικασίας.
Δηλαδή, όλα όσα σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν με τον συγκεκριμένο τρόπο μπορούν να θεωρηθούν ως μεγάλη αποτυχία σε σχέση με τον στόχο της ευρωπαϊκής ενωσιακής διαδικασίας.
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: