ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΑΓΡΟΤΕΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ

(Δευτ. 31/10/16 - 12:45)
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ*
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ του ΜΑΧΩΜΕ με θέμα ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ, που έγινε στην Αθήνα 15,16 και 17 Γενάρη 2016
  1. ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ
Καθώς όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται πλέον πως η κρίση παίρνει χαρακτηριστικά μονιμότητας για την ελληνική οικονομία αλλά ταυτόχρονα αρνούνται ή αδυνατούν να κατανοήσουν τα αίτια αυτής της κρίσης οι αναφορές στον πρωτογενή τομέα όλο και πληθαίνουν. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι υπηρέτες των πολιτικών του κεφαλαίου που τρομοκρατώντας ισχυρίζονται πως δεν παράγουμε τίποτα και πως αν δεν είμαστε πειθήνιοι στα κελεύσματα των υπηρετών του κεφαλαίου θα πεθάνουμε από την πείνα. Από την άλλοι όλοι αυτοί οι οποίοι από διάφορες πολιτικές αφετηρίες και με διαφορετικές  σκοπιμότητες επικαλούνται συνεχώς την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας ως λύση, ή ως μέρος της λύσης, του προβλήματος επιβίωσης της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού που πλήττεται  από τις βάναυσες πολιτικές του κεφαλαίου.
Οι εξελίξεις μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από το ΣΥΡΙΖΑ έδειξαν εξαιρετικά καθαρά πλέον και στους πιο αφελείς πολιτικά πως οι πολιτικές επιλογές είναι αποκλειστικά δύο. Ή απόλυτη συμμόρφωση με τις πολιτικές της λιτότητας και της μετάβασης της ελληνικής οικονομίας σε ένα άλλο μοντέλο με κύριο χαρακτηριστικό τη φτώχεια για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων ή ρήξη με αυτές. Βασικές συνιστώσες της ρήξης είναι η παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους, η ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα και η κρατικοποίηση των τραπεζών από ένα κράτος που την εξουσία θα κατέχουν δυνάμεις φιλολαϊκές.
Στα πλαίσια του σχεδιασμού, αλλά και της ενεργού συμμετοχής στο σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτής της πολιτικής των πληττόμενων από την κρίση τάξεων και στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας, είναι απολύτως αναγκαία η μελέτη και η γνώση της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας και των δυνατοτήτων της να ανταποκριθεί στην πολιτική της ρήξης με τις πολιτικές επιλογές του κεφαλαίου. Ίσως κάποιος διατυπώσει ενστάσεις στο κατά πόσο αυτό έχει κάποιο πρακτικό νόημα μια και οι συνθήκες θα μεταβάλλονται καθώς θα μεταβληθούν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές από μια αριστερή κυβέρνηση κι αυτό θα επιφέρει μεταβολές σε όλο το πλαίσιο αναφοράς της οικονομίας και φυσικά και της αγροτικής
Η απάντηση στην ένσταση αυτή, που είναι σωστή,  έχει δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά τη διαπίστωση του αν η πολιτική επιλογή της παύσης πληρωμών και της ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας είναι εφικτή στην κατάσταση που βρίσκεται η αγροτική οικονομία κι αν αυτό θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα ή όχι. Το δεύτερο είναι πως η γνώση της κατάστασης και των δυνατοτήτων της αγροτικής οικονομίας είναι αυτή η οποία εξασφαλίζει μια σχετική ασφάλεια την τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και στο σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής προς όφελος τόσο των αγροτών, και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων, όσο και των καταναλωτών αλλά και την παραπέρα ανάπτυξή της.
Στην εισήγηση που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την σημερινή κατάσταση της αγροτικής οικονομίας, τις δυνατότητες αλλά  και τις ανάγκες και  τις δυσκολίες που θα προκύψουν κατά την διαδικασία ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας. Το πρώτο που επιβάλλεται να μελετηθεί είναι ο βαθμός αυτάρκειας της ελληνικής κοινωνίας στον τομέα της αγροτικής παραγωγής.  Ας ξεκινήσουμε με το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων
Είναι φανερό πως για να καλυφθούν οι διατροφικές ανάγκες του ελληνικού λαού στο σύνολό τους και με απόλυτη επάρκεια απαιτείτε, σε πρώτη φάση, η εισαγωγή των αγαθών στα οποία η ελληνική αγροτική παραγωγή είναι ανεπαρκής.
Το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων ήταν ελλειμματικό όλα τα τελευταία πολλά χρόνια.  Από 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ που ήταν το 2002, έτος εισόδου στην ευρωζώνη, έφτασε το 2008 μέσα σε μια εξαετία στα 3,3 δισεκατομμύρια. Το 2014 το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων ανήλθε στα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ.

ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ
ΕΙΔΟΣ ΑΞΙΑ ΕΙΔΟΣ ΑΞΙΑ
ΦΡΟΥΤΑ & ΛΑΧΑΝΙΚΑ 1820,8 ΚΡΕΑΤΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 1101
ΨΑΡΙΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 548,5 ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΥΓΑ 841,2
ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΥΓΑ ΅482,8 ΦΡΟΥΤΑ & ΛΑΧΑΝΙΚΑ 662,6
ΚΑΠΝΟΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 385,9 ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 529,8
ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 337,2 ΚΑΦΕΣ, ΚΑΚΑΟ, ΤΣΑΪ, ΜΠΑΧΑΡΙΚΑ 441,5
ΦΥΣΙΚΕΣ ΥΦΑΝΤΙΚΕΣ ΙΝΕΣ 318,5 ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ 401,3
ΕΛΑΙΑ & ΛΙΠΗ 315,6 ΨΑΡΙΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 376,3
ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 219,6 ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 366,3
ΠΟΤΑ 197,6 ΕΛΑΙΑ & ΛΙΠΗ 269,7
ΕΛΑΙΟΥΧΟΙ ΣΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΟΙ 85,6 ΠΟΤΑ 247,4
ΖΑΧΑΡΕΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ, ΜΕΛΙ 70,8 ΚΑΠΝΟΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 235,7
ΚΡΕΑΤΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 70,5 ΖΑΧΑΡΕΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ, ΜΕΛΙ 226
ΔΟΡΕΣ, ΔΕΡΜΑΤΑ 64,3 ΕΛΑΙΟΥΧΟΙ ΣΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΟΙ 219,6
ΚΑΦΕΣ, ΚΑΚΑΟ, ΤΣΑΪ, ΜΠΑΧΑΡΙΚΑ 60,2 ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΕΣ ΖΩΙΚΕΣ & ΦΥΤΙΚΕΣ ΥΛΕΣ 120,4
ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ 58 ΞΥΛΕΙΑ & ΦΕΛΛΟΣ 118,4
ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΕΣ ΖΩΙΚΕΣ & ΦΥΤΙΚΕΣ ΥΛΕΣ 33,7 ΔΟΡΕΣ, ΔΕΡΜΑΤΑ 116,2
ΖΩΝΤΑΝΑ ΖΩΑ 13,6 ΖΩΝΤΑΝΑ ΖΩΑ 56,8
ΞΥΛΕΙΑ & ΦΕΛΛΟΣ 9,8 ΦΥΣΙΚΕΣ ΥΦΑΝΤΙΚΕΣ ΙΝΕΣ 10,4
ΚΑΟΥΤΣΟΥΚ ΦΥΣΙΚΟ 1,6 ΑΜΥΛΑ ΣΙΤΑΡΙΟΥ & ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ 6,8
ΑΜΥΛΑ ΣΙΤΑΡΙΟΥ & ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ 0,2 ΚΑΟΥΤΣΟΥΚ ΦΥΣΙΚΟ 6,1

Οι βασικές ανισορροπίες στην ελληνική αγροτική οικονομία εντοπίζονται στο βόειο κρέας, στα γαλακτοκομικά, το μαλακό σιτάρι, τις ζωοτροφές και τη ζάχαρη. Το σύνολο της αξίας των καθαρών εισαγωγών για τα παραπάνω ανέρχεται, το 2014, στο ποσό των 2,080 δισεκατομμυρίων ευρώ.    Η ελλειμματικότητα στο εμπορικό ισοζύγιο έχει σαν βασική συνιστώσα της τα κρέατα και τα παρασκευάσματα αυτών καθώς και τα γαλακτοκομικά. Το έλλειμμα στα δύο αυτά αγαθά ανήλθε το 2014 στα 1,389 δισεκατομμύρια ευρώ. Δευτερευόντως συμβάλουν οι ζωοτροφές, με έλλειμμα 343,3 εκατομμύρια ευρώ.  Τα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ που είναι το συνολικό ποσό του αγροτικού εμπορικού ελλείμματος ποσό μικρό και εύκολα καλυπτόμενο από το πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών ακόμη και κατά την πρώτη περίοδο κατά την οποία οι όποιες παρεμβάσεις στην αγροτική οικονομία είναι αδύνατο να αποδώσουν.
Τα προϊόντα που λόγω αντικειμενικών συνθηκών δεν μπορούν να παραχθούν στην Ελλάδα είναι λίγα. Πολύ λίγα. Μεταξύ αυτών βασικά είναι, ο καφές, το τσάι, τα μπαχαρικά, ο φελλός και η ξυλεία. Τα αγαθά αυτά είναι υποχρεωτικό να εισάγονται. Τα υπόλοιπα αγροτικά αγαθά παράγονται στην Ελλάδα. Άμεσα, μέσα σε διάστημα δηλαδή το πολύ ενός έτους, είναι απολύτως εφικτό να μειωθούν τα ποσά για τις εισαγωγές ζωοτροφών, για τα λίπη και έλαια, για τον καπνό και για τη ζάχαρη. Αν υποκατασταθούν ακόμη και κατά 50% οι εισαγωγές των παραπάνω μόνο αγαθών το έλλειμμα θα μειωθεί στο μισό.
Η ζάχαρη μπορεί να παραχθεί στο σύνολό της στην Ελλάδα καθώς υπάρχουν οι εργοστασιακές υποδομές και η συνολική τεχνογνωσία. Τα καπνά μπορούν να υποκατασταθούν σε μεγάλο βαθμό από ελληνικά ενώ οι ζωοτροφές μπορούν να υποκατασταθούν από ελληνικές με επιδοτήσεις στην καλλιέργεια ζωοτροφικών φυτών (κτηνοτροφικών κουκιών, μπιζελιών, τριφυλλιού, αραβοσίτου και κριθαριού)  ή την υιοθέτηση και υλοποίηση προτάσεων για την παραγωγή νέων ζωοτροφών (όπως η πρόταση του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ. Παρουσίαση περιληπτική στο: http://www.e-kyklades.gr/images/11Epistrofi_Oikonomou1_F31826.pdf).
Με την υποκατάσταση των εισαγωγών ζάχαρης, ζωοτροφών, καπνού και ελαίων ένα σημαντικό μέρος του ελλείμματος παύει να υπάρχει.. Η αύξηση των εγχώριων ζωοτροφών θα έχει θετικό αντίκτυπο στην κτηνοτροφία. Η αύξηση της παραγωγής βόειου κρέατος και γάλακτος είναι μια πιο δύσκολη, σύνθετη και πιο μακροχρόνια διαδικασία από τα προηγούμενα. Η απόκτηση μιας σχετικής αυτάρκειας στα δύο αυτά αγαθά απαιτεί ένα χρονικό ορίζοντα τετραετίας. Βασικές προϋποθέσεις για να υλοποιηθούν τα παραπάνω είναι: ευνοϊκή χρηματοδότηση, ευνοϊκό νομικό πλαίσιο, δημόσιες εξειδικευμένες τεχνικές συμβουλευτικές υπηρεσίες και πολιτική βούληση.
Ένας από τους λόγους που προβάλλεται από τους θιασώτες των πολιτικών υποταγής στην αναγκαιότητα των πολιτικών αυτών είναι και οι κοινοτικές επιδοτήσεις προς τη γεωργία.    Από το 2002 ως το 2009  η αξία των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων από την Ε.Ε ανήλθε στα 47,143 δισεκατομμύρια ευρώ. Της ίδιας τάξης μεγέθους ήσαν και οι κοινοτικές επιδοτήσεις προς την ελληνική οικονομία συνολικά. Μας επιδοτούσαν δηλαδή για να αγοράζουμε τα προϊόντα τους καταστρέφοντας την ελληνική αγροτική παραγωγή. Ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ελλάδας ως προς τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων είναι η Γερμανία από την οποία και εισήχθη, το 2008, το 13% των συνολικών γεωργικών εισαγωγών. Από τη Γερμανία δεν εισάγουμε μόνο κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα αλλά ακόμη και μαλακό σιτάρι, ντομάτες, μήλα, πατάτες. Ακόμη δε και χυμούς μήλων και πορτοκαλιών! Αφού δε καταστρέψαμε τη δική μας παραγωγή ζάχαρης εισάγουμε από τη πλέον Γερμανία όπως εισάγουμε επίσης μέλι   και καπνό!
  1. ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΑΓΑΘΩΝ
Για να υπάρξει μια σύγχρονη και βιώσιμη αγροτική οικονομία κατά τα πρώτα χρόνια της μετάβασης σε ένα άλλο μοντέλο  η βιωσιμότητα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής εξαρτάται σε κάποιο σημαντικό βαθμό από εισαγόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό. Ας δούμε το μηχανικό εξοπλισμό και την επάρκειά του ή μη. Τα αγροτικά μηχανήματα στην Ελλάδα είναι αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες της αγροτικής οικονομίας για αρκετά χρόνια. Τα τρακτέρ ανέρχονται στις 260.000 περίπου, οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές στις 5.500, το σύνολο των αντλιών στις 320.000 περίπου.
Η  παράθεση απλά κάποιων αριθμών δεν είναι ικανή να μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Για τους λόγους αυτούς επιλέγουμε ένα από τα πιο βασικά αγροτικά εργαλεία, τα τρακτέρ, και ως χαρακτηριστικό μέγεθος την πυκνότητά τους, τον αριθμό τους δηλαδή  ανά 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, για τέσσερεις χώρες. Την Ελλάδα, την Αυστρία, τη Δανία και την Ολλανδία. Οι τρεις τελευταίες χώρες είναι από τις πιο αναπτυγμένες στον τομέα της γεωργίας στον κόσμο. Το 2005 στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 1301,5 τρακτέρ ανά 100 km2  αριθμός ίσος με αυτόν της Ολλανδίας και μεγαλύτερος από της Δανίας στην οποία αντιστοιχούσαν 486,3 τρακτέρ ανά km2  ενώ στην Αυστρία αντιστοιχούσαν 2390 τρακτέρ ανά 100 km2 .  Τα δεδομένα είναι του 2007 και δεν ανταποκρίνονται απολύτως στα δεδομένα του σήμερα με απόλυτο τρόπο
Τα τρακτέρ ανά μονάδα αγροτικής γης αυξάνονταν συνεχώς στην Ελλάδα από το 1980 και μετά. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έφτασαν τη Δανία ενώ  στα μέσα της δεκαετίας του 2000 έφτασαν την πυκνότητα της Ολλανδίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο ρυθμός αύξησης των τρακτέρ μηδενίζεται σχεδόν εμφανίζοντας σημάδια κορεσμού.
Τα δεδομένα αυτά μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως η ελληνική αγροτική  οικονομία είναι επαρκώς πλέον εξοπλισμένη από γεωργικά μηχανήματα για μια σημαντική χρονική περίοδο.
Ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί  αφορά τις εισαγωγές  ενδιάμεσων αγαθών στη γεωργία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ η  εισαγόμενη αξία των ενδιάμεσων αγαθών στη γεωργία είναι 12%.      Η αξία εισαγωγής επομένως ενδιάμεσων αγαθών στη γεωργία είναι πολύ μικρή και δεν αποτελεί πρόβλημα για την απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας της εξ αιτίας της εξόδου από την ευρωζώνη.
. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τα ενδιάμεσα αγαθά που είναι απαραίτητα για την γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, την αξία αλλά και την προέλευσή τους. Τα αγαθά αυτά είναι κυρίως λιπάσματα και εδαφοβελτιωτικά, φυτοπροστατευτικά, πολλαπλασιαστικό υλικό και ζωοτροφές.

ΛΙΠΆΣΜΑΤΑ - ΕΔΑΦΟΒΕΛΤΙΩΤΙΚΆ
ΈΤΟΣ 2012 2013 2014
ΑΞΊΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΏΝ ΛΙΠΑΣΜΆΤΩΝ, ΕΚ. € 203,34 248,51 258,51
ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ, ΧΙΛ. ΤΟΝΟΙ 562,90 736,70 795,84
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ- ΕΔΑΦΟΒΕΛΤΙΩΤΙΚΩΝ  (ΕΚ. €) 274,30 276,30 263,90
% ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΕ ΑΞΙΕΣ 74% 90% 98%
ΦΥΤΟΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΆ
ΈΤΟΣ 2012 2013 2014
ΑΞΙΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΕΚ. € 150,32 166,46 184,76
ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΧΙΛ. ΤΟΝΟΙ 24,70 26,70 28,78
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ  ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΦΥΤΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (ΕΚ. €) 192,90 197,00 197,60
% ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΕ ΑΞΙΕΣ 78% 85% 94%
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΌ ΥΛΙΚΌ
ΈΤΟΣ 2012 2013 2014
ΑΞΙΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ΕΚ. € 122,78 120,40 100,13
ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ΧΙΛ. ΤΟΝΟΙ 223,80 195,66 143,47
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ  ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ (ΕΚ. €) 308,70 288,70 285,80
% ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΕ ΑΞΙΕΣ 40% 42% 35%
ΖΩΟΤΡΟΦΈΣ
ΈΤΟΣ 2012 2013 2014
ΑΞΊΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΏΝ ΖΩΟΤΡΟΦΏΝ, ΕΚ. € 380,00 402,50 401,30
ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ, ΧΙΛ. ΤΟΝΟΙ     1100,00
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ (ΕΚ. €) 1717,70 1832,80 1682,50
% ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΕ ΑΞΙΕΣ 22% 22% 24%

Η αξία του συνόλου των ενδιάμεσων αγαθών στην αγροτική οικονομία ανέρχεται στα  2,429,8 εκατομμύρια ευρώ εκ των οποίων αγαθά αξίας 944,7 εκατομμυρίων εισάγονται. Το ποσοστό της αξίας των εισαγόμενων ενδιάμεσων αγαθών αποτελεί  το 38,9% του συνόλου των ενδιάμεσων αγαθών. Αν εξαιρέσουμε την κτηνοτροφία και τις εισαγωγές ζωοτροφών στη γεωργία η αξία των ενδιάμεσων αγαθών ανέρχεται στα 747,3 εκατομμύρια ευρώ εκ των οποίων αγαθά αξίας 543,4 εκατομμυρίων εισάγονται. Το ποσοστό των εισαγόμενων αντιπροσωπεύει το 72,7 της αξίας του συνόλου των ενδιάμεσων αγαθών στη γεωργία.
Από τα ενδιάμεσα αγαθά στη γεωργία η αξία των εισαγόμενων λιπασμάτων ανέρχεται  258,5 εκατομμύρια ευρώ αντιπροσωπεύοντας το 98% της συνολικής αξίας των χρησιμοποιούμενων λιπασμάτων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η συνολική κατανάλωση ανόργανων λιπασμάτων (αζωτούχα, φωσφορικά, καλιούχα) στη χώρα μας ξεπερνούσε τους 2 εκατ. τόνους. Η ποσότητα των χρησιμοποιούμενων λιπασμάτων το 2014 ανερχόταν στους 850.000 τόνους περίπου. Από την υπερλίπανση της δεκαετίας του 1990 περάσαμε στην εποχή της ανεπαρκούς λίπανσης εξ αιτίας του μεγάλου πλέον κόστους των λιπασμάτων.
Μέσω των πολιτικών της ΕΕ οι βιομηχανίες λιπασμάτων της Γερμανίας κυρίως έγιναν κυρίαρχες και το κόστος των εισροών στη φυτική παραγωγή ολοένα και αυξανόταν, χωρίς πολλές φορές η αύξηση να ακολουθείται από ανάλογη αύξηση της τιμής του παραγωγού και έτσι οι ποσότητες των χρησιμοποιούμενων ανόργανων λιπασμάτων από την ελληνική γεωργία ολοένα και μειώνονταν. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι η συνεχής αύξηση των εισαγόμενων ποσοτήτων ανοργάνων λιπασμάτων στη χώρα μας από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Τουρκία. Η σημερινή κατάσταση, με την εισαγωγή του συνόλου σχεδόν των αναγκαίων για την αγροτική παραγωγή ανόργανων λιπασμάτων, πρέπει να αντιστραφεί άμεσα. Σε μια πρώτη φάση το ήδη σε λειτουργία εργοστάσιο λιπασμάτων Ελληνικά Λιπάσματα-ELFE.
Η εταιρεία κατέχεται από τον γνωστό Λαυρεντιάδη ο οποίος και την «αγόρασε» έναντι 85 εκατομμυρίων. Τα χρέη της εταιρείας σήμερα ξεπερνούν τα 120 εκατομμύρια προς τις τράπεζες και τη ΔΕΠΑ απ’ όπου προμηθεύεται αέριο. Το χρέος προς τη ΔΕΠΑ  ξεπερνά το 70 εκατομμύρια ποσό ισόποσο περίπου με τη σημερινή αξία της εταιρείας (http://www.agronews.gr/news/companies/arthro/128514/me-nea-etaireia-i-eboria-lipasmaton-tis-elfe-/ ). . Το δημόσιο πρέπει να μετοχοποιήσει αμέσως τα χρέη να πάρει τον έλεγχο της εταιρείας και να αρχίσει την παραγωγή λιπασμάτων αλλά και άλλων γεωργικών χημικών και φυτοφαρμάκων. Το παραγωγικό δυναμικό του εργοστασίου επαρκή για  την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών αλλά και για εξαγωγές.
  1. ΚΟΣΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Πέρα από τα παραπάνω σημαντικός παράγοντας είναι το κόστος παραγωγής και η μείωση του. Από τους συντελεστές του κόστους παραγωγής στη γεωργία και κτηνοτροφία από το 2005 ως το 2012 εκείνος ο παράγοντας που αυξανόταν συνεχώς ήταν το κόστος των τόκων το οποίο από το 2009 και μετά αυξάνεται κατακόρυφα. Αν το 2005 το κόστος των τόκων ήταν 100 το 2012 έφτασε στο 170 αυξημένο δηλαδή σε μια επταετία κατά 70% ενώ κατά 50% αυξήθηκε κατά την ίδια περίοδο το κόστος κεφαλαίου. τα ενοίκια μηχανών και αγροτεμαχίων έμειναν σχεδόν σταθερά ενώ μειώθηκε από το 2009 και μετά το κόστος εργασίας. .
Το κόστος των τόκων και του κεφαλαίου μπορεί να μειωθεί άμεσα και αποτελεσματικά υπό την προϋπόθεση πως οι τράπεζες θα κρατικοποιηθούν, θα γίνει αναδιάρθρωση των δανείων με διαγραφές και μειώσεις χρεών όπου είναι αναγκαίο και μείωση κατά πολύ των επιτοκίων των υπολοίπων των δανείων.  Το κόστος επίσης παραγωγές εξαρτάται κι από το κόστος των εισροών στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο σημαντικότερος παράγοντας επιβάρυνσης του κόστους στη γεωργία είναι το κόστος της ενέργειας ενώ στην κτηνοτροφία το κόστος των ζωοτροφών. Το κόστος αυτών των παραγόντων είναι υψηλότερο στην Ελλάδα από τις ανταγωνίστριες χώρες.
Πέρα από το κόστος τόκων και κεφαλαίου η ελληνική γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή βαρύνεται και με υψηλότερο από άλλες χώρες κόστος για το πετρέλαιο ιδιαίτερα αλλά και για τις ζωοτροφές. Και τα δύο αυτά ζητήματα απαιτούν λύση για να αναταχθεί η αγροτική οικονομία. Η  αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεπαρκούς εγχώριας παραγωγής αλλά και του υψηλού κόστους τους αποτελεί ουσιώδη συνθήκη όχι απλά για την αποκατάσταση ισορροπίας στο εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών αγαθών αλλά και προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και ιδιαίτερα της κτηνοτροφίας βοοειδών. Για το ζήτημα των ζωοτροφών έχουμε ήδη αναφερθεί και υπάρχουν άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις.  
  1. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Η πρωτογενής παραγωγή αποτελεί τη βάση και για μια σειρά βιομηχανικών κλάδων που συνδέονται με τη μεταποίηση και την παραγωγή τροφίμων. Το μερίδιο των βιομηχανιών τροφίμων και ποτών στο σύνολο της μεταποίησης στην Ελλάδα είναι υψηλότερο από το μέσο όρο των 27 χωρών μελών της ΕΕ αλλά είναι σημαντικό να δούμε τη σύνθεση της βιομηχανικής παραγωγής σε μια σειρά χωρών μελών της ΕΕ ίδιου μεγέθους με την Ελλάδα. Αν συγκρίνουμε  τη σύνθεση της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα, την Αυστρία, την Ολλανδία, τη Δανία και τη Σουηδία θα δούμε πως στην Ελλάδα ο τομέας της παραγωγής τροφίμων, σύμφωνα με τη eurostat,    αποτελεί το  20,71 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής , στην Αυστρία το 10,37 % στην Ολλανδία το 22,77%, στη Δανία το 24,83% και στη Σουηδία το 40%.
Η επιλογή των χωρών δεν είναι τυχαία. Είναι όλες χώρες εξαιρετικά αναπτυγμένες. Παρατηρούμε πως ο βιομηχανικός τομέας τροφίμων και ποτών είναι πολύ αναπτυγμένος σε όλες. Υπάρχουν χώρες όπως η Σουηδία και η Δανία στις οποίες ο συγκεκριμένος τομέας είναι πολύ πιο αναπτυγμένος σε σχέση με την Ελλάδα. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι επίσης πως ο τομέας του καπνού είναι πολύ πιο αναπτυγμένος στην Ολλανδία, τη Δανία και τη Σουηδία απ’ ότι στην Ελλάδα. Αυτό φανερώνει πως σε μια χώρα τόσο ευνοημένη για την αγροτική παραγωγή ο τομέας της μεταποίησης και της βιομηχανικής παραγωγής τροφίμων βρίσκεται σε καθυστέρηση που σε σημαντικό βαθμό οφείλεται στην αδιαφορία του ελληνικού κεφαλαίου και των πολιτικών εκπροσώπων του.
Οι κίνδυνοι από την  κατάσταση αυτή της ελληνικής αγροτικής οικονομίας είναι εξαιρετικά μεγάλοι και δε συνδέονται απλώς λογιστικά με το έλλειμμα του αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου. Τα τρόφιμα έχουν μπει στο στόχαστρο του διεθνούς τυχοδιωκτικού και παρασιτικού κεφαλαίου μέσω των χρηματιστηρίων εμπορευμάτων.
«Εισερχόμαστε σε έδαφος κινδύνου» προειδοποίησε το Γενάρη του 2010 ο επικεφαλής οικονομολόγος του Οργανισμού Τροφίμων και γεωργίας του ΟΗΕ. Το 2003 είχαν τοποθετημένα στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων  12 δισεκατομμύρια δολάρια. Μέσα σε πέντε χρόνια το ποσό είχε ανέλθει στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια μια αύξηση δηλαδή κατά 2.500%. οι τιμές των τροφίμων έχουν πάρει φωτιά. Είναι πολύ πιθανό κατά το επόμενο χρονικό διάστημα τα τρόφιμα να αποτελέσουν βασική συνιστώσα και στόχο του περιφερόμενου κερδοσκοπικού κεφαλαίου. Η ανάταξη της ελληνικής γεωργίας πρέπει να αποτελέσει πρωταρχικό  στόχο της ελληνικής πολιτικής.
ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ
  1. Παρά τα συνεχή χτυπήματα, όπως αυτά υλοποιούνταν μέσω της πολιτικής της ΕΕ, η ελληνική αγροτική οικονομία έχει αντέξει σε σημαντικό βαθμό καλύπτοντας τις διατροφικές ανάγκες του ελληνικού πληθυσμού σε σημαντικό βαθμό.
  2. Οι σημαντικότερες από τις πολιτικές που επέδρασαν αρνητικά στην αγροτική οικονομία είναι:
A). Η απελευθέρωση της αγοράς αγαθών κάτω από την καθοδήγηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της συνθήκης της ΕΕ.
Β) Οι ποσοστώσεις στην παραγωγή ( βόειου γάλακτος, ζάχαρης κ.λπ.)
Γ) Οι προτιμησιακές σχέσεις με τρίτες χώρες που αφορούν κυρίως μεσογειακά   προϊόντα.
Δ)  Η στόχευση των επιδοτήσεων σε συγκεκριμένα προϊόντα  και ο αποκλεισμός άλλων.
Ε) Η αποδέσμευση της παραγωγής από τις επιδοτήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
ΣΤ) Η απελευθέρωση από τη δεκαετία του 1990 κυρίως διαφόρων αγαθών (λιπάσματα)    με αποτέλεσμα την καταστροφή κλάδων αναγκαίων στην αγροτική οικονομία, την κυριαρχία ξένων εταιρειών και τελικά την αύξηση της τιμής των ενδιάμεσων αγαθών.
3. Τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής εντοπίζονται: στο βόειο κρέας, στα γαλακτοκομικά, τα όσπρια, τον καφέ, το τσάι, τα μπαχαρικά, το μαλακό σιτάρι και τη ζάχαρη.
4. Τα ποσά που απαιτούνται για την απρόσκοπτη εισαγωγή των παραπάνω ανήλθαν το 2014 στα εξής ποσά:

ΕΙΔΟΣ ΑΞΙΑ
ΚΡΕΑΤΑ 1030
ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΥΓΑ 358,4
ΚΑΦΕΣ, ΚΑΚΑΟ, ΤΣΑΪ, ΜΠΑΧΑΡΙΚΑ 381,3
ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 192,6
ΖΑΧΑΡΕΣ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ, ΜΕΛΙ 155,2
ΣΥΝΟΛΟ 2117,5

5. Ένα σημαντικό μέρος των παραπάνω καλύπτονται από το πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο των υπόλοιπων αγροτικών προϊόντων. Αν εξαιρέσουμε τις ζωοτροφές, που θα υπαχθούν στα ενδιάμεσα αγαθά, τότε με τα δεδομένα του 2014 το απαραίτητο για την εισαγωγή όλων των παραπάνω διατροφικών αγαθών το πραγματικό ποσό  για την εισαγωγή τους είναι μεταξύ των 900 εκατομμυρίων και του 1,2 δισεκατομμυρίων. Το τελικό ποσό εξαρτάται τόσο από τις τιμές όσο κι από τις παραγωγές τόσο των εισαγόμενων όσο και των εξαγόμενων αγαθών. Το παραπάνω ποσό είναι, υπό συνθήκες σχετικά ευσταθείς, ελεγχόμενο και καλύπτεται από το πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών.
Υπό συνθήκες αισθητά διαφοροποιημένες, κι εφόσον η ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών διαταραχτεί σημαντικά,  επιλεγμένο μέρος των αγαθών των κατηγοριών έλαια και λίπη, ελαιούχοι σπόροι και καρποί, καπνά και παρασκευάσματά τους, φρούτα και λαχανικά, προϊόντα διατροφής και παρασκευάσματα, ποτά, δημητριακά και παρασκευάσματα και γαλακτοκομικά συνολικής αξίας εισαγωγής 3,4 δισεκατομμυρίων ευρώ  είναι αναγκαίο να περικοπεί μέχρι του ύψους που θα καθιστά ισοσκελισμένο το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Τα αγαθά που θα επιλεγούν θα είναι αυτά τα οποία δεν πρόκειται να προκαλέσουν καμιά έλλειψη στα λαϊκά νοικοκυριά ούτε και στη δευτερογενή παραγωγή. Ούτως ή άλλως η υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος, σε ένα ποσοστό του 20% περίπου, θα αυξήσει ουσιαστικά τις τιμές των εισαγόμενων που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες καθιστώντας μάλλον περιττό κάθε διοικητικό μέτρο.
Μέσα σε χρονικό διάστημα ενός το πολύ έτους είναι απολύτως εφικτό να γίνουμε αυτάρκεις, τουλάχιστον, σε δημητριακά, ζάχαρη, καπνά, σε ένα μέρος των εισαγόμενων φρούτων και λαχανικών, σε αυγά και σε ένα μέρος των προϊόντων διατροφής και παρασκευάσματα συνολικής αξίας 2,757 εκατομμυρίων ευρώ. Αν μόνο ένα μέρος αυτών υποκατασταθεί από την εγχώρια παραγωγή το ισοζύγιο αγροτικών αγαθών θα ισοσκελιστεί πάλι χωρίς να παρατηρείται καμία έλλειψη. Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας βοοειδών απαιτεί περισσότερο χρόνο για να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες σε κρέας και γι αυτό οι εισαγωγές κρεάτων δεν εισήλθαν σε κανένα από τους παραπάνω υπολογισμούς θεωρώντας πως οι εισαγωγές τους  δεν θα διαταραχτούν.
  1. Σε περίπτωση επομένως παύσης πληρωμών του δημοσίου χρέους και ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας  όσα παρουσιάσαμε δείχνουν μια περίοδο πιθανών διαταραχών στις εισαγωγές κάποιων, μη αναγκαίων αγαθών, η οποία θα διαρκέσει το πολύ ένα έτος. Το πόσο ακριβώς εξαρτάται κυρίως από την περίοδο του έτους κατά την οποία θα ληφθούν οι παραπάνω πολιτικές αποφάσεις κι αυτό γιατί τα περισσότερα από τα αγαθά που πρέπει να υποκατασταθεί η εισαγωγή τους από την εγχώρια παραγωγή έχουν ετήσιο κύκλο.
  1. Όσον αφορά τα ενδιάμεσα αγαθά τα όποια προβλήματα επικεντρώνονται στα λιπάσματα, στις ζωοτροφές  και στα φυτοφάρμακα. Η αξία εισαγωγής αυτών ανήλθε το 2014 στα 944,7 εκατομμύρια ευρώ. Το συνολικό επομένως ποσό για τις εισαγωγές αγαθών και ενδιάμεσων αγαθών στη γεωργία ανήλθαν το 2014 στα 3,062 δισεκατομμύρια ευρώ.  Από τα ενδιάμεσα αγαθά τα λιπάσματα που απαιτούνται για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών μπορούν να παραχθούν άμεσα στα Ελληνικά Λιπάσματα τα οποία θα περάσουν υπό κρατική ιδιοκτησία και έλεγχο με την μετοχοποίηση των χρεών προς τη ΔΕΠΑ και τις τράπεζες. Στο ίδιο εργοστάσιο μπορούν να παραχθούν και μια σειρά φυτοφαρμάκων. Με τις παραπάνω ενέργειες που μπορούν να αποδώσουν σε διάστημα μικρότερο του έτους εξοικονομούνται από τα λιπάσματα 250 εκατομμύρια ευρώ ετησίως και ένα ποσοστό από τα 184,76 εκατομμύρια για την εισαγωγή φυτοφαρμάκων. Είναι απολύτως ρεαλιστικό να μειωθούν οι εισαγωγές αυτών των δύο αγαθών κατά 300 εκατομμύρια.
Η μείωση του κόστους παραγωγής είναι απολύτως αναγκαία για να αυξηθεί το αγροτικό εισόδημα και η επιβάρυνση του καταναλωτή. Πέρα όμως από αναγκαία είναι και εφικτή. Οι τομείς που επιδέχονται σημαντική μείωση είναι το κόστος των τόκων, η μείωση του κόστους του χρήματος και η ευνοϊκή χρηματοδότηση, το πετρέλαιο, η ηλεκτρική ενέργεια, τα λιπάσματα και  τα φυτοφάρμακα. Είναι επίσης αναγκαίος ο έλεγχος των επιβαρύνσεων των αγαθών από τον παραγωγό προς τον καταναλωτή.   Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε την ανάλυση τιμής για μια σειρά αγροτικών προϊόντων όπου διαπιστώνουμε τη μεγάλη απόκλιση μεταξύ τιμής παραγωγού και τιμής καταναλωτή
Η ελληνική αγροτική οικονομία έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που μπορούν να ανακύψουν κατά τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και με το πιο δυσμενές σενάριο.  Θα υπάρξουν επιμέρους δυσκολίες οι περισσότερες των οποίων θα είναι βραχυχρόνιες. Παρά  ταύτα θα απαιτηθεί πολιτική εγρήγορση και ετοιμότητα για την αντιμετώπιση, μέσω διακρατικών συμφωνιών ίσως, για την αντιμετώπιση προβλημάτων σε επιμέρους τομείς.   Τα δεδομένα μας οδηγούν, με σχετική ασφάλεια στο συμπέρασμα αυτό.
*Πηγή: eparistera.blogspot.gr
Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Σχόλια